<?xml version='1.0' encoding='UTF-8'?><?xml-stylesheet href="http://www.blogger.com/styles/atom.css" type="text/css"?><feed xmlns='http://www.w3.org/2005/Atom' xmlns:openSearch='http://a9.com/-/spec/opensearchrss/1.0/' xmlns:georss='http://www.georss.org/georss' xmlns:gd='http://schemas.google.com/g/2005' xmlns:thr='http://purl.org/syndication/thread/1.0'><id>tag:blogger.com,1999:blog-13194116</id><updated>2011-04-21T21:20:22.443-07:00</updated><title type='text'>Μις του Νου</title><subtitle type='html'></subtitle><link rel='http://schemas.google.com/g/2005#feed' type='application/atom+xml' href='http://mistounou.blogspot.com/feeds/posts/default'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default?max-results=100'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://mistounou.blogspot.com/'/><link rel='hub' href='http://pubsubhubbub.appspot.com/'/><author><name>mistounou</name><uri>http://www.blogger.com/profile/11152482943784854958</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><generator version='7.00' uri='http://www.blogger.com'>Blogger</generator><openSearch:totalResults>65</openSearch:totalResults><openSearch:startIndex>1</openSearch:startIndex><openSearch:itemsPerPage>100</openSearch:itemsPerPage><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-13194116.post-5440294459680769107</id><published>2007-04-10T04:55:00.000-07:00</published><updated>2007-04-10T04:56:50.545-07:00</updated><title type='text'>Πινακωτή πινακωτή</title><content type='html'>...Έλα από τ' &lt;a href="http://mistounou.wordpress.com/"&gt;άλλο&lt;/a&gt; μου τ' αυτί!&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/13194116-5440294459680769107?l=mistounou.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://mistounou.blogspot.com/feeds/5440294459680769107/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=13194116&amp;postID=5440294459680769107' title='3 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/5440294459680769107'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/5440294459680769107'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://mistounou.blogspot.com/2007/04/blog-post.html' title='Πινακωτή πινακωτή'/><author><name>mistounou</name><uri>http://www.blogger.com/profile/11152482943784854958</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>3</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-13194116.post-116609895716265065</id><published>2006-12-14T04:22:00.000-08:00</published><updated>2006-12-26T12:41:23.170-08:00</updated><title type='text'>stop spots</title><content type='html'>&lt;style type="text/css"&gt;.flickr-photo { border: solid 2px #000000; }.flickr-yourcomment { }.flickr-frame { text-align: left; padding: 3px; }.flickr-caption { font-size: 0.8em; margin-top: 0px; }&lt;/style&gt;&lt;div class="flickr-frame"&gt; &lt;a href="http://www.flickr.com/photos/skootie/320777327/" title="photo sharing"&gt;&lt;img src="http://static.flickr.com/123/320777327_6a6d1360e4.jpg" class="flickr-photo" alt="" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt; &lt;span class="flickr-caption"&gt;&lt;a href="http://www.flickr.com/photos/skootie/320777327/"&gt;nyc bus stop&lt;/a&gt;φωτογραφία :&lt;a href="http://www.flickr.com/people/skootie/"&gt;skootie&lt;/a&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;    &lt;p class="flickr-yourcomment"&gt; Φρενάρει απότομα ο οδηγός. Μερικές φορές τρέχουν περισσότερο από όσο περιμένεις. Ένα μήλο πάει να κυλήσει, σκύβει να φτιάξει τη νάϋλον σακούλα με τα μήλα, την παραχώνει μέσα στα ραδίκια. Βολεύει όλες τις τσάντες ανάμεσα στα πόδια της και μπορείς να διακρίνεις εκείνο το καλτσάκι ως το γόνατο, που συνηθίζουν να φορούν οι μεγαλύτερες. Μάλλον δεν αντέχουν το καλσόν. Τουλάχιστον η γιαγιά μου αυτή την εντύπωση μου έχει δώσει. Η διπλανή της είναι πιο νέα. Το πολύ 45άρα. Δείχνει γυναίκα που υπήρξε πολύ όμορφη, με πλούσιο μπούστο και χείλια ζουμερά. Κι εκείνη με τα ψώνια της: λαχανικά, φρούτα, όλα στοιβαγμένα ανάμεσα στα πόδια της και μια μικρή τσαντούλα από εσωρουχάδικο που την κρατά στα χέρια. Την ξεχωρίζει, μάλλον, από όλα τα άλλα: εκείνη η σακούλα περιέχει κάτι που απευθύνεται αποκλειστικά στην ίδια, δεν είναι η ανάγκη, είναι η ομορφιά της. Είναι εκείνη, που διάλεγε μια ώρα πόσα den θα πρέπει να 'ναι το καλσόν για να ταιριάζει με το πράσινο ταγέρ της. Ποιος ξέρει, υποθέσεις είναι όλα. Υποθέσεις προσωπικές και υποθέσεις των άλλων.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Δεν πρόλαβα να πάω στο Ι.Κ.Α. να κλείσω ραντεβού, λέει η μεγαλύτερη.&lt;br /&gt;-Κι εγώ ήθελα να πάρω ένα μπουτάκι να το φτιάξω αύριο αλλά πού...Κόπηκαν τα χέρια με τόσα ψώνια. Αύριο, αύριο θα βγω πάλι.&lt;br /&gt;-Έχω το ζάχαρό μου πάλι, τι να κάνω...&lt;br /&gt;-(Γιατί πρέπει κάτι οπωσδήποτε να πει. Ίσως.) Ε, τι να κάνεις.&lt;br /&gt;-Παίρνει κάνα μήνα το ραντεβού, τι πράγμα είν' αυτό.&lt;br /&gt;-Ναι.&lt;br /&gt;-Ευτυχώς, τον ξέρω  τον γιατρό, μπαίνω έτσι μέσα και μου τα γράφει τα φάρμακα.&lt;br /&gt;-Και γιατί δεν πήγες τότε;&lt;br /&gt;-Μωρέ, θέλω να μου γράψει κάτι εξετάσεις, κατάλαβες;&lt;br /&gt;-Τι να κάνεις, κυρά Κυπαρισσού...(Ξαφνικά) Πούουου!...Ξέχασα να περάσω από τα Dia να πάρω απορρυπαντικό...&lt;br /&gt;-Α!...(πάει να τη διακόψει αλλά δεν προλαβαίνει)&lt;br /&gt;-Πού...Θα κουβαλάω άλλα τόσα αύριο πάλι..&lt;br /&gt;-Το Dia  έχει πολύ φτηνά απορρυπαντικά.&lt;br /&gt;-Ναι, ναι! Ειδικά για το πλυντήριο, κυρά Κυπαρισσού. Ειδικά για το πλυντήριο είναι τέλεια. Εγώ, άκουγα που λέγανε ότι δεν έχει καλά πράγματα, λέει, για τρόφιμα δεν ξέρω. Από τρόφιμα τίποτα δεν ξέρω, πού ξέρω 'γω τι βάζουν αυτοί μέσα, αλλά τα απορρυπαντικά είναι πολύ καλά!&lt;br /&gt;-Ναι, ναι, ναι! Και τα χαρτιά τους είναι πολύ καλά.&lt;br /&gt;-Κυρ...(πάει τώρα να την διακόψει εκείνη, αλλά η κυρά Κυπαρισσού έχει μπει σε οίστρο).&lt;br /&gt;-Και για την τουαλέτα και για την κουζίνα κι οι χαρτοπετσέτες, εγώ δεν το 'ξερα, αλλά μου το 'πε κι η νύφη μου, είναι πολύ καλά κι από τότε τα παίρνω. Και φτηνά, έτσι;&lt;br /&gt;-Α, κυρά Κυπαρισσού, εγώ χαρτιά, δεν παίρνω ό,τι κι ό,τι, α πα πα πα πα πα!&lt;br /&gt;-(Σχεδόν προσβεβλημένη) Καλά είναι, αφού είναι καλά.&lt;br /&gt;-Α, πα πα πα πα. (Με υπεροχή) Zewa.&lt;br /&gt;-(Με αμήχανο χαμόγελο που μάλλον δείχνει ότι δεν ξέρει τι είναι αυτή η λέξη)...&lt;br /&gt;-Μόνο Zewa! Το καλύτερο χαρτί, κυρά Κυπαρισσού, το πιο ακριβό, αλλά το καλύτερο.&lt;br /&gt;-(Για να σώσει την αξιοπρέπειά της) Δε βαριέσαι, όλα το ίδιο είναι...&lt;br /&gt;-(Τη διακόπτει και την αποστομώνει)  Άκου να σου πω, κυρά Κυπαρισσού, εγώ στο παπί μου μόνο Zewa.&lt;br /&gt;-Ναι (Με λίγη ντροπή χαμογελαστή).&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δεν κοιτάω άλλο, δεν κοιτώ. Θέλω ν' ακούσω την πόλη τώρα. Τρέχω να προλάβω το Γρηγόρη, μη σβήσει πριν περάσω απέναντι. Τρέχω να βολευτώ σε μια θέση στο μετρό. Τρέχω να παραχωρήσω τη θέση μου σε κάποιον άλλον που την έχει ανάγκη ή τρέχω να γλιτώσω το βλέμμα μου από τη γιαγιά που με κοιτά με περιφρόνηση για την αγένειά μου να μην σηκωθώ. Είμαι κουρασμένη και πεισμωμένη. Δε σηκώνομαι με τίποτα, κακιώνω, διεκδικώ, απολαμβάνω την κεκτημένη θέση μου και πότε πότε λιώνω από τύψεις. Θα 'πρεπε ίσως να σηκωθώ, αλλά τι με κοιτά έτσι; Την καλοσύνη δεν την απαιτείς, τον σεβασμό δεν τον απαιτείς. Τα έχεις χάσει κιόλας και τα δύο, τώρα που το απαίτησες, δε σηκώνομαι, άντε σήκω. Και τρέξε. Να προλάβεις το ραντεβού. Να ζεσταθείς γιατί κρυώνεις. Να μπεις μέσα πριν τους τίτλους της αρχής. Να μη βρεχτείς πολύ απ' την απρόσμενη βροχή. Να πας στην τουαλέτα. Να βγεις πρώτος στη σειρά. Στα εκδοτήρια των εισιτηρίων, στην αίτηση για δουλειά, στη συνέντευξη, στις προθεσμίες. Πιστεύεις στο timing, αυτό είναι όλο. Πιστεύεις τόσο πολύ σε αυτό, που θέλεις να είσαι εκεί όταν έρθει. Μα δεν ξέρεις. Δεν ξέρεις ποιο από όλα τα timings θα είναι το καλύτερο ή έστω, σχετικά, αρκετά, λίγο -έστω λίγο- καλό για σένα. &lt;br /&gt;Αναρωτιέσαι συνεχώς ποιο να 'ναι, ποιο να 'ναι, ποιο. Και μέχρι να το βρεις, τρέχεις να είσαι πριν από τόσα και τόσα  timings. Πιθανότητες για τον εαυτό σου δημιουργείς. Έστω κι αν χάσεις, θα 'χεις να λες "τουλάχιστον προσπάθησα, έτρεξα, έκανα κάτι". Κι αν κερδίσεις, θα 'χεις να λες -όχι τόσο σ' εσένα, αλλά να, σε έναν άλλον που λέει ότι δεν μπορεί άλλο να τρέχει- "ξέρεις πόσο έτρεξα εγώ για να είμαι εδώ, ξέρεις πόσο τρέχουν όλοι, ξέρεις;".&lt;br /&gt;Όχι. Δεν ξέρω. Γιατί τρέχω. Τρέχω και δε βλέπω. Τρέχω κι ευτυχώς, είναι κάτι οδηγοί  ευγενέστατοι. Σου ανοίγουν την πόρτα κι ας είσαι λίγο πιο κάτω από τη στάση. Και δεν την ανοίγουν μόνο σ' εσένα, την ανοίγουν σε όλο το ντουνιά που τρέχει με την ψυχή στο στόμα. &lt;br /&gt;Α7.  Κάνιγγος -Κηφησιά -Ν. Ερυθραία. Στο ανάποδο, όμως, στο γυρισμό. Κι έχεις τρέξει πολύ. Κι επειδή τρέχεις πολύ, είσαι όλη μέρα στο δρόμο. Κι επειδή είσαι όλη μέρα στο δρόμο κουβαλάς μαζί σου το σπίτι σου. Χελωνάκι υπερφυσικών ταχυτήτων. Κουβαλάς τη ζακέτα για την πρωινή υγρασία κι ας είναι ζέστη τώρα. Το σκουφί σου, μην τυχόν σηκωθεί  αέρας και παγώσουν τα αυτιά σου.  Το μπουκάλι με το νερό. Το φορτιστή σου. Δεν ξέρεις πού θα ξημερωθείς με άδεια μπαταρία. Τις σημειώσεις σου. Καμιά εφημερίδα. Την τσάντα σου. Τα χαρτομάντηλά σου. Δεν ξέρεις πού θα ξημερωθείς αν σε πιάσει κατούρημα. Κράκερς. Λεφτά. Εισιτήρια. Ψιλά. Θα 'θελες να 'χες και καμιά οδοντόβουρτσα. Δεν ξέρεις γενικώς. Δεν ξέρεις, αλλά τρέχεις. Και τώρα, μέσα στο Α7, στριμωγμένος. Από χαμηλά βγαίνει πολύ ζεστός αέρας, φουντώνουν τα πόδια σου. Από ψηλά σε παγώνει ο αέρας της Κηφησίας. Είσαι ακίνητος. Ανάμεσα σε δεκάδες μετανάστες. Τώρα το βλέπεις. Είσαι στριμωγμένος ανάμεσα σε δεκάδες μετανάστες. Μα πού πάνε όλοι μαζί, πού; Έχουν μια ηρεμία στα πρόσωπα, όπως κι εσύ. Κάπου έτρεχαν κι αυτοί, σε κανα πλουσιόσπιτο θα φροντιζαν τον κήπο ή ποιος ξέρει τι. Ίσως και το μεγάλωμα των παιδιών.  Φιλιπινέζες, Ινδοί, Τανζανές, Σουδανοί, Πακιστανοί, Αλβανοί. Ρωσίδες, ποιος ξέρει από πού ακριβώς, που συζητούν ασταμάτητα και καταφέρνουν να είναι κοκκέτες. Νιγηριανοί με ξυρισμένα κεφάλια και ιμιτασιόν φίρμες να δεσπόζουν στα τζάκετς τους. Ουκρανές που κοιτούν στα πεταχτά αν είναι εντάξει τα νύχια τους. Πολωνοί που κρατιούνται γερά απ' τη χειρολαβή. Άνθρωποι μέσα σ' ένα λεωφορείο, δεν τρέχουν πια.&lt;br /&gt;Τρέχει ο οδηγός λιγάκι παραπάνω σήμερα, ξεκουράζονται λιγάκι οι σπρήντερς, κανείς -ούτε και οι ίδιοι- δεν μπορεί να πει "γιατί δεν τρέχεις τώρα; πού είναι οι πιθανότητες που μάζεψες σήμερα; πού; πού είναι η δουλειά σου, πού είναι η δουλειά σου; δούλεψες;".&lt;br /&gt;Όλοι το ίδιο, όλοι για μια στιγμή ανταγωνιστές για τη θέση που θ' αδειάσει, για την καλύτερη χειρολαβή, για την πλησιέστερη θέση προς την πόρτα, να βγεις πρώτος. Τώρα, όμως, δεν τρέχεις, τρέχει ο οδηγός λίγο παραπάνω και φρενάρει στο φανάρι, είσαι κουρασμένος σήμερα, θα 'θελες ν' αφήσεις την αδράνεια να σε πάρει, αδέσμευτο να σε πάρει, ν' ακουμπήσεις στα πλαϊνά κορμιά και να ξέρεις ότι θα σε προστατεύσει τούτο το σάρκινο τείχος, δε θα εκτιναχτείς, δε θα βγεις απ' το παράθυρο, δε θα γίνεις πολτός εσύ σήμερα στην άσφαλτο. Θα συνεχίσεις. Γιατί πρέπει. Και πρέπει να τρέξεις, μα τώρα. Τώρα είσαι ακίνητος και όρθιος. Ο συνωστισμός κι η αιφνίδια ακινησία οδηγεί τεράστιες γουλιές ιδρώτα να κατρακυλούν απ' την πλάτη σου στη μέση σου. Σε γαργαλούν. Και σ' εκνευρίζουν. Θα βγεις έξω μετά και θα  πουντιάσεις. Θα κρυώσεις. Θα συναχωθείς. Δε θα μπορείς να τρέξεις και πολύ για καμια-δυο μέρες, no.  Και ναι, όπως κι αν είσαι, σκέφτεσαι σε εκείνο το διάλειμμα του λεωφορείου, σκέφτεσαι πολύ.&lt;br /&gt;Ιδέες, εικόνες, μνήμες, όνειρα, στόχοι, υποχρεώσεις, απροθυμία, ανικανότητα, ήττα, προσδοκίες, σκέφτεσαι. Ακόμη και το τι θα φας αύριο. Θες να φας αύριο. Θες να είσαι εδώ αύριο. Δεν πρέπει μόνο, θες. Θες.&lt;br /&gt;Έχεις όρεξη ν' ακούσεις την πόλη και δεν έχεις. Έχεις όρεξη να ακούσεις τους ανθρώπους της, αλλά δεν έχεις όρεξη σήμερα για τα ντεσιμπέλ της. Ακουστικό στο off.  Μονάχα τα προηγούμενα, δίχως ήχο. &lt;br /&gt;Ένα μήλο πάει να ξεμυτίσει στη σακούλα. Ένα μήλο που δεν είναι σαν όλα τα άλλα. Θα το φάει το βράδυ η κυρά Κυπαρισοού με κανέλα και μέλι, ωμά. Ή θα τα ψήσει για λίγο στο φούρνο, αφού τα αρωματίσει με βανίλια. Ποιος ξέρει. Εσύ, που διαβάζεις τα χείλια στα κλεφτά, κατάσκοπος από σένα για σένα, ξέρεις μονάχα ότι τη λεν Κυπαρισσού κι ότι δίνει τις δικές της μάχες για αξιοπρέπεια.&lt;/p&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/13194116-116609895716265065?l=mistounou.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://mistounou.blogspot.com/feeds/116609895716265065/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=13194116&amp;postID=116609895716265065' title='11 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/116609895716265065'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/116609895716265065'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://mistounou.blogspot.com/2006/12/stop-spots.html' title='stop spots'/><author><name>mistounou</name><uri>http://www.blogger.com/profile/11152482943784854958</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>11</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-13194116.post-116542823241796908</id><published>2006-12-06T10:03:00.000-08:00</published><updated>2006-12-06T10:03:52.580-08:00</updated><title type='text'>Αργά παιδιά</title><content type='html'>&lt;style type="text/css"&gt;.flickr-photo { border: solid 2px #000000; }.flickr-yourcomment { }.flickr-frame { text-align: left; padding: 3px; }.flickr-caption { font-size: 0.8em; margin-top: 0px; }&lt;/style&gt;&lt;div class="flickr-frame"&gt;	&lt;a href="http://www.flickr.com/photos/kokkini-klosti/295175579/" title="photo sharing"&gt;&lt;img src="http://static.flickr.com/121/295175579_96b6937186.jpg" class="flickr-photo" alt="" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;	&lt;span class="flickr-caption"&gt;&lt;a href="http://www.flickr.com/photos/kokkini-klosti/295175579/"&gt;children&lt;/a&gt;φωτογραφία :&lt;a href="http://www.flickr.com/people/kokkini-klosti/"&gt;elpinor&lt;/a&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;				&lt;p class="flickr-yourcomment"&gt;	(Ή αλλιώς, να σταματήσουν τ' αυτοκίνητα να περάσουν τα παιδιά, να φρενάρει κι ο χρόνος, να φρενάρουν κι οι μεγάλοι, να τα κοιτούν στα μάτια το πρωί κι ας μαρσάρουν τα καθήκοντα. Ή αλλιώς, δύσκολο πράγμα, δυο άνθρωποι να κοιτούν το ίδιο ρολόι..)