Wednesday, November 30, 2005
Αναμνήσεις
«Για πόσο καιρό θα ταξιδεύουμε, ΑΠΤΟ;», ρώτησα με τη δίψα να λυσσομανάει μέσα στο στόμα μου. Είχα θρονιαστεί στην πλώρη του φ, κι ευτυχώς σε αντίθεση με τις κανονικές φελούκες, το ΑΠΤΟ είχε ένα πανί κι ένα κατάρτι για να προχωράει. Δε χρειαζόταν να κάνω κουπί, θα ‘ταν σίγουρα πολύ κουραστικό. Το ΑΠΤΟ, όμως, είχε ένα κακό. Ήταν λιγομίλητο και, για να πω την αλήθεια, μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχε ξεστομίσει κουβέντα. «Πες μου, ΑΠΤΟ, για πόσο καιρό ακόμα;». Φλαπ, φλαπ, να σκάνε τα κυματάκια στην πρύμνη της φελούκας κι αστραπιαία σκέφτηκα πώς θα μπορούσε να τα βγάλει πέρα με μία τρικυμία αυτό το μικρό βαρκάκι. «Σαν καρυδότσουφλο είναι!», αναλογίστηκα, «μέσα σε εκατομμύρια τόνους νερού, εγώ κι ένα καρυδότσουφλο…», συμπλήρωσα και γέλασα μυστικά. Το ΑΠΤΟ, λες και μ’ άκουσε, έδωσε μια και γόργεψε την πορεία του, ως να ‘θελε να με διαψεύσει.

Μμμ…πού είναι η αυλή του Δέλτα; Την πεθύμησα κιόλας. Είχε στήσει και μία αυτοσχέδια κούνια που δανείστηκε από το Λάμδα, για να ‘ρχονται τα παιδιά να αιωρούνται όταν το θέλουν. Σιγά σιγά, όλα τα γράμματα ζήτησαν από το Λάμδα μια ίδια κούνια για τις αυλές τους, εκτός από το Ωμέγα.

Το Ωμέγα, είχε παντρευτεί την Ώρα, την ομορφότερη κοπέλα της πολιτείας. Κι επειδή η Ώρα ήταν πάντα σε εγρήγορση, ήταν πάντα στο κατόπι των ανθρώπων, συμφώνησαν να μην έχουν ένα σπίτι με θεμέλια, αλλά να ζουν σε ένα σύννεφο και να περιφέρονται κατά πώς το θέλουν. Συμφώνησε το Ωμέγα, κι ας ήθελε να έχει κι εκείνο μια μικρή αυλή με κούνια για τα παιδιά της πολιτείας, συμφώνησε διότι αγαπούσε την Ώρα του τόσο, μα τόσο πολύ…Και γρήγορα, άρχισε να τη βοηθά. Τόσο παρόν το Ωμέγα στης Ώρας τα περπατήματα που, πολύ συχνά πια, οι άνθρωποι στην πολιτεία των λέξεων όταν την έβλεπαν να περνά, δοκίμαζαν μια μεγάλη έκπληξη. Κι αυθόρμητα, κάθε στους έκπληξη, συνοδευόταν από ‘να ωμέγα: «Ω, πέρασε η ώρα!», «Ω, τι θα κάνω τώρα;», «Ω, τι ωραία μπόρα!», «Ω, τι όμορφη χώρα…». Κάτι τέτοιο, αλλά η ουσία ήταν ότι το ζευγάρι εκείνο, δική του αυλή να μπαίνουν τα παιδιά, δεν είχε.

Αλλά, αν το καλοσκεφτείς, όλα τα γράμματα ένιωθαν ότι οι αυλές τους ωχριούσαν μπροστά σε αυτή που είχε φτιάξει το Δέλτα. Πραγματικά. Δεν είχε κάνει κάτι ιδιαίτερο το Δέλτα, απλά, η αυλή του είχε το προνόμιο να βρίσκεται στα περίχωρα της πολιτείας, άρχιζε από τους πρόποδες του βουνού κι έφτανε ως την ακροθαλασσιά. Και δυο ποτάμια, κατέβαιναν απ’ το βουνό κάθε που έλιωναν τα χιόνια του Χειμώνα, συναντιόνταν στην αυλή του Δέλτα, προχωρούσαν ορμητικοί μέσα από βραχάκια κι αυλάκια μεγάλα, φώλιαζαν πιο ήρεμοι σε μια λίμνη, ξεχείλιζαν έπειτα αργά αργά ώσπου με μια απαλή κι αδιόρατη κίνηση έρρεαν να γίνουν ένα με την αρμύρα. Εκεί, στο ξεχείλισμα απάνω, εκεί έτυχε τα νερά να ‘ναι πολύ ρηχά, στέκονταν όλα τα παιδιά και χαιρετούσαν τα γλυκά νερά, να ‘χουν καλό ταξίδι.

Παίζαν τα παιδιά, μέσα στα ρηχά νερά πλατσουρίζοντας, βρέχοντας το ένα το άλλο, παίρνοντας χώμα από τις όχθες να τ’ ανακατέψουν με τα νερά, να κάνουν πηλό, να φτιάξουν χίλια μύρια. Ολόκληρα πήλινα χωριά στις όχθες των ποταμιών, δω και κει ανθρωπάκια με στραπατσαρισμένες μύτες, κουλουράκια και μπαστουνάκια γεμάτα αθώα αποτυπώματα παιδικά, έτσι, σαν υπογραφή του πλάστη έχασκε το αποτύπωμα σε κάθε δημιουργία. «Άμα κολλήσεις το μπαστουνάκι ανάποδα, από τη δεξιά μεριά του κουλουριού, έχεις μάνι μάνι ένα Άλφα!», είπε χαρούμενο το Δέλτα, καθώς έφερνε δυο κανάτες με λεμονάδα. Τρέχανε τα παιδιά –κι ακόμη θα τρέχουν…-γύρω από το Δέλτα, κρέμονταν απ’ τα πόδια του, ξεφώνιζαν, το φιλούσαν. «Άλφα δε φτιάξαμε, αλλά κοίτα, έχουμε γεμίσει τον τόπο με Δέλτα!». Κοίταζε συγκινημένο το Δέλτα–κι ακόμη θα κοιτάει…-και να που οι όχθες των γλυκών νερών είναι διάσπαρτες με άπειρα τριγωνάκια. Κι άφηναν, τα μωρά, τις πήλινες υπάρξεις, άλλες να στεγνώνουν στον ήλιο, άλλες να απειλούνται ανυποψίαστες από το πλησίασμα των νερών για να γίνουν ακαθόριστη θολούρα στο καθορισμένο υδάτινο ταξίδι. Να θαμπώνουν, να καφετίζουν αθέλητα απ’ τα πήλινα χωριά, τα νερά των ποταμιών, και τα νερά τους ποτέ δεν παραπονέθηκαν.

Λεμονάδα! Λεμόνι, νερό, ζάχαρη, σόδα και παγάκια! Αχ, σαν πηλός το σώμα ολάκερο, θέλει πού και πού να ξεδιψά, να βρέχεται για να πλαστεί καλύτερα στης ζωής τα χέρια. Αδέξια χέρια, είναι αλήθεια, αδέξια συχνά, μα στο τέλος με τούτη την αδεξιότητα βγαίνει το κάτι μαζί μ’ ένα λάθος. Σαν τα ανθρωπάκια με τις μύτες τις ζουληγμένες, σαν τα κουλούρια τα σημαδεμένα με αποτυπώματα. Και αυτά τα λάθη, τα γεννημένα απ’ της ζωής τα αδέξια χέρια, να φτιάχνουν το κάτι που, αν το λογαριάσεις καλά, συχνά πυκνά όταν σου λείψει, το πρώτο που ξεχνάς να θυμηθείς είναι εκείνα τα λάθη που το συνοδεύουν. Αλλά ξεχάστηκα, πάλι ξεχάστηκα…

Λικνίζομαι στο πέλαγο μαζί με το ΑΠΤΟ, τώρα. Δεν είμαι στην κούνια του Δέλτα. Δεν είμαι κάτω από μια Δρυ, δεν κάνω γύρω γύρω σαν τον Δερβίση, δεν διατάζω σαν τάχα αρχηγός, δεν διαφεντεύω τα ξημερώματα και τα σούρουπα, δεν δείχνω στην μπέμπα το δαχτυλίδι που φορώ, δεν δρέπω καρπούς από τα δέντρα της πολιτείας. Είμαι στην φελούκα. Μια στρυφνή φελούκα, όπως δείχνουν τα πράγματα, που δε λέει λέξη. Και διψώ…Διψώ; Όχι, δεν διψώ…Μα πώς γίνεται να μη διψώ; Δεν μπορώ να καταλάβω, πριν λίγο λυσσομανούσε η δίψα στο στόμα μου, τώρα το σάλιο δροσερό κυλά κι είναι τα σπλάχνα μου πηλός, έτοιμος για πλάσιμο. Μα πώς;

Φλαπ, φλαπ, τα κυματάκια στην πρύμνη της φελούκας κι έγειρα στο πλάι να κοιμηθώ λιγάκι. Πριν κλείσω τα μάτια, λίγο πριν, στο μεταίχμιο ενός ακόμη σούρουπου, ακούστηκε για πρώτη, πια, φορά του ΑΠΤΟΥ η φράση:
«Σε ξεδίψασαν οι αναμνήσεις».

