
Κι αφού οι καλοκαιρινές αποδράσεις δεν έγιναν επαρκή αναγνώσματα, διψάω πολύ ακόμη.
Δεν πρόλαβε η αρμύρα να εξατμιστεί.
Δεν μπόρεσε το τζιτζίκι τελικά να παντρευτεί.
Ξεχάστηκε στη σαγηνευτική έλξη της ρετσίνας κι άφησε τη νύφη Ημέρα να νυχτωθεί απαλά.
Τόσο απαλά. Τόσο απαλά που.
Τόσο απαλά που λησμονήθηκε.
Λησμονήθηκε η νύφη Ημέρα μαζί με τους Ήρωες τους λουσμένους λιόγερμα.
Γιατί μου πήραν το κόκκινο;
Εγώ θέλω να χρωματίσω με αυτό την αναμονή.
Γιατί μου πήραν η Ημέρα και οι Ήρωες το κόκκινο;
Βιάζομαι να βάψω το περβάζι.
Αυτό που βγαίνω να δω αν θα με δεις.
Μια κλίση αναπάντεχη πήρε το ποτάμι.
Βλέπει φράγμα εμπρός του κι αλλαλάζουν οι λέξεις. Αυτές, που αφροδύονται από τις συγκρούσεις. Αυτές, που γίνονται σαν ορμή και θέληση αγκαλιαστούν.
Βράχος το δεύτερο.
Ύδωρ το πρώτο.
Απ' αυτό θέλω, γιατί διψάω πολύ ακόμη.
πέτρινα χρόνια;