&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Θυμάμαι εκείνη την ιστορία με τα έλατα που μου 'λεγες. &lt;br /&gt;Όλες τις ιστορίες τις ελάτινες, τις θυμάμαι, η μια πίσω απ' την άλλη, θέλω δε θέλω, κι ας απεχθάνομαι να μυρίζω Χριστούγεννα από τόσο νωρίς.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Είχα μάθει να βλέπω τα Χριστούγεννα μία εβδομάδα πριν κλείσουν τα σχολεία. Άντε καμιά γιορτή, άντε και κανένα αγγελάκι στη χειροτεχνία, άντε και κάνα ποίημα οι μεγαλύτεροι. Με τις ευχές του δασκάλου, που τις άκουγα και δεν τις άκουγα, με τη βαλίτσα βιαστική, μισοκλεισμένη, που πάλι δεν πήρα πυτζάμες και θα φωνάζει η γιαγιά "που να 'βρω άλλες τώρα εγώ;", βουρ, τρέχοντας, ωσάν να ρίχνω μαύρη πέτρα προσωρινά, βουρ για τη γιαγιά με τις σπανακόπιτες και τις κλημεντίνες.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Βουρ, χωρίς να ακούω οδηγίες, δίχως να κοιτώ το δρόμο πριν περάσω απέναντι, άντε να ξεχνιόμουν στο καφενείο του Ισθμού που έκανε το λεωφορείο στάση, να καθόμουν μία ώρα στο ψυγείο με τα παγωτά και να μην ξέρω ποιο να διαλέξω, να θέλει να φύγει ο οδηγός, να με περιμένουν, να ειδοποιούν απ΄τα μεγάφωνα, να μην ακούω, μονάχα να σκέφτομαι "ξυλάκι ή κυπελάκι; Το κυπελάκι πιο εύκολο, θα μπορώ να το πάρω μέσα, μη μου φωνάζουν ότι θα πασαλείψω τίποτα, αλλά τι; Αυτό με το παιχνίδι ή το κοκτέηλ που μου παίρνει ο παππούς τα καλοκαίρια; Να 'παιρνα και τα δυο, αλλά δεν κάνει, δεν κάνει να φάω δυο παγωτά.."&lt;br /&gt;-Πού είσαι; Φεύγει το λεωφορείο!!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ωχ, ρεζίλι, 120 μάτια με κοιτούν ειρωνικά και γελώντας, ο οδηγός κάτι μουρμουράει, λουφάζω μέσα στο παλτό, πάει και το παγωτό, δεν πρόλαβα να διαλέξω. Ζέστη, φρεναρίσματα, ακατανόητα τραγούδια, ψιχάλες στο τζάμι, απ' τις αεροδυναμικές, απ' αυτές που ξεφεύγουν απ' την ταχύτητα κι ίσα που προφταίνουν να στρογγυλοκάτσουν, ο αέρας τις τεντώνει, τις τραβά εκβιαστικά προς την κατεύθυνση που θέλει, εμείς πάμε Άργος, αυτές πάνε, απλώς, πίσω.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Θα περιμένει η γιαγιά. Στα ΚΤΕΛ θα είναι, λέει. Ζεσταίνομαι. Τεντώνομαι και βολεύω το παλτό πάνω απ' τη θέση, σ' ένα ξεχαρβαλωμένο διχτάκι. Πράσινο είναι το παλτό μου, γλυκό πράσινο κι από μέσα άσπρη φόδρα, λίγο λευκό γουνάκι, ψεύτικο γουνάκι, στην κουκούλα. Αγαπημένο παλτό, μου θυμίζει τον Έκτορα κουτάβι, όταν δε μ' άφηνε να φύγω το πρωί, να τον κοιτώ να σουφρώνει τη μουσούδα και να σαλιώνει τη γωνίτσα του παλτού, να τον τραβάω -υποτίθεται- να δυσανασχτώ -υποτίθεται- να παίζω γελώντας με την καρδιά μου, όρεξη να 'χουν τα παιδιά γιατί η μάνα περιμένει βιαστική στο τιμόνι, να μπεις μέσα γρήγορα, να δει αν έπλυνες καλά τα δόντια σου, αν πήρες το κολατσιό μαζί σου, αν ξέρεις το μάθημα κι όλα τα άλλα. Κι όλα τα άλλα, εκτός από μια φωτογραφική μηχανή, ή έστω μνήμη, να φωτίσει τη στιγμή μου με ένα φλας που αρνείται τον χρόνο, ειρωνεύεται τα ρολόγια, απαρνείται την "ευσυνειδησία", διασκευάζει την έννοια του καθήκοντος, χαμογελά συνομωτικά στον οδηγό που περιμένει να ελευθερώσεις το δρόμο, να φορτώνει, αλαζονικά, τις βλακείες στα νιάτα, μόνο και μόνο για να μπορέσει να τρυπώσει μέσα τους κι αυτό.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αγαπημένο πράσινο παλτό, σε ξέχασα στο ξεχαρβαλωμένο δίχτυ του λεωφορείου, τότε που η γιαγιά μου έγινε πιο σημαντική από σένα. Ίσως να νιωσα και τύψεις που ένα παγωτένιο δίλημμα πιο πριν, έγινε πιο σημαντικό απ' το λεωφορείο που με πήγαινε στη γιαγιά μου, μάλλον έπρεπε να ξεχάσω κάτι άλλο για χάρη της. Ωραία τα βόλεψα, αλλά μετά τα φιλιά άρχισαν οι φωνές και τα τηλεφωνήματα.&lt;br /&gt;-Ένα παλτό, λέω, στο λεωφορείο των 6μιση για Άργους...&lt;br /&gt;-Πράσινο! Πράσινο το παλτό!!&lt;br /&gt;-Άμα δε σου βγάλω το μαλλί τρίχα τρίχα εσένα...&lt;br /&gt;-...(Μη μιλάς, μη μιλάς, μη μιλάς!)&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Εντάξει όλα. Το παλτό είναι στην κρεμάστρα κι εγώ κοιμάμαι πάνω σ' εκείνο το μακρύ σεντούκι που το βράδυ μεταμορφώνεται σε ντιβάνι μόνο για μένα. Τα φωτάκια, ολόϊδια τόσα χρόνια και το δέντρο απαράλλαχτο κι οι μπάλες -οι μικρές πάνω, οι μεγάλες κάτω- κι η βροχή η ασημένια και τα μπαμπάκια να παριστάνουν το χιόνι που ακόμη δεν έχει τύχει να παίξω μαζί του, όλα απαράλλαχτα, όλα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και το τζάκι να τρεμοσβήνει, με τις μανταρινόφλουδες να ξεραίνονται και να εκπνέουν στη θράκα, ν' απλώνουν το άρωμά τους στο δωμάτιο κι ένα κουκούτσι ελιάς που ξέμεινε, έσκασε μέσα στη φωτιά σαν βεγγαλικό αργοπορημένο, μέσα στη φωτιά κι αυτό, όλα στη φωτιά. Και τα βλέμματα στη φωτιά κι οι μουσικές στη φωτιά, κι οι ιστορίες στη φωτιά, όλα στη φωτιά, μαζί και το ψωμί που καψαλίζεται, λίγο τυρί στο πιάτο, λίγη πηχτή, θα φάμε και σήμερα, θα ζήσουμε και σήμερα, όλα στη φωτιά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Να φτιάχνω μουσικές με το ρυθμό που είχαν τα λαμπάκια, πάντοτε το έκανα αυτό. Το πρωί εναρμονιζόμουν με την τονικότητα της ηλεκτρικής σκούπας, το μεσημέρι συγχρονιζόμουν με τη βρύση που στάζει, το απόγευμα με τα σκασίματα των ρετσινιασμένων ξύλων, το βράδυ νωρίς με τα αργίτικα τραγουδιστά τραβήγματα στο τέλος των προτάσεων, το βράδυ αργά με τα λαμπάκια.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μου 'λειπε το λίκνισμα και το νανούρισμα. Λικνιζόμουν μόνη μου, σαν το χαζό, πιπίλαγα και λίγο τον αντίχειρα, έκλεινα το ακουστικό, το έβαζα στο κουτάκι του κι έτσι βουτηγμένη σ' ένα μελένιο βούρκο από σιωπή, έβγαζα μακρόσυρτους ήχους, ίσα ίσα να τους νιώσω λίγο στο λαιμό μου και στο μέσα των αυτιών μου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ήταν η εποχή που ήμουν, απόλυτα και ξεκάθαρα, διττή. Ποθούσα τη μάνα και τον πρίγκηπά μου εξίσου. Τη μάνα να με κοιμίσει, το αγόρι να με ξυπνήσει. Κι έτσι, όπως κάθε βράδυ, φανταζόμουν πως θα ξαμοληθώ κι αύριο το πρωί με δυο μανταρίνια και δυο κομμάτια σπανακόπιτα στο χαρτί για κολατσιό, να πα' να παίξω με τις ώρες και πάλι. Έτσι, μπουκωμένη ήθελα να με ανακαλύψει, να του ρίξω με τις φλούδες στα μάτια -όπως λέει και το τραγούδι- να ζήσουμε στιγμές, δικές μας στιγμές και δικές μου αργότερα, γιατί ήταν σίγουρο πως θα χωρίζαμε κάπου. Κάποτε θ' άλλαζαν κι οι μπάλλες, άλλωστε, θ' αποφάσιζε κι η γιαγιά να πάρει καινούργιες.&lt;/p&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/13194116-116542823241796908?l=mistounou.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://mistounou.blogspot.com/feeds/116542823241796908/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=13194116&amp;postID=116542823241796908' title='10 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/116542823241796908'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/116542823241796908'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://mistounou.blogspot.com/2006/12/blog-post.html' title='Αργά παιδιά'/><author><name>mistounou</name><uri>http://www.blogger.com/profile/11152482943784854958</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>10</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-13194116.post-115879244857560067</id><published>2006-09-20T15:41:00.000-07:00</published><updated>2006-09-20T15:47:28.803-07:00</updated><title type='text'>Θεσσαλονίκη με σουσάμι και μέλι</title><content type='html'>&lt;style type="text/css"&gt;.flickr-photo { border: solid 2px #000000; }.flickr-yourcomment { }.flickr-frame { text-align: left; padding: 3px; }.flickr-caption { font-size: 0.8em; margin-top: 0px; }&lt;/style&gt;&lt;div class="flickr-frame"&gt;	&lt;a href="http://www.flickr.com/photos/gperez/9729508/" title="photo sharing"&gt;&lt;img src="http://static.flickr.com/8/9729508_642943d414.jpg" class="flickr-photo" alt="" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;	&lt;span class="flickr-caption"&gt;&lt;a href="http://www.flickr.com/photos/gperez/9729508/"&gt;Sesame fingers&lt;/a&gt;φωτογραφία :&lt;a href="http://www.flickr.com/people/gperez/"&gt;gregoryperez&lt;/a&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;				&lt;p class="flickr-yourcomment"&gt;	Κι έτσι, τελείως ξαφνικά, είδα μια πόρτα κόκκινη σ' εκείνο το παλιό σαλονικιότικο μπαρ. Μια πόρτα κόκκινη, χτυπημένη δω κι εκεί, να φαίνεται το μαύρο της αλλοτινό της χρώμα, να είναι κόκκινη και μαύρη μαζί και ξύλινη και ποτισμένη μουσικές και χαϊδεμένη απ' τα ερωτευμένα παραπατήματα των ζευγαριών και φθαρμένη και καινούργια, όλα μαζί σε μια πόρτα, έτσι όπως μονάχα η Θεσσαλονίκη θα μπορούσε να την προικίσει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Είδα κι έναν μικρόκοσμο ακόμη. Εγώ εδώ, μεθυσμένη, εκεί ο άλλος που δεν ξέρει πως υπάρχω και πώς υπάρχω, να 'ναι εκεί ένας οποιοσδήποτε άλλος, λίγο δίπλα μου, μα στο εκεί του, με τη δική του μουσική εκεί, τις δικές του φωνές εκεί, τα δικά του φώτα, τη δική του μάνα. Εν' άρωμα της ζωής του ολόγυρα στον άλλον κι εγώ, ακριβώς δίπλα μεθυσμένη, να βλέπω τι σημαίνει να λες "μικρός ο κόσμος", "μεγάλος ο κόσμος" ένα βράδυ που το καλοκαίρι τέλειωνε στα χείλια ενός ιταλιάνου τραγουδιστή.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ήταν φορές που κλαίγαν όλα. Άντε, πήγαινε και χώσου στις στοές, στις αγορές και δες κάτω από τα δέντρα, άντε και κοίτα καλά-καλά τα πεζούλια, δες και τα απλωμένα τραπέζια στην Αγορά του Μοδιάνο και πες μου, δεν κλαίνε όλα; Δεν κλαίει κι εκείνο το βιολί στο πλάι σου; Περαστικός μουζικάντης της ζωής σου θέλει να είναι εκείνος, μα τον θυμάσαι εσύ για το κλάμμα στα μάτια του, "ένα βιολί κλαίει" να λες και να γυρνάς αυτομάτως σε θερμοκρασίες αλλότριες, λυτρωτικές. Να μην ξεχωρίζεις ποιος κλαίει πιο πολύ, εκείνος ή το βιολί στα χέρια του, ο πόνος εκείνου, είναι που κλαίει ή το παράπονο του βιολιού για την απόλυτη υποταγή του; Σα να μην ξέρω..Ναι, δεν ξέρω, γιατί εκείνος ο μουζικάντης ήταν λουσμένος σε μια ταπεινότητα, μοσχοβολούσε χρόνια αμέτρητα και φτώχεια περήφανη, χόρευε τη ζητιανιά του στα δάχτυλα, τέντωνε την πείνα του στις χορδές, τον τραγουδούσε τον εαυτό του, ήταν ο εαυτός του, η μουσική του να εκπνέει από τις ρυτίδες, τόσο ένα όλα, τόσο πλήρη, τόσο συμπαγή, ευτυχισμένο, λοιπόν, όποιο βιολί στα χέρια του. Έτσι, κάπως έτσι ξαφνικά, μπερδεύτηκα γιατί το κλάμμα είχε μέσα του κάτι μεγάλες παύσεις ευτυχίας, κάτι εκρήξεις ηδονικές.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και μετά, είδα μια κουζίνα. Με τα λεμόνια να κρέμονται σ' ένα κοφίνι συρμάτινο, να παίρνουν τον αέρα τους, ν' απλώνουν το κίτρινο επάνω από τον πάγκο του Αχινού, να σηματοδοτούν την οξύτητα της φαντασίας των μαγείρων του τόπου. Τώρα περνάει ένα ξέφρενο ακορντεόν και το σουσάμι να κριτσανίζει στα δόντια, έτσι όπως αγκαλιάζει την τρυφερή ξεκοκκαλισμένη σαρδελίτσα. Τώρα περνάει ένας μπόμπιρας με λιλιπούτειο ποδήλατο, με λύσσα γυρνάει τα πετάλια -σκέφτεται πως είναι καμικάζι, ίσως και κλέφτης που ξέφυγε από το δίκιο- και τα παντζάρια πώς έγινε και έμπλεξαν με μήλα και πατάτες; &lt;br /&gt;Πες μου, πώς μπλέκουν όλα εδώ, εκείνος που πειράζει την εξάτμιση και γδέρνει θορυβωδώς τον αέρα, εκείνες οι κυρίες με τα σκυλάκια που τα πάνε βόλτα βραδινή, εκείνες οι απλόχωρες πλατείες για να παίρνουν ανάσα τα μάτια στον ουρανό, εκείνες οι πολυκατοικίες τόσο παλιές, μα τόσο παράξενα κολλημένες η μια με την άλλη, σα μωσαϊκό τοποθετημένο καθέτως, εκείνες οι κοπέλες με τα πληθωρικά βλέμματα, πώς μπλέκουν αυτά όλα, πώς γίνεται να περιμένει ένας κύριος με καπέλο να περάσει απέναντι όταν η φοιτήτρια παραδίπλα μόλις ανέβηκε στο τραπέζι να χορέψει και σήμερα; Δεν ξέρω. Τα καταφέρνουν, πάντως, και το μεράκι κάνει σταυροβελονιές στη γεύση, βάζει πινελιές στις βιτρίνες, τραγουδάει στους τρούλους και γυροφέρνει τις πωλήτριες των ζαχαροπλαστείων ντε και καλά να σε κεράσουν, ντε και καλά να σου ρίξουν στα πεταχτά λίγη ζάχαρη άχνη στο γλύκισμα, κρίμα είναι να φύγεις έτσι, μη φύγεις έτσι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ξαναπερνάει ο μπόμπιρας, τώρα απλώς κάνει ποδήλατο, βαρέθηκε να είναι κλέφτης. Μονάχα εγώ κλέβω τώρα περπατώντας στα κλεφτά την πόλη του, τον κλέβω κι εκείνον έτσι όπως την πήρα τη στιγμή του και την έκανα δική μου. Κι εκείνον τον άλλον, τον απέναντι, αυτόν με τη δική του μάνα που λέγαμε, κι αυτόν τον έκλεψα αισχρά, τον θυμάμαι. Όλα τα κλεψα, δίχως ενοχές μπήκα με το πρώτο σύνθημα που μου 'ρθε στο μυαλό, Αλή Μπαμπάς χωρίς σαράντα κλέφτες, Αλή Μπαμπάς ξετσίπωτος, με λίγο σουσάμι και πολλή απληστία, βούτηξα σ' ένα σαλονικιότικο βράδυ αυθαίρετα και αναδύθηκα πολύ πιο αχόρταγη, πολύ πιο πεινασμένη. Είναι που αρνούμαι να χαρίσω έστω ένα δευτερόλεπτο στη λήθη.&lt;/p&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/13194116-115879244857560067?l=mistounou.