«Τι είπες;», πετάχτηκα με τρόμο σχεδόν. Αλλά, σιωπή. Σα να μου ‘λεγε το αρκετά μυστηριώδες, όπως έδειχναν τα πράγματα, πλεούμενο, ότι τα λόγια δε χρειάζεται να λέγονται για να υπάρχουν. Απάντησα εγώ, επαναλαμβάνοντας: «Με ξεδίψασαν οι αναμνήσεις»…

Ξεδίψασα με τη λεμονάδα του Δέλτα, με τα ποτάμια στην αυλή, με τη δροσιά του σύννεφου, με τη σκιά του δέντρου, με ξεδίψασαν οι αναμνήσεις…

Φρουπ, φρουπ…φρουπ, φρουπ! Πετάρισε ρυθμικά το πανί, στο άκουσμα των τελευταίων σκέψεων. Και ξανά, φρουπ, φρουπ! Φρουπ, φρουπ, φρουπ φρουπ, «με ξεδίψασαν οι αναμνήσεις», φρουπ, φρουπ, φρουπ φρουπ…Μαζί με τα «φρουπ» κι η φράση, το ‘πα έτσι, το ‘πα αλλιώς, ώσπου έγινε μελωδία. Κι όρισα τα «φρουπ» να ακουμπούν στους δύο τόνους της φράσης:
«Με ξεδΙψασαν οι αναμνΗσεις». Κι έτσι, ξεδιψασμένα, τραγουδισμένα, μ’ ένα πανί για ταμπούρλο κι ένα ΑΠΤΟ άπιαστο, πορεύτηκα παραπέρα.
 
posted by mistounou at 3:10 AM | Permalink | 2 comments
Monday, November 28, 2005
Η πολιτεία των λέξεων
Οι λέξεις έχουν μία πολιτεία. Έζησα για πολύ καιρό εκεί, ώσπου ήρθε η ώρα του ξενιτεμού. Μου είπαν: "Ο Άλφα-Ωμέγα, θέλει να του φέρεις ένα πανί".

Πανί; Τι πανί; Τι χρώμα κι από τι; Και γιατί πανί; Και τι το θέλει; Και γιατί εγώ; Και πού θα το βρω; Και πως; Και πότε; Μα...

"Ο Άλφα-Ωμέγα θέλει να του φέρεις ένα πανί".
Τίποτ' άλλο δεν είπαν. Τίποτα. Από πού ν' αρχίσω, έλεγα, από πού; Δεν έχω στοιχεία, ούτ' αποδείξεις. Ένα τίποτα και μια εντολή μoνάχα.

Την επομένη κιόλας έπρεπε να φύγω. Ξέρετε, ο χρόνος στην πολιτεία των λέξεων είναι αλλιώς. Ανήκει στο Έψιλον. Ξημερώνει κάθε που γεννιέται μια επιθυμία, νυχτώνει κάθε που ξεστομίζεις "ελευθερία". Και είναι λίγο παράξενο, διότι σε κάθε σπίτι όλα αλλάζουν. Εκεί, ο γέρος χουχουλιάζει ρουφώντας το τσάι του, αλλού το παιδί ονειρεύεται πως χαμογελά στα φασκιά ένα "θέλω να σκορπίσω στον ουρανό χαρταετούς". Βράδυ στο μυαλό της μικρής Εμμέλειας κι ας είναι η ηλιαχτίδα της γειτονιάς, αυτή που τη μέλλουν όλα, αυτή που φροντίζει για όλα. Είναι που ήθελε όλη μέρα να κάνει τη μπέμπα να σταματήσει να κλαίει και μόλις σκέφτηκε πως πρέπει να την αφήσει ν' αποφασίσει μόνη της πότε θα πάψει, σουρούπωσε. Στέκει στο πλάι του δρόμου, γερμένη στην τοίχο, θαρρείς ότι πελάτες περιμένει, μα τίποτα αυτή. Για αυτήν είναι βράδυ στο μυαλό της. Πόσο καιρό είχε να βραδιάσει στο μυαλό της, πόσο. Την επομένη έπρεπε να φύγω.

Μόλις ξημέρωσε, τώρα που θέλω να φύγω κι ας είν' για την Εμμέλεια βράδυ, κι ας ειν' για τη μπέμπα πρωί, κι ας είν' για τον καμπουριασμένο ράφτη, καιρούς και καιρούς τώρα, μεσημέρι.

Τώρα πρέπει να φύγω. Η Φυγή, δεν έχει και πολλές φελούκες στο λιμάνι. Βλέπετε, δεν φεύγουν και πολλοί από τούτη δω την ονειρεμένη πολιτεία. Πού να βρεις έναν Άλφα-Ωμέγα να είναι τα πάντα, να σε πείθει ότι δεν πρέπει ποτέ να υπακούς, να περπατάει δίπλα σου όταν το θες, να σου μιλά όταν δεν το περιμένεις, να ξέρει για σένα, την Εμμέλεια, τη Φυγή, τη μπέμπα, τον ράφτη τον καμπουριασμένο, το γέρο που χουχουλιάζει, το παιδί που ονειρεύεται χαρταετούς, πιο πολλά από όσα ξέρει ο καθένας σας για τον εαυτό του. Και να το νιώθεις καλά πως, σε τούτη εδώ την πολιτεία, αυτός που είναι τα πάντα, για τον δικό του εαυτό δεν ξέρει τίποτα. Σαν αερικό ο ΑΩ, διαπερνά την πολιτεία και την αφουγκράζεται και, τελικά, όλοι όσοι τον έθεσαν σαν κάτι που λέγεται αρχηγός, σκέφτηκαν ταυτόχρονα και μυστικά ότι αυτό θα ήθελαν: Έναν να τους αφουγκράζεται αδιάλειπτα. Κι ήταν η πρώτη φορά που ξημέρωσε για όλους την ίδια στιγμή. Ήταν η πρώτη φορά.

Ο ΑΩ, δεν είναι ακριβώς αρχηγός. Διότι ποτέ δεν ζητάει κάτι. Γι' αυτό, πόσο εξεπλάγην όταν μου είπαν ότι θέλει εγώ, (ποιος, εγώ!) να του φέρω ένα πανί. Δεν είναι αρχηγός, διότι τον αγαπούν όλοι ανεξαιρέτως. Δεν είναι αρχηγός, διότι είναι ο πιο φτωχός απ' όλους. Δεν είναι αρχηγός, διότι ποτέ του δεν έμαθε ότι όλοι τον έθεσαν μια στιγμή, ταυτόχρονα και μυστικά, μια στιγμή ξημερωμένη για όλους, σαν κάτι που λέγεται αρχηγός. Δεν είναι αρχηγός, διότι δεν έχει τίτλο. Όλοι τον λένε ΑΩ, κι όσα πιστεύουν για 'κείνον στάζουν απαλά από της φωνής τα ηχοχρώματα, απ' τις αναλαμπές των ματιών, απ' της καρδιάς τα ακανόνιστα φτερουγίσματα κι απ' των μωρών τη γαλήνη όσες στιγμές βρίσκονται σιμά του. Είναι κάτι σαν φύλακας. Με 24 κλειδιά να κρέμονται αρμαθιασμένα απ' τη φαρδιά του ζώνη, έχει σε ένα δάσος φυτεμένα 24 δέντρα. Κι όποτε ένα γράμμα το θελήσει να φύγει, να πάει πολύ μακριά, να βρει μελένια φύλλα, μαλαματένια νερά, απάτητα κεραμίδια κι υπόγεια βουνά, ξημερώνει, παίρνει το κλειδί του, πάει στο δέντρο του και 'κει, στις ρίζες, στα χαμηλά το φυτεύει.