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://mistounou.blogspot.com/feeds/115879244857560067/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=13194116&amp;postID=115879244857560067' title='21 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/115879244857560067'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/115879244857560067'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://mistounou.blogspot.com/2006/09/blog-post.html' title='Θεσσαλονίκη με σουσάμι και μέλι'/><author><name>mistounou</name><uri>http://www.blogger.com/profile/11152482943784854958</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>21</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-13194116.post-115417499828059385</id><published>2006-07-29T05:05:00.000-07:00</published><updated>2006-07-29T05:24:47.960-07:00</updated><title type='text'>Σαν δύο, σαν ένα</title><content type='html'>&lt;style type="text/css"&gt;.flickr-photo { border: solid 2px #000000; }.flickr-yourcomment { }.flickr-frame { text-align: left; padding: 3px; }.flickr-caption { font-size: 0.8em; margin-top: 0px; }&lt;/style&gt;&lt;div class="flickr-frame"&gt; &lt;a href="http://www.flickr.com/photos/patrice/29134243/" title="photo sharing"&gt;&lt;img src="http://static.flickr.com/21/29134243_4a803b0b5a.jpg" class="flickr-photo" alt="" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt; &lt;span class="flickr-caption"&gt;&lt;a href="http://www.flickr.com/photos/patrice/29134243/"&gt;Hearing aids, my 2nd generation&lt;/a&gt;φωτογραφία :&lt;a href="http://www.flickr.com/people/patrice/"&gt;pneff&lt;/a&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;    &lt;p class="flickr-yourcomment"&gt; Είναι δύο. Εκείνος που ακούει κι εκείνος που δεν ακούει. &lt;br /&gt;Εκείνος που απλώνεται στο έξω κι εκείνος που διπλώνεται στο μέσα. &lt;br /&gt;Εκείνος που αφήνεται στο δικαίωμα κι εκείνος που συρρικνώνεται στο πρέπει. Είναι δύο.&lt;br /&gt;Εκείνος που ανησυχεί μήπως τελειώσει η μπαταρία του κι εκείνος που μπορεί να ζήσει με την αυτάρκεια της σιωπής.&lt;br /&gt;Εκείνος που τρομάζει μήπως διαλυθεί, βρεχτεί, σκουριάσει, πέσει, σφυρίξει το ακουστικό του κι εκείνος που ξεχνιέται και μπαίνει στο ντους με το αυτί ακόμη οπλισμένο.&lt;br /&gt;Εκείνος που αντιλαμβάνεται κι εκείνος που προσδιορίζει.&lt;br /&gt;Εκείνος που ακούει μια μουσική κι εκείνος που αγνοεί τα λόγια των τραγουδιών.&lt;br /&gt;Εκείνος που θέλει να αφαιρείται κι εκείνος που αναγκάζεται να κοιτά λυσσασμένα τα χείλη των άλλων.&lt;br /&gt;Εκείνος που εμπιστεύεται κι εκείνος που υποψιάζεται.&lt;br /&gt;Εκείνος που τα αδιάπτωτα βουίσματα τα λέει "πουλιά σε δάσος" κι εκείνος που τα βουίσματα τα λέει "ανυπόφορα αδιάπτωτα".&lt;br /&gt;Εκείνος που αυτοσαρκάζεται κι εκείνος που προσπαθεί. Είναι δύο.&lt;br /&gt;Εκείνος που συγχωρεί κι εκείνος που θυμάται. Είναι δύο.&lt;br /&gt;Έχουν από ένα μυαλό, από ένα ζευγάρι μάτια, από ένα ζευγάρι πόδια, από ένα ζευγάρι χέρια, από ένα χάδι έκαστος, από ένα φιλί, από ένα χαμόγελο, από μία πείνα, από μία δίψα, από μία αγάπη, όλα ξεχωριστά τα έχουν, συμμετρικά αραδιασμένα, σα σιαμαίοι είναι, μαζί και μόνοι, μόνοι και μονοί.&lt;br /&gt;Είναι δύο. Και τροφοδοτούνται από μία καρδιά, δυστυχώντας, πού και πού, γι' αυτό το πράγμα. Είναι δύο και θα 'θελαν, καμιά φορά, να 'χουν ο καθένας την δική του καρδιά, έτσι, για να μπορεί να αποφασίσει ο καθένας τους πότε θα σταματήσει να αναπνέει, πότε θα κοιμηθεί, πότε θα ξυπνήσει.&lt;br /&gt;Είναι δύο.&lt;br /&gt;Ο ένας τραβάει μπροστά λέγοντας "τώρα θέλω ν' ακούσω τη θάλασσα, αφού μπορώ", ο άλλος ταυτόχρονα τρέχει προς τα πίσω, εκεί που είναι ο φίλος, ο κάθε φίλος, να κρεμαστεί απ' το στόμα του φίλου, να δει τι άραγε λέει και φωνάζει πεισμωμένος "τώρα θέλω να γνωρίσω έναν ακόμη άνθρωπο, αφού μπορώ".&lt;br /&gt;Επιμένει ο ένας, ζητάει τη στιγμή του, θέλει να μείνει μόνος, κανείς -πιστεύει- κανείς στον κόσμο δεν θα μπορούσε να του προσφέρει τον ήχο της θάλασσας, καμία αγάπη, κανένα μηχάνημα, καμία ανάμνηση, μονάχα το εδώ, εδώ μπροστά στη θάλασσα μπορεί να ζήσει τώρα.&lt;br /&gt;Επιμένει πιο πολύ ο άλλος, ο κουφός, ουρλιάζει κιόλας, ουρλιάζει μ' εκείνον τον τρόπο που έχουν οι πληγωμένοι, οι μη άρτιοι, οι ξεσηκωμένοι ενάντια στην αδυναμία, οι αφηνιασμένοι να υπερπηδήσουν το εμπόδιο, οι αγκιστρωμένοι στην ανάγκη τους να γίνουν δυνατοί, οι μικρούληδες, τελικά. Μικρούληδες γιατί πιστεύουν πως αν δε γυρίσουν να δουν τα χείλη, θα φύγουν οι φίλοι, τους έχει καλομάθει, άλλωστε, χρόνια τώρα, να γυρνάει αστραπιαία προς αυτούς μόλις ανασάνουν λίγο παραπάνω, ουρλιάζει κι είναι πιο δυνατός.&lt;br /&gt;Μάλλον ο ένας αφήνει τον άλλον, τον κουφό, να νομίζει ότι είναι πιο δυνατός, πρέπει να τον αφήσει να το νομίζει και μια ζωή του κάνει τα χατήρια, τον αφήνει, τον αφήνει, ώσπου ήρθε η μέρα της θάλασσας κι είδε ο ένας να είναι κυριολεκτικά πιο αδύναμος από τον άλλο, τον κουφό.&lt;br /&gt;Πώς άλλαξαν τα πράγματα, σκέφτεται ο ένας, αφήνοντας τη θάλασσα στην αναμονή, χαρίζοντας το βλέμμα του, κείνο το βλέμμα που πριν λίγο μετρούσε ματαίως τα κύματα και του άρεσε που γινοταν το μέτρημα ματαίως, "πώς άλλαξαν τα πράγματα, με κάνει ο άλλος ό,τι θέλει, παραδίνομαι κάθε μέρα και δε θέλω να εξαφανιστώ, τι θα απογίνει κι ο άλλος χωρίς εμένα, τι;"&lt;br /&gt;Δεν ακούει ο κουφός, αρκείται στα λόγια του φίλου και πόσο πλουτίζει και πόσο φτωχαίνει μέσα του, πόσο λίγος νιώθει γνωρίζοντας έναν ακόμη άνθρωπο, "δεν είμαι μόνος", σκέφτεται, "είναι κι άλλοι εδώ τελικά, οφείλω να μοιραστώ τον κόσμο με ακόμη έναν, ένας κάθε μέρα, αυγατίζει ο κόσμος κι όσο πιο σπουδαίος ο κόσμος, τόσο εγώ πρέπει να σωπαίνω, να μικραίνω, να μικραίνω, να χώνομαι μέσα του σα σπόρος, να εντάσσομαι, να φυτρώσω για να προσφέρω -αν προλάβω δηλαδή- κι εγώ κάτι".&lt;br /&gt;Είναι δύο. Κι έτσι παλεύουν κι έτσι μονοιάζουν, γιατί, πώς να το κάνουμε, το βράδυ σωπαίνουν κι οι δυο κι ανασαίνουν παρέα. Συγχρονισμένα σωπαίνουν, με τον ίδιο ρυθμό και στην ίδια τονικότητα. Ανακαλύπτουν, λίγο πριν μπουν στο όνειρο, ότι σε τελική ανάλυση, αγαπούν κι οι δυο την ελαφρότητα του μπάσου και την τρυφερότητα του κρουστού. Αγαπούν κι οι δυο τον αέρα στο πρόσωπο, αγαπούν κι οι δυο τις πολυσήμαντες εικόνες, αγαπούν το μυστήριο που υπάρχει σε μία πινακίδα, αγαπούν κι οι δύο τις οδούς, όλες τις οδούς, κι όλες τις χιλιομετρικές αποστάσεις που τις χωρίζουν. Πώς να το κάνουμε, αγαπούν κι οι δύο ο ένας τον άλλον, εκείνος κι εκείνος, μόνοι και μονοί, αγαπιούνται τόσο που βυθίζονται ο ένας μέσα στον άλλον. Πώς να το κάνουμε, δε θα μπορούσαν ποτέ ν' αγαπηθούν έτσι αν δεν είχαν μια καρδιά να την μοιράζονται. &lt;br /&gt;Να παλεύουν γι' αυτή, να τη θέλει ο καθένας για τον εαυτό του, τόσο αλαζόνες, μα τούτη η συνθήκη της μοιρασιάς να τους ενώνει τα βράδια, να μπαίνουν στα όνειρα μαζί, μόνοι, μονοί, σαν δύο, σαν ένα.&lt;br /&gt;Σαν ένα.&lt;/p&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/13194116-115417499828059385?l=mistounou.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://mistounou.blogspot.com/feeds/115417499828059385/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=13194116&amp;postID=115417499828059385' title='24 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/115417499828059385'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/115417499828059385'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://mistounou.blogspot.com/2006/07/blog-post_29.html' title='Σαν δύο, σαν ένα'/><author><name>mistounou</name><uri>http://www.blogger.com/profile/11152482943784854958</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>24</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-13194116.post-115306477159021630</id><published>2006-07-16T08:41:00.000-07:00</published><updated>2006-07-17T12:34:13.883-07:00</updated><title type='text'>Μικρόκοσμος</title><content type='html'>&lt;style type="text/css"&gt;.flickr-photo { border: solid 2px #000000; }.flickr-yourcomment { }.flickr-frame { text-align: left; padding: 3px; }.flickr-caption { font-size: 0.8em; margin-top: 0px; }&lt;/style&gt;&lt;div class="flickr-frame"&gt; &lt;a href="http://www.flickr.com/photos/superlocal/133324241/" title="photo sharing"&gt;&lt;img src="http://static.flickr.com/46/133324241_912374a535.jpg" class="flickr-photo" alt="" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt; &lt;span class="flickr-caption"&gt;&lt;a href="http://www.flickr.com/photos/superlocal/133324241/"&gt;singing ajoshi at APAP&lt;/a&gt;φωτογραφία :&lt;a href="http://www.flickr.com/people/superlocal/"&gt;superlocal&lt;/a&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;    &lt;p class="flickr-yourcomment"&gt; Για να δούμε τι έχει στο δωμάτιο:&lt;br /&gt;τουλάχιστον έξι ποτήρια, έξι πιάτα ρηχά,&lt;br /&gt;έξι πιάτα βαθιά, έξι πιάτα φρούτου,&lt;br /&gt;όλα από έξι, μαχαίρια και σπαθιά,&lt;br /&gt;όλα από έξι, σαν στρατιωτάκια&lt;br /&gt;καινούργια κι ετοιμοπόλεμα,&lt;br /&gt;αμόλυντα ακόμη,&lt;br /&gt;δεν έχει κατατεθεί καν ο πρώτος τους μισθός.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έχει και κάτι σκεπάσματα, δύο στον αριθμό,&lt;br /&gt;είναι τα παλιά και τα καινούργια,&lt;br /&gt;άλλο το ένα, άλλο το άλλο,&lt;br /&gt;το παλιό έχει μι' ανάγκη μέσα του, είναι αυτό&lt;br /&gt;που χρειάζεται,&lt;br /&gt;μήπως και ξεμείνεις,&lt;br /&gt;το καινούργιο, πορτοκαλί ολόφωτο, έχει χλιδή μέσα του,&lt;br /&gt;με τούτα τα δυο σκεπάζομαι τα βράδυα&lt;br /&gt;και πάντα&lt;br /&gt;να δημιουργώ μια μήτρα γύρω μου με αυτά,&lt;br /&gt;ένα κουκούλι.&lt;br /&gt;Το παλιό με πολυκαιρίζει, μου λέει "έβγα",&lt;br /&gt;το καινούργιο, το πορτοκαλί, τ΄ολόφωτο, μου λέει&lt;br /&gt;"μείνε, είναι νωρίς ακόμη"&lt;br /&gt;κι έτσι, πότε έτσι, πότε αλλιώς,&lt;br /&gt;να ξημερώνομαι κάθε μέρα σε τούτο το δωμάτιο,&lt;br /&gt;πότε γριά και πότε βρέφος,&lt;br /&gt;πότε μπουσουλώντας και πότε κουτσαίνοντας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Για να δούμε: έχει και το κρεβάττι, το επικαλυμμένο &lt;br /&gt;με ψεύτικη ελευθερία,&lt;br /&gt;φτου ξελευτερία να λένε τα όνειρα πάνω του&lt;br /&gt;και να χορεύει το κορμί μου πάνω τους&lt;br /&gt;και να δονείται η ψυχή μέσα στο κορμί&lt;br /&gt;και να απλώνεται η ψυχή, λάδι ζεστό, σε τούτο το δωμάτιο&lt;br /&gt;και να πληρώνεται ο χώρος και να παγιώνεται ο χρόνος,&lt;br /&gt;να γίνεται κάτι σύμπυκνο εκεί, να κολλάω άκρη σ' άκρη,&lt;br /&gt;γωνία τη γωνία σε τούτο το δωμάτιο,&lt;br /&gt;να συναντώ τον κόσμο.&lt;/p&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/13194116-115306477159021630?l=mistounou.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://mistounou.blogspot.com/feeds/115306477159021630/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=13194116&amp;postID=115306477159021630' title='10 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/115306477159021630'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/115306477159021630'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://mistounou.blogspot.com/2006/07/blog-post.html' title='Μικρόκοσμος'/><author><name>mistounou</name><uri>http://www.blogger.com/profile/11152482943784854958</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>10</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-13194116.post-115159591338123742</id><published>2006-06-29T08:41:00.000-07:00</published><updated>2006-06-29T08:45:13.720-07:00</updated><title type='text'>Οδός κάπου, πρώτο νεφούρι δεξιά</title><content type='html'>&lt;style type="text/css"&gt;.flickr-photo { border: solid 2px #000000; }.flickr-yourcomment { }.flickr-frame { text-align: left; padding: 3px; }.flickr-caption { font-size: 0.8em; margin-top: 0px; }&lt;/style&gt;&lt;div class="flickr-frame"&gt;	&lt;a href="http://www.flickr.com/photos/djen/10179063/" title="photo sharing"&gt;&lt;img src="http://static.flickr.com/5/10179063_5860136c60.jpg" class="flickr-photo" alt="" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;	&lt;span class="flickr-caption"&gt;&lt;a href="http://www.flickr.com/photos/djen/10179063/"&gt;Magnolia&lt;/a&gt;φωτογραφία :&lt;a href="http://www.flickr.com/people/djen/"&gt;djen&lt;/a&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;				&lt;p class="flickr-yourcomment"&gt;	Χρόνια προσπαθούσα να πιαστώ απ' τους στήμονες,&lt;br /&gt;ακόμη κι όταν έσκυβα το κεφάλι ντροπιασμένη&lt;br /&gt;για να πω στον καθηγητή ότι δεν έχω διαβάσει.&lt;br /&gt;Μα πώς να του έλεγα ότι μιλούσα κάθε πρωί μ' ένα γιασεμί, μα πώς;&lt;br /&gt;Πώς να το 'λεγα και σε μένα,&lt;br /&gt;το πόρισμα έλεγε πως ήμουν μία τρελή ακόμη.&lt;br /&gt;Έκανα ένα κρεμαστό σπίτι κάτω από τους στήμονες,&lt;br /&gt;ας είν' καλά και τα σέπαλα,&lt;br /&gt;κουρτίνες, αλεξήλια της ομορφιάς μου,&lt;br /&gt;να μείνω άσπρη, να μείνω αμόλυντη καθώς έλεγε η προαιώνια γιαγιά.&lt;br /&gt;Ποια Τοσοδούλα, ποιος Κοντρορεβυθούλης,&lt;br /&gt;έκανα σ' όλα τα παραμύθια διάρρηξη και&lt;br /&gt;ζούσα κάτω από κάτι στήμονες.&lt;br /&gt;Δεν το 'ξερε ούτε η έγνοια, ούτε η περιέργεια, ούτε κι η τυχαία ματιά&lt;br /&gt;πως μέσα σε ένα λουλούδι ζούσα εγώ,&lt;br /&gt;κανείς δεν τό 'ξερε, &lt;br /&gt;κανείς δεν αναρωτιόταν πού να πήγαινα άραγε μετά το σχολείο&lt;br /&gt;ή γιατί δεν πήγαινα ποτέ μαζί με τα παιδιά να πιάσουμε πεταλούδες&lt;br /&gt;ή γιατί ποτέ δεν ζητωκραύγασα στα βασανιστήρια που υπέμεναν οι γαλές,&lt;br /&gt;απ' τις διαθέσεις λιλιπούτειων βαρβάρων, λέγαν μόνο:&lt;br /&gt;τι παράξενο παιδί.&lt;br /&gt;Παιδί, ούτε καν κορίτσι, κοπελιά, κοκόνα, τσούπα ή κουκλίτσα. Παιδί.&lt;br /&gt;Μεταξύ μας, στην Τοσοδούλα δεν είχα κάνει απλώς ανελέητη διάρρηξη, &lt;br /&gt;ασκούσα περίτρανα ένα βέτο,&lt;br /&gt;την  ήθελα με πιο πολλές εκπλήξεις,&lt;br /&gt;να σηκώνεται, λέει, το πρωί και να τσακώνεται με τους κάστορες &lt;br /&gt;που της ροκανίζουν  το σπίτι, "δεν είναι αυθαίρετο", να φωνάζει &lt;br /&gt;και να ρωτά&lt;br /&gt;την πορτοκαλιά πότε παντρεύεται,&lt;br /&gt;το νερό τι θέλει πάλι,&lt;br /&gt;τη μέλισσα τι γράφει σήμερα η εφημερίδα,&lt;br /&gt;την έχιδνα αν είναι στις καλές της.&lt;br /&gt;Πιο μαχητική, όχι τόσο αθώα, όχι τόσο μικρή,&lt;br /&gt;να, πιο αληθινή,&lt;br /&gt;να την βρει ο πρίγκηπας, ας πούμε,&lt;br /&gt;την ώρα που φυσάει τη μύτη της στο πρώτο ανοιξιάτικο κρυολόγημα.&lt;br /&gt;Κάπως έτσι, &lt;br /&gt;δεν είπα ποτέ στον καθηγητή ότι ξέρω τα πάντα για το μίσχο, το στήμονα, το σέπαλο,&lt;br /&gt;δεν είπα.&lt;br /&gt;Κι ας έβλεπα τόσα γύρω από το σπίτι μου&lt;br /&gt;κι ας έβλεπα τις αλανιάρες φυστικιές να γκαστρώνονται μονάχα με το φύσημα του ανέμου, κι ας.&lt;br /&gt;Παρά μονάχα προφασίστηκα έναν πονοκέφαλο,&lt;br /&gt;έγινα μικρή, πολύ μικρούλα, σχεδόν τοσοδούλα&lt;br /&gt;διότι ήξερα, πια, πολύ καλά:&lt;br /&gt;Είναι πιο εύκολο να 'σαι μικρός όταν η ζωή σου όλη εκτυλίσσεται μέσα σε ένα καρυδότσουφλο,&lt;br /&gt;με τον πρίγκηπα να καταφτάνει στα σίγουρα, τελικά.&lt;/p&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/13194116-115159591338123742?l=mistounou.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://mistounou.blogspot.com/feeds/115159591338123742/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=13194116&amp;postID=115159591338123742' title='4 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/115159591338123742'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/115159591338123742'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://mistounou.blogspot.com/2006/06/blog-post_29.html' title='Οδός κάπου, πρώτο νεφούρι δεξιά'/><author><name>mistounou</name><uri>http://www.blogger.com/profile/11152482943784854958</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>4</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-13194116.post-115135519597077064</id><published>2006-06-26T13:49:00.000-07:00</published><updated>2006-06-26T13:53:16.056-07:00</updated><title type='text'>Κοίτα ψηλά</title><content type='html'>&lt;style type="text/css"&gt;.flickr-photo { border: solid 2px #000000; }.flickr-yourcomment { }.flickr-frame { text-align: left; padding: 3px; }.flickr-caption { font-size: 0.8em; margin-top: 0px; }&lt;/style&gt;&lt;div class="flickr-frame"&gt;	&lt;a href="http://www.flickr.com/photos/artofgold/115330744/" title="photo sharing"&gt;&lt;img src="http://static.flickr.com/45/115330744_65a5be0f19.jpg" class="flickr-photo" alt="" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;	&lt;span class="flickr-caption"&gt;&lt;a href="http://www.flickr.com/photos/artofgold/115330744/"&gt;Looking Up&lt;/a&gt;φωτογραφία :&lt;a href="http://www.flickr.com/people/artofgold/"&gt;artofgold&lt;/a&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;				&lt;p class="flickr-yourcomment"&gt;	Σα να λέμε "σήκω ψηλά". Δεν έχει και μεγάλη διαφορά, έτσι; Κι αν πολλοί κοιτώντας ψηλά θυμούνται πως την ίδια ώρα εκείνοι είναι κάτω και τι ωραία που θα ήταν να μπορούσαν να πετούν, εσένα σου συμβαίνει κάτι άλλο. Είσαι ήδη εκεί πάνω, στο σινεμά σου, μαζί με τις κοπέλες που θαύμασες και τους ήρωες που περιεργάστηκες πολύ, τότε που ήσουν παιδάκι. Υπάρχουν πολλών ειδών γέφυρες, οι μουσικές, οι ψυχές, τα τόξα, οι ζωγραφιές, τα λόγια, τα γέλια, τα πρωινά καμώματα της γάτας σου, οι σβούρες, τα ποδήλατα, οι μυρωδιές των κήπων, το τσιγάρο σου, το μαξιλάρι σου. Έχεις κι άλλη μία: το βλέμμα. Κοιτάς κάπου κι άξαφνα είσαι εκεί. &lt;br /&gt;Γι' αυτό σου λέω, κοίτα ψηλά.  Μη με κοιτάς, άκου με μόνο. Άκουσέ με που σου λέω.&lt;/p&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/13194116-115135519597077064?l=mistounou.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://mistounou.blogspot.com/feeds/115135519597077064/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=13194116&amp;postID=115135519597077064' title='5 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/115135519597077064'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/115135519597077064'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://mistounou.blogspot.com/2006/06/blog-post_26.html' title='Κοίτα ψηλά'/><author><name>mistounou</name><uri>http://www.blogger.com/profile/11152482943784854958</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>5</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-13194116.post-115027766301691969</id><published>2006-06-14T02:31:00.000-07:00</published><updated>2006-06-14T02:34:23.186-07:00</updated><title type='text'>Μαύρο συνολάκι και πατρόν το χώμα</title><content type='html'>&lt;style type="text/css"&gt;.flickr-photo { border: solid 2px #000000; }.flickr-yourcomment { }.flickr-frame { text-align: left; padding: 3px; }.flickr-caption { font-size: 0.8em; margin-top: 0px; }&lt;/style&gt;&lt;div class="flickr-frame"&gt;	&lt;a href="http://www.flickr.com/photos/ktb/14549695/" title="photo sharing"&gt;&lt;img src="http://static.flickr.com/11/14549695_b1e2447868.jpg" class="flickr-photo" alt="" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;	&lt;span class="flickr-caption"&gt;&lt;a href="http://www.flickr.com/photos/ktb/14549695/"&gt;Why Birch Tree Wears Slashes&lt;/a&gt;φωτογραφία :&lt;a href="http://www.flickr.com/people/ktb/"&gt;killthebird&lt;/a&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;				&lt;p class="flickr-yourcomment"&gt;	Ερχόταν, συχνά πυκνά, κάτω από τα κλαδιά μου. Έπιανε με τα ροζιασμένα χέρια του τις τριχιές, έβαζε ένα τελάρο ανάποδα, ανέβαινε πάνω για να φτάσει καλύτερα το καλό μου κλαδί. "Άντρα μου, δεν θα κρατάει καλά τα παιδιά, τούτο το κλαδί, είσαι σίγουρος;". Ήταν. Πολύ ήταν. Έκανε θηλιές δύο, ετοιμαζόταν καλά, ο οριακός στραγγαλισμός του κλαδιού, εις διπλούν τρυφερός, ναι. Στο όριο, λίγο ακόμη και θα το πνίξει το δέντρινο χέρι, κορμό, αρτηρία, ό,τι θέλεις πές το. Κοκκίνιζαν τα μάγουλά του απ΄την προσπάθεια, σφιγγόταν το δέρμα γύρω απ' τα χείλια, άσπριζε το δέρμα, λες κι έχασκε φως από πίσω του, στράβωνε το στόμα και το μυαλό αγκυλωμένο: πρέπει να τα δέσω γερά. Μια κουνια να κρέμεται κάτω απ' τα μαλλιά μου, φύλλα, προεκτάσεις, ό,τι θέλεις πες το.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και μετά, έρχονταν τα παιδιά. Ιδιαιτέρως εκείνη. Εκείνη κι εγώ, δυο εκείνες, δυο γυναίκες, δυο. Ήταν λίγο πιο βαριά απ' τον αέρα της, μα ποτέ δε μ' ένοιαξε, ήταν αντίβαρο, τελικά, στην ερημιά μου, περιέργεια, ελευθερία, ό,τι θέλεις πες το. Την άκουγα να μιλάει, μόνη της ή στα διερχόμενα τρακτέρ ή στις βρωμούσες που τόσο πολύ φοβόταν μην την ακουμπήσουν και δεν τη θέλει κανένα αγόρι μετά. Περίεργη φωνή, εναλλασσόμενη, με μπέρδευε, με τρέλαινε, "τι νιάνιαρο είναι αυτό; τι γυναικάρα; τι αφελής, τι βαθιά, μα τι;".  Τη συγχωρούσα πάντα για τις αλλαγές της, γιατί σε κάτι ώρες μυστικές, σιωπηλές, μεσημεριανές, ό,τι θέλεις πες τες, ήταν η μόνη που χάιδευε τα δάκρυά μου. "Κλαίει η καρυδιά, γιαγιά;". "Κλαίει, παιδί μου, κλαίει. Έτσι και της χαράξεις το κορμί, τρέχει ένα ζουμί, σκούρο, σαν αίμα". Δηλαδή, μάτωνα, για να λέμε την αλήθεια κι εκείνη, εκείνη ήταν η μόνη που κοιτούσε τις ουλές μου "Γιώτα" και "Τάκης". Οργιζόταν, μονάχα εκείνη, που μαύρη η ώρα κι η στιγμή, δυο αθώοι θύτες έγραψαν, με ανοιχτήρι μπουκαλιών, τα ονόματά τους επάνω μου. Αθώοι, διότι ομολόγησαν επ' αυτοφώρω. Σε κάτι ώρες ακόμη πιο μυστικές, φωναχτές, σκέψεις, ό,τι θέλεις πες το, νομίζω πως περίμενε την αδερφή ψυχή της.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ερχόταν κι εκείνος, αραιά και πού. Περνούσε το δρόμο που σκίαζα εκ γεννετής, ήταν θαύμα, ούτε φρέζες περνούσαν, ούτε τα εξονυχιστικά βλέμματα των γειτόνων, ούτε η αυστηρή απειλή του κυρ μπαρμπα Καρούτη που, ποτέ δεν αποφασίσαμε αν ήταν κύριος ή μπάρμπας, ξένος ή δικός. Μόνο οι δυο εκείνες κι αυτός, τρυφερό παιδί, σαν βαμβάκι, γελαστό, την ήθελε όπως ήταν. Έτσι, με το λιγδιασμένο κίτρινο σορτσάκι της και τα μαλλιά της που μυρίζαν γάλα, την ήθελε, με τις προεξοχές του λίπους στη διπλωμένη κοιλιά της, με τα γερά της πόδια, με τα χωματένια της δάχτυλα, με τ' άπλυτα δόντια, μύριζε ακόμη το στόμα της δυόσμο απ' τις μεσημεριάτικες μπουκιές, την ήθελε. Βλέπεις, ξέρεις, πιστεύεις, ό,τι θέλεις πες το, εκείνος ο μπαμπακιένιος πρίγκηπας που, τίποτε και ποτέ, δεν κρατούσε κάτι στα χέρια, ερωτευόταν τη θεά του καθισμένη στην κούνια, θρόνο, μαγεία, όπως θέλεις πες το.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ερχόταν και η επιφάνεια, η εκ των έσω, όμως, αναδυόμενη επιφάνεια. Τα παιδιά, οι θείοι με τα δουλεμένα ακροδάχτυλα, οι θείες με τις μπιγκμπάμπολ για φίλεμα ή οι άλλες με το ωραίο, ξινισμένο ψωμί, ή ο άγριος Σωτήρος να μας πάρει το κουτάβι ή ο κυρ Μίμης που κρατάει τους ίδιους σπόρους ντοματιάς απ' το 1980 ή ο αιώνιος αχός του τρένου. "Ποιος θα 'ναι αρχηγός;". "Όποιος περάσει ξυπόλητος το κοντοκουρεμένο στάρι". "Πάμε να εξερευνήσουμε το πέρα δασάκι;". "Βαριέμαι". "Να τι είσαι, μια τεμπέλα είσαι, τίποτα άλλο δεν κάνεις, όλη μέρα στην κούνια". "Εδώ μ' αρέσει εμένα".&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ήρθε κι ένα φίδι, μια μέρα. Κάτω από την κούνια της, ήρθε, και τρόμαξε πολύ η γιαγιά, τη σταμάτησε βίαια την αιώρηση εκείνης, της είπε "Σώπα!". Δε φοβόταν, έλεγε εκείνη, ηδονίστηκε απ' τη χαρά να δείξει δυνατή, πως αγαπά τα φίδια έλεγε, πως ήταν όμορφο το λευκό και πορτοκαλί του χρώμα, πως δε φταίει, έλεγε. Το σκότωσε ο παππούς κι ας μεγάλωσε σε ένα σπίτι που χωρίς φίδι για στοιχειό, δεν πήγαινε καλά η χρονιά, πεινούσε, κακοπερνούσε χωρίς την εύνοια τούτου του στοιχειού.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ήρθε και το φθινόπωρο. Τότε που φεύγαν τα παιδιά κι ησύχαζε η κούνια, βούβαινε, έπληττε, δυστυχούσε, ό,τι θέλεις πες το. Είχα έντονη φυλλόπτωση, πήγαινα στο γιατρό ματαίως, πρέπει να κάνω υπομονή μου έλεγε, μα τους καρπούς μου δεν άντεχα που τους παίρναν, αλάφρωνα πολύ, σχεδόν δεν υπήρχα, τι κι αν τρεφόντουσαν με δαύτους όλο το χειμώνα, ήμουν τόσο μόνη εγώ. Κι όλη η γη από κάτω μου μαύριζε, τους τιμωρούσα λίγο που με κλέβαν και τα παιδιά που φεύγαν, ό,τι έπεφτε από πάνω μου άφηνε μαύρο χνάρι. Παραπονιόταν, η γιαγιά, πώς άλλη καρυδιά να μαυρίζει έτσι το χώμα και την αυλή της δεν είχε ματαδεί, ας γκρίνιαζε, στο βάθος την αγαπούσα. Ήταν εκείνη. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Εκείνη που έρχεται, ακόμη κι αν δεν έρχεται ποτέ.&lt;/p&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/13194116-115027766301691969?l=mistounou.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://mistounou.blogspot.com/feeds/115027766301691969/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=13194116&amp;postID=115027766301691969' title='7 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/115027766301691969'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/115027766301691969'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://mistounou.blogspot.com/2006/06/blog-post_14.html' title='Μαύρο συνολάκι και πατρόν το χώμα'/><author><name>mistounou</name><uri>http://www.blogger.com/profile/11152482943784854958</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>7</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-13194116.post-115004935357742759</id><published>2006-06-11T11:05:00.000-07:00</published><updated>2006-06-11T11:09:13.610-07:00</updated><title type='text'>Έτσι είπε</title><content type='html'>&lt;style type="text/css"&gt;.flickr-photo { border: solid 2px #000000; }.flickr-yourcomment { }.flickr-frame { text-align: left; padding: 3px; }.flickr-caption { font-size: 0.8em; margin-top: 0px; }&lt;/style&gt;&lt;div class="flickr-frame"&gt;	&lt;a href="http://www.flickr.com/photos/markybon/95183506/" title="photo sharing"&gt;&lt;img src="http://static.flickr.com/43/95183506_660a26ffd6.jpg" class="flickr-photo" alt="" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;	&lt;span class="flickr-caption"&gt;&lt;a href="http://www.flickr.com/photos/markybon/95183506/"&gt;Piano Perspective&lt;/a&gt;φωτογραφία :&lt;a href="http://www.flickr.com/people/markybon/"&gt;MarkyBon&lt;/a&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;				&lt;p class="flickr-yourcomment"&gt;	Να μην πλύνει τα χέρια της σήμερα, είπε, άφησε τα ψάρια να τηγανιστούν από τη μια μεριά, το μωρό, ευτυχώς, κοιμάται, να μην πλύνει τα χέρια της, είπε, "ας παίξω τη Σονάτα Νο 2", είπε, "γιατί δε μου βγαίνει η τρίλια στο φα δίεση; και το τέμπο, πώς στο καλό θα το πάω στο 116; προλαβαίνω την τρίλια μέχρι να γυρίσω τα ψάρια, προλαβαίνω να κουρδίσω την καρδιά μου". Έτσι είπε και χώθηκε σε ένα λιόγερμα εγκαταλελλειμένων πλήκτρων, βομβαρδίστηκε από τις επιπλήξεις του προφέσορα "σκούπισε τα χέρια, διώξε τον  ιδρώτα, διότι, εννοείται, θα πρέπει να υπάρχει πάντα αυτός, μην τολμήσεις αλλιώς", καταιγίστηκε από τα κέρματα των νοερών περαστικών που νόμισαν ότι ζητιάνευε εκεί στην άκρη ενός δρόμου, ζητιάνευε χρόνο, ζητιάνευε λίγο ρυθμό αυθόρμητο στα πόδια τους, την κατάλαβαν -δεν την κατάλαβαν, αυτοί, πάντως., λίγα κέρματα τα έριξαν μέσα στο καπελάκι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τρέχει η τρίλια, της φεύγει, λάκησε, που λένε κάποιοι, τι θα κάνει ακόμη δεν ξέρει, τα χέρια της είναι άπλυτα, δεν τα σκούπισε απ' τον ιδρώτα, εκείνη πάντα πίστευε πως είναι καλύτερα να γλιστράνε τα ακροδάχτυλα στα πλήκτρα, μα τώρα τι ψάχνεις, τα ψάρια πρέπει  να τα γυρίσει κι η τρίλια άφαντη.&lt;/p&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/13194116-115004935357742759?l=mistounou.