Δεν παίρνει πολλούς καιρούς, δηλαδή, ακόμη ξημέρωμα είναι, και το γράμμα κουλουριασμένο στο χώμα, το περπατούν μυρμήγκια, το κατοικούν σιγά σιγά διαφόρων ειδών ζωύφια, έρχονται και τα γουρμασμένα κάστανα, μετά τα μισοφαγωμένα από τις μέλισσες μήλα, μετά τα ξεστρατισμένα από τον άνεμο λεμονάνθια, μετά τα γερασμένα ροδόφυλλα, μετά τα δολοφονημένα από επιπόλαια παιδικά χέρια πλατανόφυλλα, μετά τα ατίθασα σύκα, μετά τα μισοσαπισμένα μαρουλόφυλλα, ένα ένα, δέκα δέκα, χίλια ένα και το σκεπάζουν. Γίνεται χώμα κόκκινο, το γράμμα, είναι άντρας και γυναίκα της ρίζας.

Κι έρχεται το Φθινόπωρο με το νερό. Και το γράμμα-χώμα, μουσκεύει, διαστέλλεται λασπερό και να 'σου η ρίζα πιο μέσα του ακόμη. Κι έρχεται ο Χειμώνας με το βοριά και το χιόνι. Πρώτα ο βοριάς, παίρνει τα όνειρα της κοιμωμένης ρίζας, τ' ανακατεύει, τα κάνει δίνες, ύστερα πλεξούδες, ύστερα κουλούρες, ύστερα ανυποψίαστους τυφώνες, ύστερα κρυσταλλένιες ανεμώνες. Μετά, το χιόνι. Σαν κρούστα που μόλις ζωγραφίστηκε σε μήλο ζαχαρωμένο και σε μυρωδάτη λεμονόπιτα, σαν βούτυρο επάνω σε ψωμί, και το γράμμα- χώμα, θα 'λεγες είναι σχεδόν ένα με τη ρίζα -όχι! κοίτα καλά, είναι ρίζα- κουρνιάζει πια στα ζεστά κι ας έχει πάνω χιόνι, κι ας έχει επάνω βράδυ στο μυαλό της Εμμέλειας. Κι έρχεται η Άνοιξη. Με αναστεναγμούς και πλάνο ήλιο. Αναστενάζει η Άνοιξη σαν χίλιοι μύριοι κραδασμοί της συμβαίνουν. Ο καμπουριασμένός ράφτης ανοίγει το παραθυρόφυλλο και τρίζουν οι μεντεσέδες. Οι κάλυκες απ' το φως ξεγελάστηκαν -κι ας είναι κρύο ακόμη, κι ας είναι βράδυ στο μυαλό της Εμμέλειας ακόμη, να, λοιπόν, γιατί ο ήλιος είναι πλάνος- αναθαρρούν, λοιπόν, οι κάλυκες κι ανοίγουν. Και τα τσόφλια σπάνε. Κρακ, κρακ, αμέτρητα κρακ, αμέτρητες εκρήξεις υπόκωφες και να 'σου νεοσσοί, νεογνά, γυρίνοι και φασκιωμένα νιογέννητα να σπαρταράνε τρυφερά και παιχνιδιάρικα. Και να, που το γράμμα-ρίζα είναι χυμός και ξάφνου πλανεμένος κι αυτός με τη σειρά του, ξημερωμένος από την θέλησή του να πετάξει που εκτοξεύτηκε ήδη στα ψηλά και χορεύει ηδονικά, στροβιλιστά στον απάνω κόσμο των κλωναριών. "Πού να πάω, πού να πάω;", ξεφωνίζει τρελαμένος", "λαβύρινθος οι κατευθύνσεις των κλωναριών και κοίτα να δεις που δεν θέλω μήτε ένα μίτο!" Δίνει μια το γράμμα-χυμός κι εκσφενδονίζεται στο μίσχο ενός από τα τόσα λουλούδια του λαβυρίνθου. Κει κουρνιάζει κι έτσι τροφαντό, αφήνει τη μέλισσα να το ξεζουμίζει όσο τραβάει η όρεξή της, το παιδί να χώνει τη μύτη του και να ρουφά το άρωμά του για όσο, μα όσο θέλει, τη γυναίκα να ξεπατικώνει την ομορφιά του και να βγαίνει το βράδυ με ματοτσίνουρα παρόμοια, τον άντρα ν' αδιαφορεί δήθεν επιδεικτικά, μα να λέει όλος καμάρι μέσα του:" Θα γίνεις καρπός και με σένα θα θρέψω τη γυναίκα μου και κείνη τα παιδιά μας, κι όλοι χορτάτοι θα μπορούμε όταν ξεμυτίσουν πάλι οι ανθοί να λέμε τα ίδια". Έτσι, τροφαντό το γράμμα-ανθός, δε φοβάται μη τυχόν στερέψει, δε φοβάται. Μα σαν έρχεται το Καλοκαίρι, από το γράμμα-ανθό, ποτέ καρπός δε βγαίνει. Κι απ' το λαβύρινθο τόσα τα φρούτα, όσα όλα μείον ένα. Το γράμμα-ανθός με το φως, με τον ήλιο, με τα συνεχή ξημερώματα των επιθυμιών του, εξατμίζεται. Πάει στα σύννεφα, πάει στα αερόστατα, πάει στα πουλιά, πάει στα άυλα κύματα, πάει δώθε, πάει πέρα, πάει καβάλα στον αγέρα. Είναι ήδη εκεί που ήθελε: Στο ταξίδι.

"Έι, ξύπνα! Πρέπει να φύγει η φελούκα", φώναξε η Φυγή. Ωραία φελούκα, σαν φ, με μια καρίνα που χώνεται βαθιά στο νερό και όρισε το Αβύθιστο Πλεούμενο Των Ονείρων. Μακρύ όνομα για φελούκα, μα ήταν απ' τις λίγες φορές που στην πολιτεία των λέξεων η Αλήθεια χρειάστηκε παραπάνω από μια λέξη για να στρογγυλοκάτσει άνετα. Η φελούκα για τους ταξιδιώτες που ταξιδεύουν κι ονειρεύονται, δε βυθίζεται ποτέ. Κι έτσι, την είπαν ΑΠΤΟ.

"Οκ", συναίνεσα, "φεύγω με το ΑΠΤΟ, μα...", καθώς ξεμάκραινα σκέφτηκα να ρωτήσω, "μήπως ξέρεις πού θα βρω το πανί του ΑΩ, Φυγή;". Είχε ήδη φύγει, σάμπως έκανε και τίποτ' άλλο; Όλο έφευγε...

Έτσι κι εγώ φεύγω. Αφήνω για πρώτη φορά την πολιτεία των λέξεων και ω...Τι ώρα είναι; Πρωί ή βράδυ;
 
posted by mistounou at 4:50 AM | Permalink | 5 comments
Wednesday, November 16, 2005
Πού πήγε η Μις του Νου;
Μου 'στειλε γράμμα τις προάλλες. Πάει, λέει, να ξεκοκκαλίσει τσίρους στην επάνω γειτονιά. Μα, δεν μπορώ...Τη θέλω εδώ...Μπορεί να μην έχω να τη φιλέψω τσίρους, αλλά έχω διαφόρων ειδών μεζεδάκια. Της έχω παλαιωμένο κρασί περισπωμένης, της έχω χαβιάρι από τελείες και πιπεριές καυτερές από κόμματα. Για επιδόρπιο της έχω ένα καλάθι γευστικά αρωματικά, μ' ένα θαυμαστικό σε σχήμα κροντηριού, γεμάτο με δροσερό λιμοντσέλο...Τι, δεν τα θέλει; Μα γιατί να μην τα θέλει; Τι παραπάνω μπορεί να έχει ένας τσίρος;

Δέχομαι, ειλικρινά, ότι θα βρει στη νοστιμιά του την αύρα του δρόμου. Και καθώς θα τον μασουλά, θα αναδύονται οι οσμές της περιπέτειας. Ίσως και να ματώσει από τις γρατζουνιές το κεφαλάκι της, καθώς είναι πολύ πιθανό να τον διεκδικήσει μετά από αδυσώπητους γατοκαβγάδες. Ίσως και να τον ψαρέψει μόνη της, ή ακόμη καλύτερα, ίσως να τον κλέψει από ουζερί συνοικιακό, καθώς αυτός θα λιάζεται για να ψηθεί στους χυμούς του. Το δέχομαι, αυτός ο τσίρος, ίσως να αποτελεί ένα δικό της τρόπαιο, αλλά τα δικά μου τα καλούδια να τα απαρνηθεί έτσι;

Άδικο, άδικο είναι...Όχι πως την κατηγορώ, αντίθετα μάλιστα. Αλλά να, σκέφτομαι τι θα μπορούσα να κάνω για να την πείσω ότι διαθέτω κι εγώ λίγη από την περιπέτεια που ψάχνει. Πείτε της κι εσείς, άμα τη δείτε. Πείτε της για μένα. Πώς την ψάχνω. Πώς πασχίζω να καταλάβω τι πρέπει να κάνω για να μην αλητεύει. Πως καταλαβαίνω τα επιπόλαια ζευγαρώματά της καταμεσής του χειμώνα. Πως και μια αγκαλιά παιδιά να μου φέρει, θα τα θέλω κι εκείνα. Πείτε το...

Περιμένοντάς τη Μις του Νου, ομολόγησα όλα τα παραπάνω και συνομώτησα σε όλα τα παραμέσα. Αυτά που δεν είπα. Αυτά που δεν ξέρω κι αν υπάρχουν ακόμη. Έφυγε η πιτσιρίκα γαλή και όλα τα καλούδια μου δεν είναι και τόσο νόστιμα χωρίς την δική της παρέα. Το παραδέχομαι. Το παραδέχομαι. Γι' αυτό, πείτε της ότι δεν ξέρω τι να κάνω με όλες εκείνες τις ακριβές τελείες, τα γευστικά ερωτηματικά, τα καυτερά κόμματα, τις μεστωμένες περισπωμένες και τα δροσερά θαυμαστικά. Μονάχα κάτι εισαγωγικά κρατώ στα χέρια μου και τα γυροφέρνω ωσάν κομπολόι. Τα χτυπώ, τα κουδουνίζω, σχεδόν μουσική βγαίνει μα αμφιβάλλω εάν είναι δική μου. Είναι μάλλον γέννημα θρέμμα μίας γιγάντιας σύμπτωσης, που τυχαίνει πάντα να μου θυμίζει κάτι.

Λόγια σοφών μαζί με τα εισαγωγικά, ήχοι τολμηρών μαζί με τα εισαγωγικά, γράμματα αγαπημένων μαζί με τα εισαγωγικά, θεωρήματα, γραφήματα, ακατανόητα σκιαγραφήματα μαζί με τα εισαγωγικά. Να, όλα τούτα κι αν φαίνονται πολλά, δεν είναι δικά μου. Ανήκουν εκεί, ανάμεσα σε δυο εισαγωγικά, είναι πολλά μα δεν είναι δικά μου.

Πού πήγε η Μις του Νου; Πείτε της, άμα τη δείτε τα καλούδια είναι απλωμένα στο τραπέζι. Και δεν θα την βάλω να καθίσει να φάει σαν άνθρωπος, ούτε θα της πως ξανά για savoir vivre. Ας περπατήσει επάνω του, ας τριγυρίσει στο τραπέζι με τα τέσσερά της πόδια, ας ξαπλώσει, ας κοιμηθεί, ας πιει, ας φάει, μα ναρθεί μόνο. Ναρθεί....

Κι αν έρθει με μια αγκαλιά παιδιά κι έναν πατέρα παρέα, θα φύγω για λίγο. Έχω στην άκρη και δυο κόκκινα κεριά. Θα τα ανάψω, θα φτιάξω ατμόσφαιρα και θα αποχωρήσω διακριτικότατα. Θα υποκλιθώ διακριτικότατα στης ζωής την μέθεξη.


Φιλιά με τσικουδιές!
 
posted by mistounou at 3:43 AM | Permalink | 7 comments
Tuesday, November 15, 2005
Εδώ Κρήτη...
Τώρα, πώς έγινε, εγώ που πάλευα μονίμως με τους τόνους, τα γράμματα και τις τελείες να βρεθώ στο 1ο έτος της Σχολής Επιστήμης των Υπολογιστών του Πανεπιστημίου της Κρήτης, είναι πολύ μεγάλη ιστορία. Και ξαφνική. Άρον άρον έφυγα, ούτε πράγματα δεν πήρα, μόνο εμένα πήρα και λίγους εκλεκτούς αποχαιρετισμούς. Σα να σας χαιρετάω κι εσάς τώρα, ή μου φαίνεται;

Όχι, εσείς, πάντα εδώ είστε κι εγώ πάντα εδώ είμαι. Απλά περπατώ με τα ίδια πόδια, μα σε άλλη πορεία. Ακόμη δεν έχω συνειδητοποιήσει τι συμβαίνει, είναι αλήθεια αυτό. Το παραδέχομαι. Αλλά, σιγά σιγά, ξεμύτισα στην πόλη, γνωρίστηκα με τους δρόμους της, και τ' αμφιθέατρα. Ναι, και τ' αμφιθέατρα. Αυτά, που μπαίνω μέσα το πρωί και σα να άρχισα να πιστεύω ότι μου είναι οικεία.

Τα λέμε σύντομα!
 
posted by mistounou at 2:47 AM | Permalink | 14 comments
Tuesday, November 08, 2005
Μαλαματένιες γυναίκες
(Φωτογραφία, Gabriel E. Sotelo)


Αναβρασμός. Παράγκες δεξιά κι αριστερά, να τις χωρίζει η οδός Μ. Κακαρά κι αυτές να θεριεύουν, να εξαπλώνονται αγκαλιάζοντας όλο το Κουρέντι. Κι ένα καρνάγιο, ‘κει στη μέση, να σφυρηλατεί την όψη της ανάγκης για πολλές γενιές, να γεννοβολά ιστορίες θαλασσινές, να φιλοξενεί τύπους και τύπους, αυτούς που κουβαλούσαν την αλλοτινή αυθεντικότητα.

Και από πάνω, δυο ταβερνάκια όλα κι όλα και γύρω γύρω παιδιά να τρεχοβολάνε ξυπόλυτα, να παίζουν με ξύλα, να παίζουν με τενεκεδάκια, να σκαρφαλώνουν επάνω στα κατάρτια, να κρύβονται στις βάρκες, να εξορμούν στα γύρω περιβόλια, πειρατές της ξηράς αυτά, και λεία τους τα ζουμερά πορτοκάλια.

Και ξοπίσω σκυλιά. Και γάτες κι ένα σωρό πουλιά, όλα μαζί να συγκατοικούν μέσα την απόλυτη έκφρασή τους, όλα μαζί να συνταιριάζουν με τους ανθρώπους, τι κι εκείνοι από τη γη και τη θάλασσα περίμεναν να φάνε. Τι κι εκείνων τα σπίτια, δεν απείχαν πολύ από τις φωλιές των σπουργιτιών. Ξύλινα όλα, μια σταλιά όλα, και μέσα, εντελώς παράδοξα, να κοιμούνται ως και δεκαπέντε νοματαίοι. Και κότες παραπέρα, ίσως κι αυτές να κοιμούνταν το βράδυ μέσα στην παράγκα, μα το πρωί ξαμολιούνταν κυνηγώντας τα απόνερα των μπουγάδων κι ενισχύοντας με τα κακαρίσματα τα ξεφωνητά της ημερήσιας λάτρας.

Νοικοκυρές οι προσφυγοπούλες, πολύ νοικοκυρές. Κι αν είχε χώμα το σπίτι τους αντί για πάτωμα, ντρεπόσουν να μπεις μέσα. Κι αν έμπαζε η σκεπή του σπιτιού τους, νόμιζες ότι είναι πιο ζεστό κι απ’ την καρδιά τους. Τόσο μεγάλη η καρδιά που μέσα στο λαβύρινθο των αναγκών αγαπούσαν τα παιδιά τους κι ας ήταν δέκα. Τ’ αγαπούσαν το καθένα ξεχωριστά και μαζί μ’ εκείνα, αγαπούσαν απλόχερα κι όλα τα άλλα. Τ’ άφηναν να γεύονται με λαιμαργία την άκρατη ελευθερία τους και σαν έγερνε ο ήλιος, βγαίναν μια μια και αρχίζαν τα καλέσματα.

-Κατινάαακ! Θα λα ν’ έρθς;
-Τώρα…
-Έλα μέσα μαρή, σε λέω!