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://mistounou.blogspot.com/feeds/115004935357742759/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=13194116&amp;postID=115004935357742759' title='3 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/115004935357742759'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/115004935357742759'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://mistounou.blogspot.com/2006/06/blog-post.html' title='Έτσι είπε'/><author><name>mistounou</name><uri>http://www.blogger.com/profile/11152482943784854958</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>3</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-13194116.post-114967082737257900</id><published>2006-06-07T01:57:00.000-07:00</published><updated>2006-06-07T02:42:59.396-07:00</updated><title type='text'>Mαγειρική υπό το φως των κεριών</title><content type='html'>&lt;style type="text/css"&gt;.flickr-photo { border: solid 2px #000000; }.flickr-yourcomment { }.flickr-frame { text-align: left; padding: 3px; }.flickr-caption { font-size: 0.8em; margin-top: 0px; }&lt;/style&gt;&lt;div class="flickr-frame"&gt; &lt;a href="http://www.flickr.com/photos/dgavin/56297488/" title="photo sharing"&gt;&lt;img src="http://static.flickr.com/30/56297488_c7a8afe239.jpg" class="flickr-photo" alt="" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt; &lt;span class="flickr-caption"&gt;&lt;a href="http://www.flickr.com/photos/dgavin/56297488/"&gt;&lt;/a&gt;φωτογραφία :&lt;a href="http://www.flickr.com/people/dgavin/"&gt;Halix&lt;/a&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;    &lt;p class="flickr-yourcomment"&gt; Όταν θα πάει, πότε θα πάει, θα τη ρωτήσει για εκείνα τα τυροπιτάκια που τα έβαζε στρώσεις στρώσεις στο ταψί κι αναμεσα έριχνε τριμμένη μυτζήθρα, και μετά, το χαμόγελο είχε ένα μέτρο κι αυτό, είχε ένα μέγεθος που θα το ήθελε πιο μεγάλο, πιο μεγάλο,πιο.. Το μεσημέρι με τον αδερφό μου πήγαμε να ψαρέψουμε φούσκες, κατι κόκκινα θαλασσινά, που τα ξεκολλάγαμε απ'το βράχο και τ' ανοίγαμε με το μαχαίρι. Λοιπον, και το χαμόγελο του πατέρα μου θα το ήθελα πιο ανοιχτό και πιο μεγάλο, ας πούμε οτι η πρώτη κούρσα της ζωής μου είχε μισόκλειστα χαμόγελα, έτσι τα αισθανόμουν, δεν μου άνοιγαν την πόρτα,  παρά μόνο ελάχιστες φορές, να δω έξω, να δω εκεί, αλλά, τότε, δεν ήταν πια χαμόγελα, ήταν κάτι που μ' έκανε να τρέμω. Μόνο το Σάββατο βράδυ, την ώρα που πνίγηκα μ' ένα κομμάτι κόκκαλο απ' το κρέας της σούπας κι η γιαγιά έχωσε το δάχτυλο μέσα και μου το 'βγαλε ένοιωσα μια ανοιχτή ζωή, πως ηταν εδώ η ζωή, και ήμουν κι εγώ εδώ, κι ήταν καλά. Δεν ήμουν ανάσκελα στο κρεββάτι να ψάχνω τα σχέδια του ταβανιού, και λίγη αχνή μουσική που, κι αυτή ήταν μισόκλειστη, δεν είχε πολλά να μου πει, ένας σαχλαμάρας εκφωνητής προσπαθεί να πει αστεία, δεν έχει ούτε ένα αστείο αυτό το απόγευμα, είμαι μόνη στο κρεββάτι. Η γιαγιά έχει αμπελοφάσουλα, μακρουλά σα φίδια, πράσινα, πιο πράσινα απ' το βράσιμο, μυρίζει η κατσαρόλα την ώρα που βράζει, το απόγευμα είναι πράσινο και άγουρο. Βάζει στα πιάτα ρίχνει λίγο λάδι, δεν θυμάμαι αν ψιλόκοβε σκόρδο, μετά τρίβει πάλι μυτζήθρα αλμυρή, γίνονται σαν μακαρονάδα τ' αμπελοφάσουλα κι εγώ μυρίζω αυτό το απόγευμα και δεν ξέρω, βεβαίως,  πού οδηγεί.&lt;br /&gt;Είμαστε, λοιπόν,  στη σελίδα που ακόμη δεν άνοιξε καμιά πόρτα κι ό,τι έχω δει έξω δεν μου κάνει, δεν τρελαίνομαι με το έξω, μην πω το φοβάμαι. Μέσα είναι τα κεράκια, το λιβάνι, το καντήλι στο κοιμητήριο, κρατάω κι ένα τσιγάρο απ'την κασετίνα του παππού, την ώρα που εσύ πρέπει να ήσουν σε κείνο το πάρτυ στην ταράτσα της φοιτητικής εστίας κι άκουγες, χόρευες (;) "strange days".  Εγώ, την ίδια ώρα κάπνιζα το πρώτο μου κλεφτό τσιγάρο, ανάβοντας από το καντήλι της προγιαγιάς μου, γύρισα σπίτι και δεν πλησίαζα κανέναν. Μετα, πήγαμε εκείνη την ωραία βόλτα στ' όνειρό μου, σε μέρη της Ανατολής που φύεται η ψηλη δεντρολιβανιά, ήταν γεμάτο τέτοια μοσχομυριστά δέντρα, εσύ έκανες βόλτα στην αγορά ν' αγοράσεις φιλιά και κεντημένες παντόφλες να μου φέρεις κι εγώ, σε κάτι υπαίθριες μπανιέρες δροσιζόμουνα, και μύριζα γαρδένια εφηβική και πάντα καλόβολη τ' απογεύματα να σου ανοίξει ένα παράθυρο σ' ένα κόσμο που, όταν είσαι μικρό και άγουρο και αφελές, τον πιστεύεις, να πάρει η ευχή..Τέλειωσε τ' όνειρο, ξύπνησα κι ήμουν ακόμη διακοπές στη γιαγιά μου που, τις τελευταίες μέρες πριν φύγουμε, πάντα έφερνε πιο πολλές γκαζόζες και πιο πολλά μεζεδάκια έφτιαχνε και πιο πολλή κατανόηση είχε. Όλες τις μέρες είχε κατανόηση, είχε, όμως, και σιωπή. Τι πόρτα ήταν αυτή η σιωπή; Ανοιχτή ή κλειστή; Ακόμα δεν το ξέρω, κι άμα ήταν ανοιχτή, πού έβγαζε, σε ποιο δωμάτιο της ψυχ'ης της, πού ήθελε να με βάλει και δεν μπ'ηκα; Κι άμα ήταν κλειστή, τι είχε εκεί στην σκοτεινιά κρατημένο; Το βράδυ, λοιπόν, εκείνο, λίγες μέρες πριν φύγουμε, έπαιζε στο ραδιόφωνο κάτι επικά του Θεοδωράκη που μ΄ανατρίχιαζε, χωρίς να ξέρω γιατί, κι εκείνη τηγάνιζε ψωμί με μικρά κομματάκια τυρί, μου αρέσει πολύ κι ας είναι μεζές για τα μεσημέρια. Για τα μεσημέρια που έχω χορέψει μαζί σου κάτι κέρινους χορούς, πού στέκονται αυτοί οι μεσημεριάτικοι χοροί που χορεύω φέτος τα μεσημερια, πού στέκομαι εγώ, άντε να βρεις τώρα, που είναι μεσημέρι Ιουνίου και κάνει ζέστη, τα κεριά λιώνουν στο συρτάρι, όσα απέμειναν, το νερό κρύο στο ψυγείο σου, που δεν δουλεύει καλά και όλο απόψυξη θέλει κι εμείς φάγαμε απόγευμα στο Πεδίο του Άρεως τηγανητό ψωμί και τυρί και πίναμε, εν έτει 2006, ούζα και κοιταζόμασταν κι είχε φυτρώσει μια χλωμή κέρινη γαρδένια στο πεζοδρόμιο, καθώς καπνίζαμε και όλο ζητάγαμε τον αναπτήρα του σερβιτόρου για ν' ανάψουμε, βοήθειά μας.&lt;/p&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/13194116-114967082737257900?l=mistounou.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://mistounou.blogspot.com/feeds/114967082737257900/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=13194116&amp;postID=114967082737257900' title='5 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/114967082737257900'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/114967082737257900'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://mistounou.blogspot.com/2006/06/m.html' title='Mαγειρική υπό το φως των κεριών'/><author><name>mistounou</name><uri>http://www.blogger.com/profile/11152482943784854958</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>5</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-13194116.post-114806140063775403</id><published>2006-05-19T10:54:00.000-07:00</published><updated>2006-05-19T11:29:27.716-07:00</updated><title type='text'>Ο ζητιάνος</title><content type='html'>&lt;a onblur="try {parent.deselectBloggerImageGracefully();} catch(e) {}" href="http://photos1.blogger.com/blogger/7119/1150/1600/homeless.0.jpg"&gt;&lt;img style="margin: 0pt 10px 10px 0pt; float: left; cursor: pointer;" src="http://photos1.blogger.com/blogger/7119/1150/400/homeless.jpg" alt="" border="0" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;div style="float: right; margin-left: 10px; margin-bottom: 10px;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-size:78%;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Originally uploaded by &lt;a href="http://www.flickr.com/photos/13899979@N00/134389993/"&gt;david gillanders'&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;Δεν τον νοιάζει τελικά&lt;br /&gt;αν θα του δώσω το ένα ευρώ&lt;br /&gt;που ζήτησε.&lt;br /&gt;Κάθεται δίπλα μου, το ξέχασε κιόλας,&lt;br /&gt;πετάει το νερό που απέμεινε στο κύπελλό του&lt;br /&gt;ψηλά.&lt;br /&gt;Να, λοιπόν, που δύναται αυτός ο πιτσιρίκος&lt;br /&gt;να φτιάξει βροχή καλοκαιριού απόγευμα,&lt;br /&gt;τι να κοστίζει κι αυτή η βροχή.&lt;br /&gt;Μες στο παιχνίδι του μικρού&lt;br /&gt;χάθηκε ένα πενηντάλεπτο,&lt;br /&gt;μια ερώτηση, χάθηκε, στον επόμενο περαστικό&lt;br /&gt;"μου δίνεις ένα ευρώ; ένα πενηντάλεπτο;".&lt;br /&gt;Του ΄πα κάτι σαν όχι, πάντως εγώ,&lt;br /&gt;του 'δειξα τα κιτάπια μου,&lt;br /&gt;σα να μολόγησα πως δε μου περισσεύει&lt;br /&gt;χρόνος.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κι αυτός, εδώ, στο πλάι μου,&lt;br /&gt;βρήκε αφορμή απ' αυτήν μου την άρνηση κι έγινε&lt;br /&gt;πάλι παιδί.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Με συγχώρεσε κιόλας,&lt;br /&gt;πόσο τον λατρεύω τώρα,&lt;br /&gt;σαν άτακτος αδερφός που τον άφησα πάλι απένταρο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τούτος, λοιπόν, ο πάντα του αποδιοπομπαίος,&lt;br /&gt;με θυμώνει που μες στην αδυναμία του&lt;br /&gt;με νικά,&lt;br /&gt;φτιάχνει βροχή στα καλά του καθουμένου,&lt;br /&gt;χορεύει κιόλας μέσα της,&lt;br /&gt;κοίτα τον, τσίπα δεν έχει,&lt;br /&gt;με νίκησε ολοκληρωτικά.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/13194116-114806140063775403?l=mistounou.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://mistounou.blogspot.com/feeds/114806140063775403/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=13194116&amp;postID=114806140063775403' title='13 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/114806140063775403'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/114806140063775403'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://mistounou.blogspot.com/2006/05/blog-post_19.html' title='Ο ζητιάνος'/><author><name>mistounou</name><uri>http://www.blogger.com/profile/11152482943784854958</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>13</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-13194116.post-114639188976856579</id><published>2006-04-30T01:48:00.000-07:00</published><updated>2006-04-30T04:50:21.266-07:00</updated><title type='text'>Λοιπόν...</title><content type='html'>..τώρα που δεν είσαι εδώ, κάθομαι και κλαίω. Θυμάμαι τη μάνα μου, αυτή που μίσησα κι αγάπησα μαζί. Χωράει μίσος στην αγάπη; -μου λες- κι εκείνη την ώρα σου λέω μισόλογα. Ενώ από μέσα μου ουρλιάζω:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Αν χωράει λέει; (και το βλέμμα της είναι έντονο, σκοτεινό κι αστραφτερό μαζί, μα πώς γίνεται να 'ναι σαν ουρανός, μια Κασσιόπεια στ' αριστερά, κι ένας σκύλος να κοιμάτα δίπλα στον αστροναύτη, μια Κασσιόπεια απο πάνω της, να της χαράζει μιαν άυλη γοητεία, να της χαράζει ένα βλέμμα σκοτεινό κι αστραφτερό, σαν ουρανό της νύχτας, κάθε που ένας αναστεναγμός ξεφούσκωνε σα λάβα μέσα στα σπλάχνα της), αν χωράει! (Σηκώνεται ο κορμός της, έτσι όπως είναι καθιστή, μια νοερή κορδέλα να την τραβά απαλά μα και βίαια μαζί, βάζει τα χέρια στα γόνατα, με τα πόδια ανοιχτά, γέρνει λίγο μπρός το κορμί, δυναμική στάση, δυναμική ματιά, λίγο επιθετική μαζί, λίγο γελαστή, μια στιγμή είναι, τίποτα άλλο δεν είναι, μια στιγμή που είναι έτοιμη να δώσει επιχειρήματα). Άκου να σου πω, όταν τόσο πολύ μοιάζεις με τη μάνα σου και, συνάμα, ο μεγαλύτερος φόβος σου είναι μήπως της μοιάσεις, τότε, ναι, χωράει το μίσος στην αγάπη. Πώς γίνεται, βρε παιδί μου κι αγκαλιάζονται τόσο πολύ αυτά τα δύο, τόσο μακριά και τόσο κοντά, αυτά τα δύο, δεν ξέρεις ποιο είναι το αγόρι, δεν ξέρεις ποιο είναι το κορίτσι, τρελαίνονται από την αγάπη, κολλάνε με κάτι που ποτέ δεν θα εφευρεθεί, μια κόλλα που ό,τι κι αν ενώσει, δημιουργεί ένα βύθισμα, κολλάς και βυθίζεσαι μαζί, είναι απίστευτο, σου λέω, ακουσέ με, εμένα που κάτι ξέρω κι εγώ. Τέλος πάντων, είναι και φορές, που θες να φύγεις. Είναι εκείνες οι φορές, που η πολυποίκιλη και πρισματική τρέλα της μάνας σου, σου δείχνει κάτι γωνίες αβυσσαλέες. Ρε, παιδί μου, πώς να σου το πω, είναι τόσο αιχμηρές αυτές οι γωνίες που καρφώνεσαι πάνω τους, όμορφες γωνίες, υπάρχουν εκεί, δεν κινούνται, γιατί, ας το παραδεχτούμε επιτέλους, δεν πάει ποτέ το βουνό στο Μωάμεθ, δεν πάει ποτέ. Όχι. Είναι εκεί, κολλημένες στο βράχο τους, τον καραγουστάρουν το βράχο τους, δεν θέλουν να φύγουν από κοντά του, είναι ο πυρήνας τους, κολλάνε νωχελικά και στιβαρά μαζί με ‘κείνον, και, έπειτα, να ‘σου εκείνο το υψωμένο τους κορμί, να πετάγεται, να ορθώνεται, να ανεβαίνει μέχρι τα βάθη τ’ ουρανού, να πετάει κανονικότατα, να βολτάρει, μα ο πυρήνας, αδιάβλητος σκοτώνει το παράπονό του για ‘κείνο το τρελό φευγιό τους, τις αγαπάει ακόμα, μα εκείνο το φευγιό τους, όσο και να τον μαχαιρώνει τον προικίζει με την ομορφιά της τρέλας τους, όχι γι’ αυτά που βλέπουν ή ακούν, μα για κείνη την ηδονή που δοκιμάζουν όταν εκτοξεύονται, όταν ορμούν να κάνουν το βήμα, ακόμη κι αν η ακροφοβία τους χτυπάει σαν ταμπούρλο. Έτσι είναι. Δεν μπορεί να μην τις αγαπά. Διότι βλέπει, πως εκείνες οι γωνίες, οι κορφές, οι κορυφογραμμές, μ’ εκείνη την ελευθερία που έχουν, μπορούν και συνομιλούν με το αλλού, το είτε όμορφο, είτε άσχημο, είναι μακριά σου βρε αδερφέ, το αγαπάς μόνο και μόνο που είναι μακριά σου, πρέπει πάντα να κάνεις ένα ταξίδι για να πας εκεί. Αυτή είναι, λοιπόν, η ομορφιά, μα έλα που όποτε τη φωτίζεις με το βλέμμα σου, πέφτει σκιά τρομακτική λίγο παραδίπλα; (Ανάβει τσιγάρο, βολεύται στη θέση της, ξαφνικά αποφασίζει να σηκωθεί και να περπατήσει δυο βήματα, στέκεται πλάτη στον ακροατή της). Πάρ’ το χαμπάρι: όταν έχεις να κάνεις με επιφάνεια, η σκιά πάντα δημιουργείται από σένα, δεν έχεις τίποτα να φοβηθείς, είσαι εσύ κι ο κόσμος, κι αν κάτι κινείται μαζί σου, δεν είναι άλλος από την ίδια τη σκιά σου. Όταν όμως, έχεις να κάνεις με κάτι ανάγλυφο, υπάρχουν μυριάδες ξένες σκιές γύρω σου, περπατάς ανάμεσα στις γωνίες, λοιπόν, κι είσαι εκεί με άπειρες πτυχές και φωτοσκιάσεις, ω...