Κι η Μαρία και το Φωτάκι κι ο Παναής κι ο Λάμπος κι ο Διάσκατζος κι ο Γιαγκούλας κι Μελπομένη, άλλος με όνομα, άλλος με παρατσούκλι. Άλλος με όνομα κι άλλος με χάρη. Και σαν τα παιδιά μαζεύονταν, τρέχαν οι προσφυγοπούλες να βρουν τους άντρες τους. Αν δεν μπάλωναν δίχτυα, θα ψάρευαν, αν δεν καλαφάτιζαν, θα στήνανε κουβέντα πλάι σε φωτίτσες σιγανές και λίγο πλούσιο οίνο.

Γυναίκες βράχοι, οι προσφυγοπούλες, ρίζωναν στα «θέλω» τους στιβαρά, κι έτσι, κάπως έτσι, η μνήμη τους έμενε ριζωμένη στα παλάτια που άφησαν αλαφιασμένες πίσω τους. Κι έτσι, κάπως έτσι ριζωμένες, να μην μπορούν να κατανοήσουν τις σειρήνες τις εξαθλίωσης, να νομίζουν ότι είναι ακόμη αρχόντισσες μα κι από την άλλη, να ειρωνεύονται με την χαρακτηριστική αθυροστομία τους, τους χαλεπούς καιρούς που έσπευσαν να αλέσουν την καλοζωισμένη τους όψη.

Μερακλούδες παρέμειναν, ως να είχαν ακόμη μπροστά τους παστουρμάδες, τροφαντά χοιρομέρια και άφθονα θαλασσινά, ως να είχαν ακόμη μπακλαβάδες στα ταψιά τους, καλογυαλισμένα τα σερβίτσια τους κι άθικτα τα προικιά τους. Και πιστές στην Παναγιά τους παρέμεναν, δεν την κατηγόρησαν ποτέ για το κακό που τις βρήκε, άρπαξαν μέσα απ’ τους καπνούς μα φυλαχτό, μα εικονίτσες, μα λιβάνι, μα ένα τάμα. «Κάνε να γλιτώσουμε Παναϊτσα μου και θα σε κάνω αρχόντισσα όπου κι αν βρω λιμάνι». Κι αν δεν είχαν να φάνε, η Παναγιά είχε το λάδι της στο καντήλι. Κι αν δεν είχαν να μείνουν, η Παναγιά είχε το σπίτι της.

Και πιστές στους άντρες τους παρέμεναν, δεν βαρυγκομούσαν ποτέ σαν μπάρκαραν για μήνες ολάκερους με τα καράβια, άρπαξαν μέσα απ’ τους καπνούς μα στέφανα, μα νυφιάτικη φωτογραφία.

Έτσι, με φασαρία πολλή, με σαματάδες και φωνές, με αμέτρητα παιδιά να μπλέκονται στα πόδια τους και να φτάνουν να μην ξεχωρίζουν ποιο είναι ποιο, με ζωντανά να μην τους λείπει η έγνοια και το μεζεδάκι, έτσι με φασαρία πολλή πορεύονταν εκείνες οι γυναίκες. Και σαν τα παιδιά μεγάλωναν, να τα χαιρετάνε, δήθεν πως δεν στενοχωριούνται που τα χαιρετάνε. Να φεύγουν τα αγόρια μπαρκαρισμένα με τη σειρά τους και τα κορίτσια παντρεμένα με τη σειρά τους.

Και να που εκείνες οι γυναίκες που άφησαν τα μαλάματα να καπνίζονται στη Σμύρνη και στην Πάνορμο και στην Πόλη και στο Αϊβαλί και στον Μαρμαρά, να σου γελούν και να σ’ ορμηνεύουν και να νομίζεις ότι τα μαλάματα δεν χάθηκαν ποτέ. Μαλαματένιες γυναίκες, που ήθελαν δεν ήθελαν, έπρεπε να ειρωνευτούν τους χαλεπούς καιρούς με μια αθυροστομία κι ένα δήθεν «δε με νοιάζει».

-Έλα να με γράψεις ένα γράμμα για το Διάσκατζο, που δεν ξέρω γράμματα εγώ.

Είπε με την χαρακτηριστικά λεπτή φωνή της η κυρά Χαϊδεμένη, στο θείο μου το Νίκο.

-Να σου γράψω κυρά Χαϊδεμένη!
-Γραφς αγοράκι μ’;
-Γράφω.

Σκέφτεται μια δυο στιγμές το πολύ, ανασκουμπώνεται, η κυρά Χαϊδεμένη και λέει με μια ανάσα:

-«Διάσκατζε, τα λεφτά που μ’ έστειλες τα ‘λαβα. Να με στείλεις κι άλλα κακόψοφο να ‘χς!»

Απόρησε ο θείος μου! Πιο μικρό γράμμα δεν έγραψε ποτέ του. Και τι γράμμα, από μια μάνα που έχει να δει το παιδί της πάνω από χρόνο κι αντί να ξεστομίσει μια γλυκιά κουβέντα, είπε δυο λόγια σταράτα, μονάχα για λεφτά και μια απειλή θεόρατη.

Μα ποτέ δεν αμφέβαλλε ο θείος μου για την μαλαματένια καρδιά της κυρά Χαϊδεμένης. Ήξερε, παρόλο που το παράδοξο της ιστορίας μένει ακόμα στο μυαλό του, πως η γυναίκα εκείνη, σαν όλες τις άλλες, έμενε ακόμη περήφανη σαν να ‘ταν αρχόντισσα κι αναγκάστηκε να ειρωνευτεί τους χαλεπούς καιρούς με την αθυροστομία της. Κι ίσως, κάπου βαθιά, η κυρά Χαϊδεμένη, να συμφώνησε μυστικά με τον εαυτό της πως όλα τα δάκρυα στέρεψαν, όταν αρχόντισσα ακόμη πάσχιζε με δαύτα να σβήσει τις φωτιές της Σμύρνης.
 
posted by mistounou at 7:43 AM | Permalink | 10 comments
Monday, November 07, 2005
Κάτι ακόμη για το Λάμδα
Λύγισε φιλί να πιάσω
να το λιάσω, να το κλάψω,
λέγε λόγια να χορτάσω
να τα κλέψω, να τα πλάσω.

Λύγισε κορμί να λύσω
των λαθών μου να λακήσω,
λέξεις λάγνες να λοξεύουν
και λιλιά φιλιά να σπέρνουν.

Λύγισε κορφή ν’ αλέσω
στο λαιμό αγκαλιά να πλέξω,
λάμια λύσσα, λάμια πλύστρα
στα λιοτρίβια αλυχτήσαν.

Λύγισε λιγάκι αλώνι
για να δω αν ήλιος λιώνει
και η λάσπη και η πλάση
αν λογιάζει ν’ αλαλάξει.

Λύγισες πολύ, καλέ μου,
λογαριάζω παρελαύνεις
λίγα λόγια ν’ αλητεύουν
και λιλιά φιλιά να σπέρνουν.
 
posted by mistounou at 6:24 AM | Permalink | 15 comments
Κάτι για το Λάμδα
Λοιπόν…λέω λογικά λαλήματα
λουσμένη λάβες, λιοπύρια
και λιοτρόπια. Μα λάλησα,
λωλάθηκα λιγάκι, δε νομίζεις;
Λουλούδια λύτρωσα, λέει, λευκά,
λεμόνια λαχτάρησα, λέει, λιγνά
και λέκιασα, λέει λαχούρια με «Λα».
Καραμέλα πάλι πιπιλάω με «Λα»,
ουρανίσκο πάλι πιτσιλάω με «Λα».
Γέμισα «Λα», «Μι Φα Σολ Λα»,
πάω ψηλά κι άλλο ψηλά.
Πάω καλά; Και πόσα «Λα»
θα ‘χει η μηλιά; Τα θέλω όλα
κι ας είν’ πολλά. Τα θέλω όλα
να βγει μιλιά. Λαλιά και Λα
και Λάμδα πολλά.
 
posted by mistounou at 6:19 AM | Permalink | 4 comments
Sunday, November 06, 2005
Μάτια ζεστά
(Φωτογραφία, Werner Branz)
...