(χαμογελάει). Πόσο φοβάσαι που δεν ξέρεις τι κρύβεται πίσω απ’ τη γωνία, μα πιο πολύ, τρέμεις για ό,τι ίσως θα υπάρχει μέσα της. Να ‘σου, λοιπόν, με ένα δίλημμα, ‘κείνη την ώρα που νιώθεις την ανάγκη να μαντέψεις τι σε περιμένει –γιατί, ναι, αν δεν προετοιμάσεις τον εαυτό σου και για τις δυο εκδοχές, νιώθεις κάτι σαν θάνατο- οπότε λες: να πιστέψω σε κάτι όμορφο ή σε κάτι άσχημο; Κι όταν δεις το όμορφο, ανακουφίζεσαι σχεδόν, μα το άσχημο, αχ αυτό το άσχημο.. σε κόβει στη μέση. Έτσι κι η πολυποίκιλη και πρισματική τρέλα της μάνας σου, σου μοιάζει αλλά και τη φοβάσαι, την αγαπάς και τη μισείς, μα το μόνο πράγμα που σε κρατάει με αυτό το αντιφατικό αγκάλιασμα, πως, ναι! υφίσταται, υπάρχει, κάπως είναι λογικό που υπάρχει, δεν μπορεί να είμαι τρελλή, είναι το γεγονός ότι ζεις ακόμα. Γιατί είναι πολύ γενναίο να ανασαίνεις έπειτα από τέτοια σύγκρουση, λες «αφού μπόρεσα και είμαι ακόμη εδώ, ό,τι κι αν συμβαίνει ζωή είναι, πάμε παρακάτω». Με τούτα και με κείνα, το παίρνεις απόφαση, μπορεί να σου γίνει και συνήθεια κάποια στιγμή, προχωράς μα βλέπεις κι ότι άλλαξες, μαζί με όλα σου τα βλέμματα, να ‘σου και κείνο το σκοτεινό κι αστραφτερό μαζί, σαν έναστρος ουρανός της νύχτας, με τον αστροναύτη να ερωτεύεται τις εκλάμψεις του. Κάπως έτσι σε αγαπώ κι εγώ. &lt;p class="MsoNormal"&gt;&lt;o:p&gt; &lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;   &lt;p class="MsoNormal"&gt;Αυτά με ρωτάς και μου λες ολοένα πως αντέχεις όλες τις απαντήσεις, ας μου λες εσύ, εγώ θυμάμαι τη μάνα μου. Θα ‘θελα να ταν εδώ τώρα, το ξέρω πως θα σ’ αγαπούσε, θα κουβεντιάζαμε, θα με μάλωνε τρυφερά για κείνη την τεμπελιά που με δέρνει, θα με αγγάρευε να της φτιάξω καφέ, θα μου τον είχε έτοιμο, όμως, πάντα το πρωί, θα μου ‘λεγε για σταυροβελονιές και συμβιβασμούς, θα με κοίταζε φορές φορές, ίσως να σκεφτόταν πως πρέπει να αδυνατίσω λίγο, μα την ίδια στιγμή τα μάτια της θα φανέρωναν καμάρι για μένα, πώς θα γινόταν αλλιώς, θα την μύριζε την αγάπη μας, θα της θύμιζε τα λεμονάνθια, θα τη γευόταν την αγάπη μας, θα χόρευαν κάτι χαριτωμένα και παιχνιδιάρικα όνειρα, θα ‘βλεπε ξανά τα πρώτα της πεφταστέρια, θα κοιμόταν γλυκά, παρέα με τις παρθενικές της ευχές, τα βράδια, θα μας έπαιρνε αμέσως χαμπάρι, σου λέω, θα ήταν σύμμαχος σε τούτη την αγάπη, όχι τίποτ’ άλλο, μα τελικά, εκείνο το «όλα θα πάνε καλά» της μάνας, είναι το μόνο που μοιάζει αληθινό. &lt;/p&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/13194116-114639188976856579?l=mistounou.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://mistounou.blogspot.com/feeds/114639188976856579/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=13194116&amp;postID=114639188976856579' title='14 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/114639188976856579'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/114639188976856579'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://mistounou.blogspot.com/2006/04/blog-post_30.html' title='Λοιπόν...'/><author><name>mistounou</name><uri>http://www.blogger.com/profile/11152482943784854958</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>14</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-13194116.post-114553940678609917</id><published>2006-04-20T06:17:00.000-07:00</published><updated>2006-04-21T10:39:31.660-07:00</updated><title type='text'>Ακροδύτης</title><content type='html'>Ώστε, μάλλον δεν υπάρχει άλλη επιλογή. Πρέπει να γράψω ό,τι μου κατεβαίνει. Κοίτα, η αλήθεια είναι, ότι από εδώ πάνω που είμαι, κατεβαίνουν πολλά. Το σφυρί ακόμη το κρατώ, δεν θα μπορούσα άλλωστε να κάνω κι αλλιώς, είναι το σκήπτρο της ανάγκης μου, μα πριν λίγο έπεσε απ' την τσέπη μου μία φωτογραφία από εκείνες που έβγαζα κάθε τρεις και λίγο στις επετείους, χριστούγεννα, απόκριες, πάσχα, παρελάσεις. Με τα δόντια να βγαίνουν ακατάστατα, να μοιάζω πάντοτε φαφούτα και μ' ένα χαμόγελο που τρυπούσε κυριολεκτικά ό,τι μου έμαθε η γιαγιά μου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Όταν βγάζεις φωτογραφίες, μη χαμογελάς τόσο πολύ κοριτσάκι μου, δεν είναι τοσο ωραίο να φαίνονται όλα τα δόντια. Νομίζεις ότι δε μου αρέσει κι εμένα να χαμογελάω έτσι; Δε χαμογελάω, όμως, κρατώ το στόμα κλειστό και χαμογελάω ελαφρά, στέκομαι σοβαρή, να έτσι".&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και πόσο έμοιαζε αμήχανο το χαμόγελό της. Και πόσο καταλάβαινα από εκείνη τη στιγμή κι έπειτα, πότε η γιαγιά χαμογελούσε πραγματικά και πότε στα ψεύτικα. Όποτε έβλεπα άνθρωπο να του χαμογελά ψεύτικα, έλεγα μέσα μου "τούτον εδώ, πρέπει να τον προσέχεις".&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ποτέ δεν την άκουσα, ήθελα δεν ήθελα, γινόμουν ένας φαφούτης κλόουν και τούτες τις απόκριες.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Νομίζω ότι πλάι στη φωτογραφία είχε κι ένα μολύβι. Έπεσε κι αυτό, πού να προσγειώθηκε άραγε, δεν ξέρω. Πρέπει να είναι ο Mr Pen, ναι, αυτός πρέπει να είναι. Ένα μολύβι που έτυχε να βαφτιστεί από μένα, αφού πρώτα το είχα αγοράσει με διεξοδική παρατήρηση, το περιεργαζόμουν στο βιβλιοπωλείο, το δοκίμαζα, γράφει καλά, μην είναι πολύ αργό γιατί θα με κουράζει, μην είναι πολύ ελαφρύ γιατί θα κάνω άτσαλα γράμματα. Και νατο τώρα που μιλά αυτοπροσώπως, ξεκινάει με το όνομά του, "είμαι ο Μr Pen, έχω να πω αυτά σήμερα", πώς με παραμέριζε έτσι ένα μολύβι, πώς μου έπαιρνε τη μιλιά, δεν ξέρω, μα κι εκείνο, όπως μερικά άλλα έτυχαν μιας βάφτισης, έτυχαν μιας δικής τους ιστορίας, μιας περίεργης προσωπικότητας. Έπεσε κι αυτό, παρέσυρε απ' την τσέπη μου και μία μνήμη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Εκείνη που με θέλει να περπατώ ολομόναχη στα σκονισμένα μου δωμάτια. Ήταν μια φορά που κλεισμένη σε ένα υπόγειο δωμάτιο, χειμώνας ήταν, ένα φωτάκι μικρό εκεί, στοίβες βιβλία ολόγυρα κι εγώ, με ρούχα πολλά, με δυο, ίσως τρία παλτά, ένα σκουφί στο κεφάλι, να ψάχνω με αγωνία τα κιτάπια της ψυχής μου. Τίποτα άλλο, τα βιβλία της ψυχής μου κι εγώ κι ένα δωμάτιο που από τότε δεν το ξανάδα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ας είμαι ψηλά, ας χαιρετώ τους μπόμπιρες που με κοιτούν απ' τα αεροπλάνα, ας ξεδιακρίνω τα πορτοκαλί μπουφάν που φοράνε, τούτα τα εκπεσμένα πράγματα, σα να τα βλέπω να προσγειώνονται στα χέρια του εργολάβου. "Μην τα πετάξεις", φωνάζω, "φύλαξέ τα μέχρι να κατέβω, κοντεύει η ώρα που θα χτυπήσω κάρτα, φύλαξέ τα και σου υπόσχομαι, ποτέ δε θα αφήσω να πέσει το σφυρί μου, θα κάνω πάντα τη δουλειά μου. Ασπροπρόσωπος θα βγείς και σήμερα".&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σα να 'μεινε κάτι στην τσέπη, φοβάμαι, όμως, να το βγάλω, φοβάμαι. Αν πέσει κι αυτό; Δε χρειάζεται να το δω, η αφή μου λέει για την τραχύτητα του σχοινιού, είναι ίδιο κι απαράλλαχτο με αυτό που δένει ο παππούς μου τις πραμάτειες, μην του φύγουν στο δρόμο. Ολόιδιο είναι με τις τριχιές της κούνιας, που με έδενε με το δέντρο, μην τυχόν και φύγω στην εκτόξευση. Μα, κοίτα, είναι ολόιδιο με το λάστιχο που παίζαμε στη γειτονιά, να δένονται τα παιδιά με το παιχνίδι, μην τυχόν και ξεφύγουν απ' τη γειτονιά της ηλικίας. Πόσο μοιάζει με τις κλωστές τις μεταξωτές που αφήνουν στο διάβα τους τα σαλιγκάρια, να δεθούν με την πορεία, μην τυχόν και τους χάσει το ταίρι που ακολουθεί, να πάνε μαζί. Πόσο μοιάζει μ' εκείνο το σκοινί που με δένει με το ύψος της ανάγκης, μην τυχόν και ξεχαστώ, μην πέσω σε ότιδήποτε που δεν είναι τώρα. Πόσο μοιάζει με το σκοινί που τώρα περπατάω, αυτό που δεν με δένει με τίποτα, παρά μονάχα με τον εαυτό μου. Αυτό που μου λέει "ό,τι κι αν ξεπέσει απ΄την τσέπη σου, το περιμένει μια τρυφερή χούφτα".&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/13194116-114553940678609917?l=mistounou.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://mistounou.blogspot.com/feeds/114553940678609917/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=13194116&amp;postID=114553940678609917' title='9 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/114553940678609917'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/114553940678609917'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://mistounou.blogspot.com/2006/04/blog-post.html' title='Ακροδύτης'/><author><name>mistounou</name><uri>http://www.blogger.com/profile/11152482943784854958</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>9</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-13194116.post-114330300701316538</id><published>2006-03-25T08:09:00.000-08:00</published><updated>2006-03-25T08:10:07.343-08:00</updated><title type='text'>Ένας, να μην ξέρει.</title><content type='html'>Ήταν μια μικρή ιστορία, που δεν ήθελε να ανήκει σε κανέναν. Να γεννηθεί άξαφνα από τον κόσμο, αλλά να μην είναι ούτε του παιδιού, ούτε του σοφού, ούτε του απελπισμένου, ούτε του ερωτευμένου, ούτε του παλιού, ούτε του μελλοντικού, ούτε του φανταστικού, ούτε και του αληθινού. Μεγάλο όμως το πρόβλημα αυτό, διότι ποια ιστορία να 'ναι αυτή που δεν θα μπορούσε να είναι κανενός;&lt;br /&gt;Έφερνε γύρω γύρω η ιστορία, κυλιόταν στο σύμπαν, καττρακυλούσε στα κεφάλια των ανθρώπων, σερνόταν από τις ουρές των μετεωριτών, κρεμόταν από την άκρη των γαλαξιών, βούταγε στη θάλασσα, πιανόταν απ' τα αγκάθια των σπάρων, ούρλιαζε πλάι στις σειρήνες, κοιμόταν μέσα στις φουρτούνες, ήπιε νερό, πολύ νερό, αλμυρό νερό, λύσσαξε, αφήνιασε, κάλπασε μαζί με τις αντιλόπες μπας και καταφέρει να τις κάνει να συμμεριστούν την τρέλα της, του κάκου.&lt;br /&gt;Έγινε η ιστορία ρακένδυτη, άθλια μέσα στους αθλίους, ρούφαγε με λαχτάρα τα μισοσβησμένα τσιγάρα, οσμιζόταν τις ακαθαρσίες, καθόταν άπραγη στα πεζούλια κι έτσι, σε αυτήν την κατάσταση αποφάσισε να μπει στο μυαλό ενός ανθρώπου, δεν πήγαινε άλλο, έπρεπε πια να γεννηθεί, έπρεπε κάπως να υπάρξει.&lt;br /&gt;Πόσο θα 'θελε να υπήρχε, όμως, ένας άνθρωπος που να ΄ταν, λέει, όλος ο κόσμος και συνάμα να ήταν παντελώς έξω από τον κόσμο. Μα πού να τον βρει, πού να βρει έναν τέτοιον άνθρωπο, τόσο ταπεινό, τόσο αθώο και τόσο ένοχο μαζί. Πού να βρει έναν άνθρωπο που να ξέρει ότι τίποτα δεν ξέρει, που να ξέρει ότι καμμία ιστορία δεν θα μπορούσε να είναι δική του, παρά μόνο όλα όσα εκείνος έζησε κι όχι όσα του είπαν, κι όχι όσα έμαθε, κι όχι όσα κατάλαβε. Μόνο εκείνος που θα 'ταν βέβαιος για όσα ένιωσε και για τίποτα άλλο, μόνο εκείνος θα ήταν ίσως ιδανικός να ξεγεννήσει την ιστορία.&lt;br /&gt;Την πήραν τα κλάμματα, την έπιασε το παράπονο, πηγαίναν τα πουλιά σιμά της, τη ρωτούσαν τι έχει, τι την απασχολεί, τη ρωτούσαν κι οι ανεμώνες, πού και πού κάτι μωρά την αντιλαμβάνονταν σαν ανέμιζε στα τσουλούφια τους, την περιεργάζονταν τα πλάσματα και της λέγαν λόγια τρυφερά. Τη ρωτούσαν, την ξαναρωτούσαν, "μα τι έχεις, τι θέλεις;πες μας, τι θέλεις;". Κι αν καμμιά φορά τους έλεγε, απαντούσαν -δεν μπορώ να πω, απαντούσαν- με κάθε καλή πρόθεση, μόνο που χωρίς να το θέλουν, όλα εκείνα τα πλάσματα, μες στις κουβέντες τους πετούσαν πότε πότε το "εγώ", άλλες φορές το "ξέρω" και συχνά πυκνά ένα "σε καταλαβαίνω".&lt;br /&gt;"Ποιος διάολος είναι αυτός που ορκίζεται ότι μπορεί να με καταλάβει;" αλύχτησε η ιστορία, "ποιος; ποιος;"."Ποιος είναι αυτός που νομίζει ότι ξέρει τι θέλω να πω να τον ξεσκίσω με τα ίδια μου τα χέρια; Άθλιοι...", είπε σβησμένα, "άθλιοι...Πιο άθλιοι κι από μένα...".Σώπασε για τα καλά μετά, η ιστορία, κρύφτηκε για τα καλά και, πραγματικά, τόσο καλά που κρύφτηκε, κανένας δεν μπόρεσε να πει με βεβαιότητα πού πήγε. Ή μάλλον, όχι πού πήγε, που μπορεί να πήγε. Χάθηκαν τα ίχνη της, ακούγονταν διάφορα πως ξεπουλήθηκε σε κάτι παζάρια, πως εξαϋλώθηκε, πως μεταμορφώθηκε σε πλατάνι, πολλά, πολλά. Ώσπου σώπασαν κι οι εικασίες, συνέχισε ο κόσμος να δημιουργεί κονιορτούς, να ανασαλεύει, να παλεύει με τους ανέμους και την άγνοια που πότε γινόταν περιγέλαστη, πότε γινόταν παραδοχή οδυνηρή. Πορεύτηκε για πολύ ο κόσμος, θα ΄χε δε θα ΄χε περάσει μια μέρα, ώσπου η ιστορία συνάντησε τη χώρα του Μύθου.&lt;br /&gt;Χαιρέτησε, συστήθηκε με διαδικασίες συνοπτικές, έβαλε ρούχα άλλα, άλλαξε στοιχεία, έγινε κάτοικος εκεί, μάκρυνε τα μαλλιά της, τα 'βαψε και λίγο κόκκινα, έπιασε και μια κάποια δουλειά, κανείς δεν καλοξέρει. Μα φαντάζομαι ότι μάλλον ήταν ευτυχισμένη εκεί. Εκεί, στον τόπο που κανείς τελικά δεν ξέρει.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/13194116-114330300701316538?l=mistounou.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://mistounou.blogspot.com/feeds/114330300701316538/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=13194116&amp;postID=114330300701316538' title='6 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/114330300701316538'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/114330300701316538'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://mistounou.blogspot.com/2006/03/blog-post.html' title='Ένας, να μην ξέρει.'/><author><name>mistounou</name><uri>http://www.blogger.com/profile/11152482943784854958</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>6</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-13194116.post-114112451486666924</id><published>2006-02-28T03:00:00.000-08:00</published><updated>2006-02-28T03:01:54.953-08:00</updated><title type='text'>Πνιγμένο βλέμμα</title><content type='html'>&lt;span style="font-size:100%;"&gt;Ναι. Λούφαξαν τα μάτια απ' το φως, πήραν μια κατηφόρα σχεδόν ηδονική, θυμούνται την τσουλήθρα της παιδικής χαράς, θυμούνται πώς καίγαν τα κάγκελα κάτι μεσημέρια, θυμούνται, αυτά τα μάτια, που κοιτάνε τώρα χαμηλά, θυμούνται. Φορές φορές, δεν αντέχεται τόσο φως...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αναδιπλώνεται το βλέμμα, είναι που γίνεται πιο τολμηρό όταν κοιτάει μέσα, είναι που γίνεται πιο αλαζονικό όταν διαλέγει πού θα κοιτάξει, αναδιπλώνεται το βλέμμα. Σα σκύλος αδέσποτος που μοιάζει τους πάντες να φοβάται, μα του αρκεί ένα κούρνιασμα σε μέρος απάγκιο για τη νύχτα. Αναδιπλώνεται και τρομάζει, σα να πνίγεται εκείνο το βλέμμα, σα να μπούχτισε από Ανατολές, σα να φλερτάρει με το σκοτάδι, σα να ερωτροπεί με τις παρυφές της Δύσης.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έτσι πνιγμένο χάσκει το βλέμμα μου, δεν ξέρει τι να πει, δεν ξέρει πώς να το πει, δεν ξέρει γιατί να πει ό,τι θα πει, δεν ξέρει πότε να πάρει ανάσα, αρνείται τη στίξη, ξεχνάει τα κόμματα, αφαιρεί τις τελείες κι ας του παν κάποιοι πως άλλο είναι το σωστό. Δε φτάνει ούτε η μεγαλύτερη αναπνοή για να ξεθυμάνει το βλέμμα. Φανταστείτε το.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Διάπλατο λες και τρόμαξε, υγρό λες και δάκρυσε, χαμηλωμένο λες και ντράπηκε, πλάγιο λες κι ετοιμάζεται να επιτεθεί.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Φανταστείτε το και ζωγραφίστε το, φωτογραφίστε το κι ας μην υπάρχει λόγος. Κι ας μην ανήκει το βλέμμα σε μία σταρ του σινεμά -ποιος τις ακούει τώρα αυτές- μιλήστε του, μπας και την πάρει την ανάσα που του πρέπει, μπας και ξεχάσει το λήθαργο του πνιγμού, μπας κι αφήσει για λίγο το μέσα, μπας κι εντυπωσιαστεί από κάτι που μυρίζει πραγματικότητα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δεν ξέρει τι άλλο να πει εκείνο το βλέμμα, ούτε για νέα, ούτε για το πώς άραγε τα περνά, ούτε γιατί ξέχασε το δρόμο για τα χείλια, μόνο βλέπει, μόνο βλέπει. Βλέπει, ύπουλα σχεδόν, ανεπαίσθητα σχεδόν, μα πάντα βλέπει. &lt;/span&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/13194116-114112451486666924?l=mistounou.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://mistounou.blogspot.com/feeds/114112451486666924/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=13194116&amp;postID=114112451486666924' title='4 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/114112451486666924'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/114112451486666924'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://mistounou.blogspot.com/2006/02/blog-post.html' title='Πνιγμένο βλέμμα'/><author><name>mistounou</name><uri>http://www.blogger.com/profile/11152482943784854958</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>4</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-13194116.post-113829489820322190</id><published>2006-01-26T08:59:00.000-08:00</published><updated>2006-01-26T09:01:38.226-08:00</updated><title type='text'>Απλώς....</title><content type='html'>&lt;a href="http://photos1.blogger.com/blogger/7119/1150/1600/o_Christian%20Luna2.jpg"&gt;&lt;img style="DISPLAY: block; MARGIN: 0px auto 10px; CURSOR: hand; TEXT-ALIGN: center" alt="" src="http://photos1.blogger.com/blogger/7119/1150/320/o_Christian%20Luna2.jpg" border="0" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;...ένα "γεια"...Σας φιλώ όλους εσάς, μακρινοί φίλοι μου...&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/13194116-113829489820322190?l=mistounou.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://mistounou.blogspot.com/feeds/113829489820322190/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=13194116&amp;postID=113829489820322190' title='12 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/113829489820322190'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/113829489820322190'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://mistounou.blogspot.com/2006/01/blog-post.html' title='Απλώς....'/><author><name>mistounou</name><uri>http://www.blogger.com/profile/11152482943784854958</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>12</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-13194116.post-113630042412176142</id><published>2006-01-03T06:54:00.000-08:00</published><updated>2006-01-03T07:08:56.150-08:00</updated><title type='text'>Running from the rain</title><content type='html'>&lt;div align="center"&gt;&lt;a href="http://photos1.blogger.com/blogger/7119/1150/1600/04436%20Running%20from%20the%20Rain%200049%20copy%202.0.jpg"&gt;&lt;img style="margin: 0px auto 10px; display: block; text-align: center; width: 268px; height: 497px;" alt="" src="http://photos1.blogger.com/blogger/7119/1150/320/04436%20Running%20from%20the%20Rain%200049%20copy%202.jpg" border="0" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;("Running from the rain" by &lt;a href="http://www.annekaringlass.com/"&gt;AnneKarin Glass&lt;/a&gt;)&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Είναι πόσες μέρες τώρα που στα αυτιά μου ακούγεται κάτι σαν βροχή.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Έλα, ο θόρυβος που κάνει ο υπολογιστής είναι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Ναι;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Ή ίσως να είναι ένας συνεχής μακρινός ήχος.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Ναι;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Ναι. Αλλά ίσως να είναι και τα αυτιά σου, που βουίζουν πάλι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Μμμμ...ναι, ε;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Μπορεί να είναι και το μίξερ της μαμάς, φτιάχνει κέικ.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Μπορεί...μα...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Έλα, σου λέω, ίσως να είναι χειροκροτήματα απ' τα παιδιά της γειτονιάς; Πάλι παίζουν θέατρο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Αφού...αφού για βροχή μου μοιάζει εμένα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Σώπα, λέω, βροχή δεν είναι, αλλά μπορεί να είναι τα ποδοβολητά των ανθρώπων.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Θα μπορούσε, μα επιμένω...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Όχι, το βρήκα! Ο απέναντι ποτίζει τα σπαρτά του, γι' αυτό ξεγελάστηκες.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Όχι, όχι, είναι βροχή, σου λέω ότι ακούω βροχή!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Μα δεν βρέχει, σώπα σου λέω, δε βρέχει, έχει λιακάδα πολλή, οι ηλιαχτίδες είναι που τριζοβολάνε στα κεραμίδια.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Απελπίζομαι τώρα, πώς να σου πω, ότι εγώ ακούω μια βροχή; Πώς;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Οι ψυχές των τζιτζικιών που φύγαν με το τέλος του καλοκαιριού, μπορεί να είναι. Βροχή, όμως, όχι!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Σε παρακαλώ, πες μου ότι είναι βροχή. Πες το! Πες...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Δεν είναι, ακούω καλύτερα από εσένα. Δεν είναι βροχή, ψυχή μου...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Ναι, αλλά κλαίω...Πες μου ότι είναι βροχή!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Δεν είναι βροχή, καλή μου, είναι ψυχή. Πίστεψέ με, είναι ψυχή.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Όχι βροχή;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Ψυχή, βροχή, το ίδιο κάνει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Άρα, βροχή!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Άρα, γιορτή!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Άρα, σωστά μου είπε η γιαγιά, "ομπρέλα σήμερα μην πάρεις".&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/13194116-113630042412176142?l=mistounou.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://mistounou.blogspot.com/feeds/113630042412176142/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=13194116&amp;postID=113630042412176142' title='18 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/113630042412176142'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/113630042412176142'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://mistounou.blogspot.com/2006/01/running-from-rain.html' title='Running from the rain'/><author><name>mistounou</name><uri>http://www.blogger.com/profile/11152482943784854958</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>18</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-13194116.post-113580980410010023</id><published>2005-12-28T13:51:00.000-08:00</published><updated>2005-12-28T14:58:38.200-08:00</updated><title type='text'>Κάτι που θα είναι.</title><content type='html'>&lt;div align="center"&gt;&lt;a href="http://photos1.blogger.com/blogger/7119/1150/1600/r_Alejandro%20Curquejo5.jpg"&gt;&lt;img style="DISPLAY: block; MARGIN: 0px auto 10px; WIDTH: 216px; CURSOR: hand; HEIGHT: 323px; TEXT-ALIGN: center" height="328" alt="" src="http://photos1.blogger.com/blogger/7119/1150/320/r_Alejandro%20Curquejo5.jpg" width="236" border="0" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;span style="font-size:85%;color:#ff0000;"&gt; (Φωτογραφία, Alejandro Curquejo)&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;a href="http://photos1.blogger.com/blogger/7119/1150/1600/r_Alejandro%20Curquejo5.jpg"&gt;&lt;/a&gt;&lt;span style="font-size:85%;color:#ff0000;"&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;p&gt;&lt;br /&gt;Κάτι που θα είναι, για όσο είναι. Δε θέλω να κρατήσει παραπάνω από μία κραυγή. Μέχρι εκεί, και πολύ θα είναι, απλώς, θα είναι. Δεν πρόκειται για αράδες αθανασίας, μη γελιόμαστε, μα να γελάσουμε ως να περιπαίζουμε τον τρόμο του θανάτου. Αθάνατες δε θα μείνουν οι αράδες μου, μη γελιόμαστε είναι μου, φτιάχτηκαν, άλλωστε, για μια σκηνή όπου λαμβάνει χώρα το εδώ και το τώρα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έτσι κατηχούν σε κάτι σκοτεινά, μικρά αμφιθέατρα τους ηθοποιούς. "Κι ας ξέρετε τι θα σας πει ο άλλος, εσείς οφείλετε να μας πείθετε ότι το ακούτε για πρώτη φορά. Κι ας ξέρετε τι θα πείτε την επόμενη στιγμή, εμείς πρέπει μόνο να καταλάβουμε ότι το είπατε πηγαία, αυθόρμητα, μόλις εδώ, μόλις τώρα".&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έτσι λένε καποια νωχελικά χειμωνιάτικα βράδια στους ηθοποιούς, κι οι ηθοποιοί, βαριεστημένοι, θέλουν να αφήσουν τα κοστούμια στο πάτωμα να πέσουν, να περιφρονήσουν για λίγο το σανίδι, να ξεγυμνωθούν, να βγουν στους δρόμους, να αντικατοπτριστούν στα βρεγμένα παρμπρίζ και στα ανεξίτηλα κίτρινα γκράφιτι, θέλουν να πιούν με τρόπο διαστροφικό την απόρροια του μελανιού μιας μουλιασμένης στα απόνερα εφημερίδας, θέλουν να ερωτροπήσουν με τους φανοστάτες, να συναγωνιστούν τις προκλητικές γυναίκες που περνούν, να διεισδύσουν στην τρομακτική μοναξιά του ζητιάνου, να χοροπηδήσουν στη δυνατή φωνή του καστανά που διαλαλεί το εκλεκτόν προϊόν του, να ισοπεδωθούν θέλουν, να τους μαζέψει, λέει, ένας ευσυνείδητος οδηγός και να τους πάει σπίτι χωρίς να πει μιλιά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Εκεί, σε κάτι σκοτεινά, μικρά αμφιθέατρα, καμμιά φορά, οι ηθοποιοί παραμερίζουν τις υποτυπώδεις κουίντες, βρίσκουν το μυστικό άνοιγμα του ψεύτικου σκηνικού τους, βρίσκουν το πόμολο, βρίσκουν το μπαλκόνι που τόσα χρόνια χάσκει επάνω από την Πατησίων. Αναρωτιούνται, θυμώμουν μ' εκείνον τον ειδήμονα που τους προστάζει να υπακούσουν στο εδώ και στο τώρα. "Και πώς στο καλό, μπορώ εγώ να κάνω το κοινό μου να πιστέψει πως τα χιλιοειπωμένα λόγια, τα απογυμνωμένα από το παρόν, τα βασανισμένα από την επανάληψη, τα ιδρωμένα από τις πρόβες, τα ματωμένα από δήθεν χαστούκια και τάχα πτώσεις, τα στραπατσαρισμένα από παρατηρήσεις -εκείνου του ειδήμονα- που έχουν να κάνουν με λανθασμένους χειρισμούς του ρόλου -ναι, διάολε, είμαι κι εγώ ο ρόλος, κρύβομαι κι εγώ σ' αυτόν τον ανελέητο ρόλο, τι θες να πεις; Ότι δεν ξέρω να χειριστώ τον εαυτό μου; Ίσως, ίσως, που να πάρει, ίσως...".&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Εκεί σε ένα μπαλκόνι, οι ηθοποιοί, σκαστοί για ένα τσιγάρο καθ' όλα εκτονωτικό, ηδονικό σχεδόν, απόλυτα ζεστό, μετράνε τα αυτοκίνητα της Πατησίων, παραμονεύουν το εδώ χωρίς να ξέρουν καλά καλά τι κάνουν τώρα. Κι εσείς, με βρεγμένα παρμπρίζ, με ιδρωμένα μάτια, με κρύα χέρια που ίσως να ψάχνουν για χαμένα κλειδιά, ίσως να χαϊδεύουν το σαστιμένο από την ταχύτητα κούτελο, ίσως αυτά τα χέρια απλώς να στρώνουν το καλσόν, ίσως να φτιάχνουν το κραγιόν, όπως και να 'χει, δεν ξέρουν ότι λίγα μέτρα πιο πάνω κάτι ηθοποιοί κλαίνε με την αδυναμία του είναι τους.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δεν ξέρουν, τώρα που το φανάρι είναι πράσινο, ότι λίγα μέτρα πιο πίσω και το ίδιο πιο πάνω, γεννιέται μαγεία, σφαδάζουν τα είναι, κρυφοκοιτάζουν πίσω απ' τις ψεύτικες κουίντες και λαχταρούν να τους φέρεις δυο λουλούδια στη μεγάλη τους πρεμιέρα.&lt;br /&gt;Δεν ξέρουν, τώρα που ανηφορίζουν την Αλεξάνδρας, ότι λίγα μέτρα πολύ πιο πίσω και το ίδιο πιο πάνω, ότι κάτι είναι κει σ' ένα μπαλκόνι, κάτι είναι. Κάτι είναι. Δεν το ξέρουν, αλλά κάτι είναι εκεί, ετοιμάζονται να αναμετρηθούν με τον τρόμο των δευτερολέπτων -α, στο καλό και μ' αυτά τα δευτερόλεπτα!- που πεθαίνουν. Πεθαίνουν ολοένα αυτά τα είναι, τρομάζουν που πεθαίνουν, αλλά επειδή ακριβώς είναι έτοιμα να είναι, πονάνε ηθελημένα και συνειδητά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τελείωσε το τσιγάρο. Μόλις τώρα, τελείωσε κι ο μονόλογος του Άμλετ, καλά τον είπε και σήμερα ο Γρηγόρης, είναι σειρά εκείνου του σκαστού για τσιγάρο ηθοποιού. Και πώς να πει στο υποτιθέμενο παιδί που κοιμάται στην κοιλιά του: "Τρώγε, γιούλη μου"*, όταν το εδώ και το τώρα του σκαστού ηθοποιού, είναι γεμάτο από ένα τώρα αλλιώτικο; Μιλάν ακόμα οι καστανάδες, μιλάν κι οι ευσυνείδητοι οδηγοί, κι οι περαστικές προκλήσεις, μιλούν, κραυγάζουν σχεδόν, και της ζωής οι προσκλήσεις. "Να πάρει....δεν έχει κι ένα χαλάκι να σκουπίσω τα λερωμένα μου παπούτσια, πώς να μπω στο ψεύτικο κι άσπιλο σκηνικό μου;". Αλλά μπαίνει, σκαστός απ' το μπαλκόνι τώρα, σκαστός απ' τη ζωή τώρα, για να είναι εδώ και τώρα. Η πρεμιέρα πλησιάζει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και, ψιτ, εσύ! Εσύ που ενεργοποιείς τους υαλοκαθαριστήρες να καθαρίσουν το βρεγμένο παρμπρίζ, γίνε για λίγο ασυνείδητος οδηγός, βγες έξω, μ' ακούς; Βγες έξω και πάρε δυο τριαντάφυλλα, απ' των παιδιών των φαναριών τα καλάθια διάλεξέ τα , να τα χαρίσεις την επόμενη στιγμή που κάτι θα είναι. &lt;/p&gt;&lt;p&gt;&lt;/p&gt;&lt;p&gt;&lt;/p&gt;&lt;p&gt;*Η ατάκα είναι της "Φανής", από το θεατρικό έργο του Γιώργου Σεβαστίκογλου, "Αγγέλα".&lt;/p&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/13194116-113580980410010023?l=mistounou.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://mistounou.blogspot.com/feeds/113580980410010023/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=13194116&amp;postID=113580980410010023' title='11 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/113580980410010023'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/113580980410010023'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://mistounou.blogspot.com/2005/12/blog-post_28.html' title='Κάτι που θα είναι.'