Μάτια μεγάλα και ζεστά. Που καμαρώνουν ντροπαλά για ό,τι βλέπουν εντός τους. Μάτια παιδικά, που ακόμη απορούν για το φως τους. Που τρεμοπαίζουν δειλά, μην τύχει και γίνουν αδιάκριτα, μην τύχει και πιστέψουν σ’ ό,τι βλέπουν, μην τύχει κι αιχμαλωτιστούν απ’ τη μαγεία. Μάτια ντροπαλά. Μάτια μεγάλα και ζεστά. Αλλοπαρμένα τρυφερά από τα όνειρα που χτίσαν, μάτια. Μάτια νοσταλγικά. Που ανοίγουνε την πόρτα ευγενικά, σε ξένα παρελθόντα και διπλανών ιστορίες, που βλέπουν πριν δουν, βλέπουν πριν δουν, βλέπουν ό,τι δεν είδαν. Μάτια σοφά. Και να κρούουν εντός τους τα σήμαντρα, να χαϊδεύουν της ζωής τους το απόσταγμα σχεδόν πλανεμένα. Σχεδόν μαγεμένα. Σχεδόν στοργικά. Μάτια. Μάτια. Μάτια μεγάλα και ζεστά. Μάτια παντρεμένα με το μέλι και το μύρο, μάτια σκορπισμένα στων μυστικών το μεγαλείο, μάτια πικρά. Μάτια πονεμένα, παιδικά. Μάτια που θηλάζουν ακόμη τη μάνα, μάτια που κρατούν απ’ το χέρι τη λάβα, μάτια. Μάτια, σου λέω, μάτια γλυκά. Μάτια που δεν ξέρουν τι θα πει «περπατάω», μάτια που στα δάχτυλα παίζουν το «πετάω», μάτια πάλι και πάλι ντροπαλά. Μάτια, σου λέω, σπινθηροβόλα κι ερευνητικά. Μάτια που χορεύουν στους ιστούς των αναμνήσεων, μάτια που θαρρείς πως μαλώνουν στις κόχες των αρνήσεων. Μάτια αμήχανα, μα πιστά. Μάτια που λαξεύουν διαμάντια σε πρόσωπα, μάτια που σμιλεύουν δάκρυα σ’ εξώπορτα, μάτια που λατρεύουν στολίδια και χρώματα., μάτια. Μάτια φλογερά και θλιμμένα. Μάτια θλιμμένα. Μάτια θλιμμένα. Μάτια αγναντεμένα από μάτια φανερά και μυστικά. Μάτια αγαπημένα από μάτια περαστικά. Μάτια παραξενεμένα, σχεδόν περιπαικτικά. Μάτια, σου λέω, μάτια. Μάτια μεγάλα και ζεστά.
 
posted by mistounou at 4:45 AM | Permalink | 2 comments
Friday, November 04, 2005
Ένας γενναίος ήλιος


Ίσως επειδή ήταν πιο κοντά, εκεί σε ένα βουνό επάνω, μου φάνηκε πιο γενναίος ο ήλιος. Πιο δυνατός. Διάτρητη η εξυψωμένη πλάση από τις αχτίδες του και οι σκιές, κι αυτές, πιο γενναιόδωρες, πιο χορταστικές. Όσες τουλάχιστον μπόρεσαν να ξεφύγουν από τον πύρινο βιγλάτορα.

-Ουφ! Ζεσταίνομαι, ζαλίζομαι, ζητάω ζωή σχεδόν…
-Δεν πρέπει.

Κοίταξα δεξιά, κοίταξα αριστερά, ποιος μίλησε; Κανείς εκεί. Κοίταξα πάνω, κοίταξα κάτω, ποιος ακούστηκε; Κανείς κι εκεί. Κοίταξα μπρος, κοίταξα πίσω, ποιος λάλησε; Κανείς. Ούτε κι εκεί. Κοίταξα στον κόρφο μου, κοίταξα στα χέρια μου, ποιος, ποιος είναι; Κάτι με χάιδεψε στο δεξί αυτί μου. Κοκκάλωσα. «Μην κουνιέσαι καθόλου», σκέφτηκα, «καμμιά σκάρπια* θα ‘ναι!».

-Έτσι υποδέχεσαι μια κυρία;

Αχ, ποιος είναι, ποιος είναι, ποιος…Μμμμ….στάσου, έχω ένα καθρεφτάκι, το αγόρασα από το χθεσινό πανηγύρι, για να δω, λοιπόν…Το σήκωσα αργά το καθρεφτάκι, ανεπαίσθητα σχεδόν, στο ύψος του δεξιού μου αυτιού. Εκεί την είδα. Είχε ακουμπήσει το κεφάλι της στην πλούσια τούφα μαλλιών που γυροφέρνει ανήμερη εκεί στο πλάι, νωχελικά σχεδόν, είχε ακουμπήσει το κεφάλι της στην πλούσια τούφα των μαλλιών μου. Σταυροπόδι καθόταν, ωσάν μια κυρία και το κοντό φουστανάκι της, επέτρεπε στα πόδια της τα ντελικάτα να φανερωθούν. Καθόταν, επάνω στο αυτί μου! Και κουνούσε ρυθμικά τα ντελικάτα πόδια της, στο «πήγαινε» εκτινάσσονταν, στο «έλα» κράδαιναν τον λοβό. Ξάφνου, μια λάμψη στο καθρεφτάκι, εκτυφλωτική!

-Μη, πονάω! Τα μάτια μου…Δεν έχεις τρόπους τελικά. Δεν πρόκειται να γίνεις κυρία.
-Συγγνώμη, δεν το ήθελα. Επίτηδες το έκανα…
-(Ξεσπάει σε γέλιο γάργαρο). «Επίτηδες»; (Ξαναγελά).
-Ναι, επίτηδες, συγγνώμη κιόλας…
-Δηλαδή, το ήθελες και το έκανες…
-Όχι, δεν το ήθελα.
-Τότε πώς το ‘κανες «επίτηδες»;
-Αυτό σου λέω, δεν το ήθελα, το έκανα επίτηδες!
-Χμμ… «επίτηδες» τι σημαίνει, ξέρεις;
-Κάτι σαν…πως, πώς να το πω….Αυτό δηλαδή, «κατά λάθος».
-Χαχαχα! Γούστο έχεις!
-Μα γιατί γελάς;…
-Επίτηδες, σημαίνει εσκεμμένα.
-Τι;
-Άστο το «εσκεμμένα»…Λοιπόν… «Επίτηδες» σημαίνει…Ουφ! Δηλαδή, όταν λέμε «το έκανα επίτηδες», εννοούμε ότι «το έκανα επειδή το ήθελα, επίτηδες!»
-Ω…
-Εμ…
-Ω…Όχι, δεν εννοούσα αυτό…Εννοούσα ότι δεν το ήθελα…
-Εντάξει, το κατάλαβα! Λοιπόν;
-Τι;
-Τι λέγαμε;
-Σου ζήτησα συγγνώμη. Πόνεσαν τα μάτια σου με το καθρεφτάκι, θυμάσαι;
-Την δέχομαι, εννοείται…(Χαμογελά).
-Ποια είσαι; Γιατί λάμπεις έτσι;
-«Γιατί λάμπω, γιατί λάμπω», τι ερώτηση είναι αυτή; Θα ‘πρεπε να με ρωτήσεις πώς με λένε. Κι όταν θα σου απαντούσα, θα ήξερες και γιατί λάμπω.
-Ναι, ε; Εντάξει. Πώς σε λένε, λοιπόν;
-Λιογέννητη.
-Α! Είσαι από ‘κείνο το παραμύθι! Είσαι η κόρη του ήλιου!
-(Χαμόγελο κατανόησης). Κοντά έπεσες. Είμαι μια από τις πολλές κόρες του ήλιου. Όσο για το παραμύθι, είναι λίγο μπερδεμένο, ξέρεις…
-Μα είναι ένα παραμύθι, το ξέρω απ’ έξω κι ανακατωτά! Να στο πω; Για σένα μιλάει!
-Το ξέρω. Μόνο…που δεν είναι παραμύθι.
-Δεν είναι;
-Όχι, δεν είναι.
-Δηλαδή…
-Είναι αλήθεια.
-Δηλαδή…
-Είμαι αληθινή κι εγώ. (Χαμογελάει πάλι).
-Αααα…Χάρηκα! Ε, συγγνώμη, δε σου είπα το όνομά μου-
-Το ξέρω (με διέκοψε). Όπως, επίσης, ξέρω γιατί μπερδεύεις το «επίτηδες» με το «κατά λάθος».
-(Κοκκίνισα, καίνε τα μάγουλά μου πολύ!). Ναι, γι’ αυτό θα σου έλεγα κιόλας να έρθεις από το άλλο μου τ’ αυτί.
-«Πινακωτή, Πινακωτή, έλα από τ’ άλλο μου τ’ αυτί!» Χα, χα! Τι ωραίο παιχνίδι!
-Δεν είναι παιχνίδι! (Θύμωσα). Είναι κι αυτό…
-…αλήθεια. Αυτό θες να πεις;
-Ναι.
-Σωστά. Κι αφού τα ξεκαθαρίσαμε όλα, έρχομαι από το άλλο σου τ’ αυτί. Περίμενε.

Φσσστ! Φρουπ! Κοντοστάθηκε πεταρίζοντας για λίγο μπροστά από το πρόσωπό μου, μου ‘κλεισε το μάτι παιχνιδιάρικα και οοοοοπ! στρογγυλοκάθισε στο αριστερό μου αυτί.

-Αμμάαααννν…
-Τι;
-Δεν βολεύομαι καλά εδώ.
-Το ακουστικό, ε;
-Μμμ…ναι. Μη σκας, όμως, θα την βρω την άκρη. Καλέ; Πο πο…και τι ωραίο που είναι….(Ξερογλείφεται σαν να βλέπει ολόφρεσκια τούρτα σοκολάτα μπροστά της). Χάρμα! Πολύ συμπαθητικό! Τς τς τς…έχει και ροδελίτσα, βρε παιδί μου….κοίτα να δεις…
-Ναι, είναι για να δυναμώνεις και να χαμηλώνεις την ένταση! (αναθάρρησα).
-Σώπα…Κι αυτό το κουμπάκι, τι είναι;
-Άμα το κουνήσεις ανοίγει και κλείνει τελείως. Κι άμα το αφήσεις στη μέση, ακούς στο τηλέφωνο χωρίς, όμως, τους γύρω θορύβους!
-Πόπο….Τι λες; Μιλάμε, πολύ τεχνολογία, ε; Κουμπάκια δω, κουμπάκια κει….Πώς βγάζεις άκρη; Μπράβο…
-Ε, δεν είναι και τόσο δύσκολο…ξέρεις. (Ντροπαλά).
-Εγώ θα μπερδευόμουν, πάντως. Αλλά, μπράβο, όμως, ωραία τα καταφέρνεις…
-Ναι, αλλά…
-Τι;
-Δε μ’ αρέσει το χρώμα του…
-Χμμ…θα στο έλεγα κι εγώ.
-Ναι…Ναι, θα το ήθελα χρωματιστό.
-Μμμ…(τα μάτια της έπαιξαν χαρούμενα με νόημα). Όντως!
-Ξέρεις κάτι;
-Σ’ ακούω.
-Το αγαπάω κι έτσι που είναι. Καμαρώνω γι’ αυτό, καταλαβαίνεις; Από μικρό, που ήμουν, αυτό το πραγματάκι…Να, πώς να στο πω….Τα ξέρει όλα! Όλα τα μυστικά μου. Τα πάντα! (Παύση). Νομίζεις ότι υπερβάλλω;
-Ε, λίγο…
-Ό,τι θες πες. Εγώ το αγαπάω. Για όσο κάνει καλά τη δουλειά του, βέβαια…(Γελάω).
-Μμμ…ωραία βολεύτηκα τελικά.
-Μόνο πρόσεξε, μην πατήσεις το κουμπάκι και το κλείσεις «επίτηδες».
-Χα χα! (Παύση). Σοβαρά, τώρα. Κι επίτηδες να το κλείσω, πάλι θα με ακούς.
-Ναι;
-Ναι.
-Μα γιατί «ναι»;
-Όταν το κλείνεις, εσένα δεν σε ακούς;
-Με ακούω.
-Και πιο πολύ, μάλιστα, ε;
-Νννναι…Δηλαδή, ναι!
-Εσύ δεν έχεις καμμία διαφορά, είτε είναι ανοιχτό, είτε είναι κλειστό. Η ίδια είσαι.
-…
-Ίδια εισαι.
-Δηλαδή…
-Δεν αλλάζει τίποτα. Ο κόσμος γύρω σου είναι ο ίδιος. Ο αέρας είναι πάλι αέρας. Το χώμα είναι πάλι χώμα. Τα φύλλα που βλέπεις εκεί, είναι πάλι φύλλα. Ο ήλιος και οι κόρες του, όλα μένουν ίδια. Όλα εδώ μένουν, μικρή μου, όλα εδώ.
-Π….πώς;
-Δεν έχει «πως», απλά έτσι είναι. Και η σκληρότητα είναι εδώ, και η βία είναι εδώ, και η θλίψη, και τα κατορθώματα και τα λάθη. Όλα εδώ είναι. Τα πάντα είναι εδώ. Μένουν αλαζονικά, αυτάρεσκα, αμετάβλητα, αμετακίνητα και το μόνο που κάνουν είναι να σε προκαλούν να τα δεις όπως εσύ θέλεις.
-«Όπως εσύ θέλεις».(Επανέλαβα).
-Όπως εσύ θέλεις.
-Και ο ήλιος;
-Και ο ήλιος.
-Μα…
-Τι;
-Εμένα, γιατί μου φαίνεται πιο γενναίος εδώ πάνω; Κάτω που ήμουν, στον κάμπο, μου φαινόταν…πώς να το πω…απλά…Απλά ένας ήλιος και τίποτ’ άλλο.
-Θα σου πω κάτι. Πάντα γενναίος είναι ο ήλιος. Πάντα. Κι εσύ πάντα γενναία είσαι. Πάντα.
-Τότε, τι αλλάζει;
-Τίποτε άλλο, από το νόημα των ματιών σου.
-…
-Κατά βάθος, «επίτηδες» και «κατά λάθος», είναι τα ίδια πράγματα. Απλά, κάποια μέρα ξυπνήσαμε και είπαμε ότι η μια λέξη είναι το ένα και η άλλη το άλλο. Κατά τα άλλα, αέρας είναι και τα δύο. Ήχοι. Κωδικοποιημένοι ήχοι. Έτσι είναι όλα.
-Όλα;
-Όλα.
-Μα, τότε, πριν γιατί με διόρθωσες; Αφού ήξερες τι εννοούσα.
-Γιατί, τελικά, πρέπει να ζήσεις με αυτούς τους κώδικες. Κι όσο πιο γενναίο είναι να τους αποκωδικοποιείς και να λύνεις τα κουβάρια τους, άλλο τόσο γενναίο είναι να τους ανατρέπεις.
-Κι εγώ τι από τα δύο να κάνω;
-Εσύ ξέρεις καλύτερα από εμένα.
-Ναι;
-Ναι.
-Νομίζω ότι πότε κάνω το ένα και πότε το άλλο. Και τώρα που μιλάμε, έχω την εντύπωση…
-Ναι;
-Ότι γίνονται και τα δύο μαζί.
-Γι’ αυτό σου φαίνεται ο ήλιος πιο γενναίος.
-Ουφ, ζεσταίνομαι, ζαλίζομαι, ζητάω ζωή σχεδόν…
-Δεν πρέπει. Με τα δικά μου μάτια, είσαι γενναία. Όπως τότε που ήσουν στον κάμπο και ο ήλιος σου φαινόταν «απλά ήλιος».
-Και με τα δικά μου μάτια; Με αυτά τι γίνεται τώρα;
-Άστα να ξεκουραστούνε λίγο. Σου δίνω για λίγο τα δικά μου.

Και τότε, λέει, κοιμήθηκα. Με το μισό κορμί διάτρητο από τον ήλιο και το άλλο μισό να χορταίνει από σκιά. Και μια Λιογέννητη, στο προσκεφάλι μου, που της χρωστούσα ένα γενναίο βλέμμα.




*σκάρπια=ο σκορπιός, έτσι όπως τον λέει η γιαγιά μου.
 
posted by mistounou at 10:06 AM | Permalink | 4 comments
Thursday, November 03, 2005
Ήταν, λέει...


Ένας φίλος είπε, «Χμμμ... Φαντάζομαι ότι κάποιες μνήμες έχουν γεννηθεί για να παραμείνουν μνήμες. Είναι αυτές που όσο ωριμάζουν, τόσο ορίζουν ένα συνειδητοποιημένο χαρακτήρα. Που όσο παλιώνουν, τόσο θυμίζουν ένα καλοσφραγισμένο μπουκάλι κρασί.».

Το άνοιξα μόλις τώρα. Το ανοίγω κάθε φορά που γράφω. Το ανοίγω κάθε φορά που μιλάω σε φίλους. Το ανοίγω κάθε φορά που θέλω να χαρίσω λίγο από τον εαυτό μου. Δε θυμάμαι να το σφράγισα ποτέ. Πάντα ανοιχτό είναι. Και τι περίεργο, το κρασί με το οποίο λούζομαι εντός μου, δεν μοιάζει να έχει ξεθυμάνει. Όχι, η γεύση αλλάζει, το χρώμα αλλάζει, η υφή του αλλάζει, η οξύτητά του αλλάζει, αλλά η έντασή του είναι αναλλοίωτη.

Φέρνω, μόλις τώρα το ποτήρι στα χείλη μου. Τα χείλη του και τα χείλη μου, με λίγο κρασί εγκλωβισμένο ανάμεσα. Το αφήνω εκεί. Επιτρέπω στον αέρα, να το εξατμίσει για να δω τον οίνο να μεταβάλλεται σε αυτοσχέδιο κραγιόν που βάλθηκε να με στολίσει με πάθος. Κάπου εκεί στις πτυχές των χειλιών, έμειναν κατακόκκινα ρυάκια που κουβαλούν ιστορίες για αμπέλια.

Ήταν, λέει, ένα αμπέλι κάτω από το παράθυρό μου. Και το πρωί, κάθε πρωί που ξύπναγα, η πρωινή δροσιά λαμπύριζε μαλακά επάνω στο πράσινο. Και γαλαζόπετρα παντού. Να σπινθηροβολεί σα να θέλει να απαλλαγεί από το βαθυκύανο χρώμα της. Και φωνές, ολόγυρα από το αμπέλι, να μπερδεύουν κι αυτές με τη σειρά τους, πράσινο και μπλε, να απορούν τι μυρίζει πιο πολύ: ο ανερχόμενος μούστος ή το προαιώνιο χώμα; Οι άγουροι καρποί του Κόσμου ή η παραζάλη των μεστωμένων χυμών;

Ν’ απορούν οι φωνές και να τις βάζει σε τάξη η ανάγκη. Να τους λέει: «Μπείτε μέσα στο χορό του χωραφιού, χαϊδέψτε τα αμπέλια, τρυγήστε τα αμπέλια, πιείτε τα αμπέλια. Μα σταθείτε: Πριν πιείτε, πρέπει να είστε έτοιμοι για τον Έρωτα». Βιάστηκαν να απαντήσουν αλλότρια, οι φωνές. Και η ανάγκη το μόνο που έκανε ήταν, να σηκώσει τους ώμους, λες και ξεστόμιζε «εγώ, πάντως, σας προειδοποίησα…».

Και κει, που όλα ήταν αβέβαια, ήρθαν οι θεατρίνοι. Πάνω σε μουλάρια, να κουδουνίζουν χαϊμαλιά, απολύτως βέβαιοι για κάθε χνάρι που ακούμπησαν στην πλάση. Και να τραγουδάνε οι θεατρίνοι, να ξεσηκώνουν σε γλέντι τις φωνές και οι φωνές να γίνονται λέει, φώτα. Τόσο συμπαγή τα φώτα, που νόμιζες ότι ήταν υπάρξεις, νόμιζες ότι έβλεπες σκυφτές αντρικές φιγούρες, σκεφτικές γυναικείες μορφές, κορίτσια να εκστασιάζονται, κοντυλοφόρους να σπεύδουν να αδράξουν την έμπνευση, μαυροφορεμένες να μάχονται με τη ματαιότητα, αγόρια να κυνηγάνε το άπιαστο με τις σφεντόνες, μωρά να λικνίζονται σε νάκες, γέρους και γριές να περπατούν πλάι πλάι, μητέρες να γίνονται γυναίκες, πατεράδες να γίνονται φλογεροί εραστές, πουλιά να κολυμπούν στα σύννεφα, ψάρια πολύχρωμα να ερωτροπούν. Τόσο συμπαγή τα φώτα, που μπορούσες μέσα τους να δεις την Αγάπη να δοκιμάζει περίεργη το κρασί. Τόσο συμπαγή που έβλεπες, ναι, έβλεπες, τον Λόγο να σωπαίνει.

Κι αφού το σκηνικό στήθηκε στη μέση του αμπελιού, περίμεναν όλοι να βραδιάσει. Να βγει η Μνήμη Σελήνη, να της πούνε κάλαντα και καλημέρες. Να της πούνε να σιάξει λίγο το γιακαδάκι της, να αφήσει, όμως τα τσουλούφια της ατιθάσευτα, να μην την νοιάζει, στην τελική, όπως κι αν είναι. Τόσο την αγαπούν, ως φαίνεται, που, στην τελική, την θέλουν όπως είναι. Και μίλησε, η Μνήμη Σελήνη. Μίλησε. Είπε:

«Ένα μπουκάλι αστείρευτο για τον καθένα σας. Σύρετε να πιείτε!».
 
posted by mistounou at 11:42 AM | Permalink | 7 comments
Tuesday, November 01, 2005
Πορτρέτο

Ποιος σκηνοθέτης διάλεξε το φωτισμό; Είναι απαράδεκτος...Κρύβει χωρίς λόγο τις ρυτίδες μου. Αυτήν εκεί που γεννά η αφοσίωση, στο μέτωπο χαμηλά κι ανάμεσα στα φρύδια, είναι η αγαπημένη μου. Και όλες τις ντροπές μου...Σα να τις ξεπλένει. Δεν μου αρέσει. Τις έχω για στολίδια, τις φοράω όταν ανταμώνω με τον εαυτό μου, τις χρειάζομαι για να του απαντήσω όταν θα μου πει: Γιατί δεν είσαι ακόμη σοφή; Για να του πω:

...Λοιπόν, κοίτα εδώ! Εδώ, σ' αυτή τη γραμμή τα χείλη μου κάπου ανάμεσα σε χίλιες αμήχανες συσπάσεις ζωγράφισαν μικρές μικρές χαρακιές ολόγυρα. Τις βλέπεις; Είναι οι ρυτίδες όλων των φλερτ, όλων των "δεν ξέρω τι να πω τώρα", όλων των "ντρέπομαι που με κοιτάς", όλων των "θα σε κοιτάω ώσπου να χαμηλώσεις το βλέμμα". Κοίτα πιο δίπλα. Δεν υπάρχει τίποτα. Όσο και να χαμογελώ, δεν είναι αρκετό για να αποτυπωθεί στα μάγουλά μου. Είναι που υπάρχει ακόμη το αίμα από κάτω να κοκκινίζει την επιφάνεια. Ποταμός, οι εσώτερες κόκκινες ροές, θρέφουν τα μάγουλα κι είναι μονίμως άγουρα λουλούδια. Ποιος φωτογράφος αγνόησε την κούραση των ματιών μου; Εργάτες αδιάκοποι, ατέρμονοι, σκληροτράχηλοι. Κοίτα καλά: Τα μάτια αυτά δεν μιλάνε μονάχα για γλύκα. Σου λένε για αγώνα. Σου λένε για περιέργεια. Σου λένε για προσμονή. Σου λένε ότι ακούν, γεύονται, αγγίζουν, μυρίζουν και λιγότερο βλέπουν. Σου λένε, γιατί μιλούν πολύ κι ακατανόητα, κάτι για κλειδαρότρυπες, για οφθαλμαπάτες στο μισοσκόταδο, για περιστεριώνες το απομεσήμερο. Κάτι για ενοχές, ψελλίζουν, κατι για πράγματα που θα προτιμούσαν να μην υπάρχουν. Σου λένε και για ευχές τρομακτικές, σου λένε "γίνεται να εκδικηθώ σήμερα για τα πάντα"; Μη σαστίζεις, τις έχω για στολίδια μου τις ντροπές, τις φοράω μαζί με τα καλά μου, όταν έρχομαι να σε βρω. Και, μάθε το, κάτω από το κάθε μου λογύδριο, δεν είναι τίποτα άλλο από μία απλή, ξεκάθαρη διατύπωση: Είμαι εδώ μαζί με το παρελθόν μου. Κι αν εσύ τρομάζεις, εγώ ξέρω ότι μου αρέσει να έχω μπροστά μου μία λευκή κόλλα χαρτί που ποτέ δεν θα παραδώσω άγραφη.
 
posted by mistounou at 9:08 AM | Permalink | 9 comments
eXTReMe Tracker