/><author><name>mistounou</name><uri>http://www.blogger.com/profile/11152482943784854958</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>11</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-13194116.post-113511736726950139</id><published>2005-12-20T14:03:00.000-08:00</published><updated>2005-12-21T09:35:15.286-08:00</updated><title type='text'>Ηχηρές πιρουέτες</title><content type='html'>&lt;a href="http://photos1.blogger.com/blogger/7119/1150/1600/Colombina%20Pas%20Music.jpg"&gt;&lt;img style="DISPLAY: block; MARGIN: 0px auto 10px; CURSOR: hand; TEXT-ALIGN: center" alt="" src="http://photos1.blogger.com/blogger/7119/1150/320/Colombina%20Pas%20Music.jpg" border="0" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://photos1.blogger.com/blogger/7119/1150/1600/Colombina%20Pas%20Music.jpg"&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://photos1.blogger.com/blogger/7119/1150/1600/Colombina%20Pas%20Music.jpg"&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;Περιστρέφονται αδιάκοπα οι ήχοι. Ή μάλλον, στροβιλίζονται. Ή μάλλον, τραγουδούν και χορεύουν. Ή μάλλον, ερωτεύονται. Κάνουν πιρουέτες οι ήχοι. Και ο ρυθμός, το σταθερό σημείο για να κοιτάνε, οι ήχοι, μην τύχει και πέσουν κάτω αθέλητα, μην τύχει κι απιστήσουν στα αισθήματα. Αιωρούνται οι ήχοι. Κι ανάμεσα οι άνθρωποι να υποπτεύονται μονάχα τις κραυγές τους, τι δεν έκαναν οι ποιητές ν’ αδράξουν τους ψιθύρους, κι ας ψιθυρίζουν ολοένα οι ήχοι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;&lt;span style="color:#ff0000;"&gt;Και τα σώματα της πλάσης, να πάλλονται από τους ήχους&lt;/span&gt;&lt;/strong&gt;. Τα αυτιά της σκύλας ακόμη ορθώνονται, τι ακούνε ακόμη τα σερνάμενα βήματα του μεθυσμένου κύρη της. Το τρίχωμα της ψιψίνας ακόμη ανασηκώνεται, τι ακόμη ακούει την άγνωστη αύρα που πήρε τα παιδιά της. Το δέρμα της γυναίκας ακόμη αναρριγά, τι ακόμη ακούει τον εραστή να αναστενάζει. Τα χέρια του άντρα ακόμη ξαφνιάζονται, τι ακόμη εκπλήσσονται από το άδικο. Τα μάτια των πτηνών ακόμη γυροφέρνουν ερευνητικά, τι ποτέ δεν θα ξεχάσουν πως ακούγεται ο αχός των ανθρώπων. Και των αγριμιών τα ακροδάχτυλα ακόμη απαγκιάζουν σε φωλιές, τι ακόμη ακούν την σιωπή που γεννά ο απρόσιτος χειμώνας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;&lt;span style="color:#ff0000;"&gt;Και τα σώματα της πλάσης, ακόμη πλανεύονται από τους ήχους&lt;/span&gt;&lt;/strong&gt;. Τα χέρια των ζωγράφων να πονούν διαλυμένα, μπας και ζωγραφίσουν τις μιλιές των ανέμων. Τα κούτελα των γλυπτών να χώνονται απελπισμένα σε σκεφτικές χούφτες, μπας και βρουν πώς να σμιλέψουν τον πόνο τον ανιστόρητο της καρυδιάς. Και το κορίτσι, πλανεμένο κι αυτό, να μπλέκει τα «εεεεεπ οπ!» που παραγγέλνει ευτυχισμένο στις τριχιές της κούνιας, με τα προστάγματα του πολύχρωμου καβαλάρη που πλησιάζει. Και το αγόρι, αχ, αυτό το δυνατό αγόρι, να μαγεύεται και ‘κείνο με τη σειρά του. Είναι τότε που νομίζει ότι οι συρριστικές πορείες των ερπετών μπορεί να είναι σφυρίγματα προσκλητήρια των αθώων συμμοριτών του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="color:#ff0000;"&gt;&lt;strong&gt;Και τα σώματα της πλάσης, να συμπορεύονται με τους ήχους&lt;/strong&gt;&lt;/span&gt;. Καπετάνιοι να οδηγούνται στα σίγουρα από τους παφλασμούς των υδάτων πάνω στην πλώρη. Γιαγιάδες να ορμηνάνε τη μέρα τους με τα πρωινά λαλήματα των πετεινών. Τρυγητές της ερήμου να ακολουθούν τα αφανέρωτα χνάρια της ανάγκης με τα κουδουνίσματα των καραβανιών. Κι εγγόνες…Κι εγγόνες, πολλές εγγόνες να ξυπνούν από τα φουρφουρίσματα των λαχουρένιων φουστανιών. Και αδέρφια, πόσα αδέρφια, να μαγνητίζονται από τις φωνές των πλανόδιων πωλητών. Και ιέρειες στα μεταίχμια των βουνοκορφών να στρέφουν το βλέμμα τους στα παρακάλια που εξατμίζονται εξαϋλωμένα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;&lt;span style="color:#ff0000;"&gt;Και τα σώματα της πλάσης να μην υποπτεύονται τους ήχους&lt;/span&gt;&lt;/strong&gt;. Κείντους ψιθύρους που λέγαμε. Κείντους λογισμούς που υπάρχουν κάτω από τις συγχορδίες. Κείντα μιλήματα που γεννάνε υπόκωφα τα μάτια. Κείντες πονεμένες αλήθειες που περιπλανώνται αδέσποτες. Κείντα περπατήματα των όντων που ανασαλεύουν πορείες ανεπανόρθωτες. Κείντη φουφού που γεννοβόλησε φωτιές για να βρεις εσύ έτοιμο τον κόσμο. Κείντες ρότες του ηλεκτρισμού που κόπιασαν πολύ πριν εσύ γεννηθείς. Κείντα ηδονικά φιλήματα των αρχέγονων υδάτινων κατοίκων του Κόσμου. Κείντα αστρικά συναπαντήματα, κείντα αργά ξεσπάσματα, κείντα φλεγόμενα παιδιά που ποτέ δεν έσβησαν, κείντες άναρθρες ιστορίες που σάλευαν μπουσουλώντας στις σπηλιές. Κείντα νεύματα, κείντα συνεννοήματα, κείντα πορίσματα, κείντα δείγματα των πρώτων ηγετών. Κείντα ατοπήματα, κείντα εγκλήματα. Κείντη φουφού που γεννοβόλησε φωτιές πολύ πριν θελήσεις να μάθεις τι είναι ο Κόσμος.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/13194116-113511736726950139?l=mistounou.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://mistounou.blogspot.com/feeds/113511736726950139/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=13194116&amp;postID=113511736726950139' title='18 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/113511736726950139'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/113511736726950139'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://mistounou.blogspot.com/2005/12/blog-post_20.html' title='Ηχηρές πιρουέτες'/><author><name>mistounou</name><uri>http://www.blogger.com/profile/11152482943784854958</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>18</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-13194116.post-113499926271713218</id><published>2005-12-19T05:31:00.000-08:00</published><updated>2005-12-19T05:34:22.753-08:00</updated><title type='text'>Γιαγιά...</title><content type='html'>&lt;a href="http://photos1.blogger.com/blogger/7119/1150/1600/o_08sia_eye_full.jpg"&gt;&lt;img style="DISPLAY: block; MARGIN: 0px auto 10px; CURSOR: hand; TEXT-ALIGN: center" alt="" src="http://photos1.blogger.com/blogger/7119/1150/400/o_08sia_eye_full.jpg" border="0" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://photos1.blogger.com/blogger/7119/1150/1600/o_08sia_eye_full.jpg"&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;...πες μου, γιαγιά, γιατί βάζεις τόσο μεγάλο κούτσουρο στο τζάκι;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Χριστόξυλο το λένε, τσούπα μου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Και τι είναι το χριστόξυλο;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Το βάζουμε κάθε Παραμονή το βράδυ για να κρατάει το σπίτι ζεστό, να κάνει φως η φωτίτσα, που θα 'ρθει ο Χριστούλης. Και για να ξέρεις, κάθε που κλαδεύουμε τις ελιές, κρατάμε ένα μεγάλο ξύλο, να σαν κι αυτό και το βάζουμε στην άκρη για ευτούνη τη βραδιά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Α...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πάντα τσακωνόμασταν με τον αδερφό μου, ποιος θα κοιμηθεί στον καναπέ που ήταν απέναντι από το τζάκι της γιαγιάς. Την αγαπούσαμε πολύ τη φωτιά. Σαν φοβόμασταν κάτι αλλοπρόσαλλα βράδια, σα μας ‘κλείναν το μάτι οι εφιάλτες, μισανοίγαμε τα βλέφαρα κι οι αναλαμπές της φωτιάς εκείνης μας ψυθίριζαν τρυφερά: "Είμαι εδώ, άρα κι εσύ είσαι εδώ". Ήταν μεγάλο πράγμα εκείνο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και κάτι άλλο ήταν: Το στολισμένο δεντράκι. Κάθε χρόνο το ίδιο κι αυτό, με τις ίδιες λάμπες, τις ίδιες γιρλάντες, όλα παλιωμένα και λίγο βαμβάκι φρέσκο κάθε χρονιά να παριστάνει επιτυχώς το χιόνι. Έτσι κι αυτό το δεντράκι, με τα λαμπάκια του διάχυτα, παρόμοια λόγια με τις φωτιές ξεστόμιζε, όχι μόνο όταν είχαμε εφιάλτες, αλλά και σε κάτι στιγμές που η μαγεία της θαλπωρής, μας έκανε να μην πιστεύουμε ότι όλο εκείνο το σκηνικό υπήρχε στ' αλήθεια.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και κάτι ακόμη ήταν: Οι πρωινές φωνές του παππού που ετοιμαζόταν να πάει στο περιβόλι. Να μισοτσακώνονται με τη γιαγιά για το πόσα μπουκάλια κρασί πρέπει να φέρει το βράδυ, πόσο γάλα και "Νίκο, μην ξεχάσεις κείντη μυτζήθρα, να κάνουμε το βράδυ μακαρόνια. Α, και να φέρεις το χοιρινό να το ετοιμάσω για μεθαύριο. Νίκο! Που 'σαι ντέι, να φέρεις κι όσα αυγά θε λα χουν κάνει οι κότες, θέλω να φτιάξω τούρτα για το παιδί που γιορτάζει". "Ωχού, μωρέ γυναίκα κι εσύ", να απαντά ο παππούς δήθεν φουρκισμένος και να προσθέτει χαμογελαστά, περιπαικτικά "άμα τα θυμηθώ, τα θυμήθηκα...". "Το καλό που σου θέλω να τα θυμηθείς, γιατί τα θέλω λέω! Σήκω, βρε χριστιανέ, σήκω και μεσημέριασε! Βρε τι λέτε βρε, δέκα ώρες για να φάει τούτος ο άνθρωπος!" Έτσι, πέντε τα ξημερώματα, όποιο παιδί ήταν τυχερό κι είχε κοιμηθεί στον καναπέ του σαλονιού, απέναντι από το τζάκι, άκουγε αμυδρά τα μουρμουρίσματα. Το γαργάλαγε ανεπαίσθητα της ζωής η λάτρα. Κι άνοιγες το βλέφαρο, έτσι στα κρυφά, κι έβλεπες την αεικίνητη φιγούρα της γιαγιάς μου να περιστρέφεται σαν ηλεκτρόνιο γύρω από τον παππού-πυρήνα της ζωής της. Ήρεμος πυρήνας, ο παππούς μου, ποτέ δεν αναρωτήθηκε για την δύναμή του. Κι έτσι, άθελα, δίνει σε όλους την εντύπωση ότι έχει μια πλήρη άγνοια για τα πάντα, μα δεν έχει, μα δεν έχει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κι άλλα πολλά ήταν. Οι φωνές των γυναικών της γειτονιάς που έρχονταν δειλά δειλά κάθε πρωινό, να πιούν καφέ, να κάτσουν μπροστά σε κείνο το λατρεμένο τζάκι. Ήταν κι η μυρωδιά της πορτοκαλιάς που στέκει στην πίσω αυλή, έμπαινε λαθραία η μυρωδιά κάθε που η γιαγιά άνοιγε την πόρτα για την πίσω αυλή. Ήταν κι οι σβέλτες κινήσεις του θείου μου του μικρού, έτσι, πάντα σβέλτος, κινούσε για τη δουλειά του. Αραιά και πού, όποιο παιδί κοιμόταν στον καναπέ, είχε την ευκαιρία να χωρέσει ανάμεσα στην αέναη σβελτάδα του μικρού θείου, στεκόταν παρά τη βιασύνη της και πείραζε τ’ ανίψι, του τσιμπούσε το μάγουλο, του ‘βαζε μια μικρή τριχούλα απ’ τα μαλλιά του στη μύτη, να το γαργαλήσει, να ξυπνήσει. Κι ήταν κι ο μεγάλος θείος, με την αιώνια γλύκα του, να μυρίζουν οι ωραίες κολώνιες του και κείνος ο θείος, παρά τα περισσότερα χρόνια του, να μας πειράζει πιο πολύ, πιο πολύ. Και να γελάμε, ξυπνώντας, να γελάμε. Και να μπαίνουμε, θέλοντας και μη, σε μια γοργή ροή. Τρέχαν όλοι, ο καθένας διαφορετικά κι εμείς τρέχαμε μιμούμενοι εκείνους. Μόνο ο παππούς δεν έτρεξε ποτέ του, κρατούσε την ισορροπία για όλους. Ναι, ήταν πυρήνας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ήταν και τα παραμύθια που κουβαλούσα. Βιβλία και βιβλία, με παραμύθια Ακαρνανικά, άλλα της Πελλοποννήσου, άλλα των νησιών, πάντως παραμύθια ήταν, είχαν λαογραφικά στοιχεία μέσα, μα πιο πολύ ιστορίες απλών ανθρώπων. Όχι δεν είχαν δράκους και πριγκηποπούλες τα παραμύθια εκείνα, ούτε παληκάρια δυνατά κι όμορφα, ούτε ζώα που μιλάνε, ούτε απαραίτητα ένα δίδαγμα για το τέλος. Μιλούσαν για ανθρώπους απλούς, μα πιο πολύ για τις αδυναμίες εκείνων των ανθρώπων. Και να σου, να μαζεύονται πάλι εκείνες οι γειτόνισσες, και να σου η γιαγιά, πάντα αεικίνητη, να μαγειρεύει στην κουζίνα της και να σου, εγώ, να δίνω τις πρώτες μου παραστάσεις καθώς καθόμουν μπροστά σε εκείνο το τζάκι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ήταν κι οι γεύσεις. Όποτε τις γεύομαι, Χριστούγεννα μου θυμίζουν. Σπανακόπιτα, κλημεντίνες, απαγορευμένοι κουραμπιέδες, λικέρ μαστίχα, στραγάλια, καψαλισμένο ζυμωτό ψωμί στη φωτιά, λίγο ουίσκι στα ποτήρια των φίλων, λίγος καφές για τις γυναίκες της γειτονιάς.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και μόλις έπαιρνε να βραδιάσει, είχε ήδη έρθει ο ήρεμος παππούλης, με όλα τα καλά στα χέρια κι άθελα, πάντα κάτι είχε ξεχάσει από τις πρωινές παραγγελιές της γιαγιάς και δώστου ένας αγαπησιάρικος καυγάς να ξετυλίγεται σαν κουβάρι και δώστου να απλώνεται ο «μουτζούρης» στα πρόσωπά μας, όταν χάναμε στα χαρτιά και δώστου δελτία καιρού από την ΕΡΤ, αυτά που ήταν, λέει, «για τους αγρότες» κι ο παππούς να λέει «σσσς! Σώπα ν’ ακούσουμε!», περήφανος που η τηλεόραση μιλούσε για κείνον και δώστου πάλι τσακωμοί για τις πυζάμες που τις χάσαμε και δώστου διαφωνίες ομηρικές για το ποιος θα κοιμηθεί μπροστά στο τζάκι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δεν ξέρω τι ακριβώς έγινε με του Χριστού την ιστορία, ξέρω μόνο ότι τουλάχιστον εγώ, είχα μια ανεκτίμητη ευκαιρία. Την ευτυχία να γεύομαι αχόρταγα, να γεμίζω ευτυχία διαρκώς και να την έχω τώρα κομπόδεμα, κάθε που θέλω να γιορτάσω, να την έχω κρασί αστείρευτο κάθε που θέλω να μεθύσω, να την έχω. Απλώς, να την έχω.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/13194116-113499926271713218?l=mistounou.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://mistounou.blogspot.com/feeds/113499926271713218/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=13194116&amp;postID=113499926271713218' title='9 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/113499926271713218'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/113499926271713218'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://mistounou.blogspot.com/2005/12/blog-post_19.html' title='Γιαγιά...'/><author><name>mistounou</name><uri>http://www.blogger.com/profile/11152482943784854958</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>9</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-13194116.post-113398233986146245</id><published>2005-12-07T11:03:00.000-08:00</published><updated>2005-12-07T11:05:39.880-08:00</updated><title type='text'>Απλά κι απέριττα</title><content type='html'>Μυρίζει καφές πάλι, έτσι πρωινά, απλά κι απέριττα. Μυρίζει καφές, τώρα τον αλέθουν, τώρα τον διαλέγεις και λες: "Σήμερα δεν θα πάρω βαρύ αρωματικό, σήμερα θέλω μερακλήδικο". Και σου τον φέρνουν, και τον πίνεις προσεχτικά, απλά κι απέριττα. Περνάει κόσμος πολύς. Παππούδες με ενδυμασίες υπό εξαφάνιση, γυναίκες που μοιάζουν σα να βγήκαν βιαστικά απ' την κουζίνα γιατί τους έλειπε ο μαϊντανός.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Τι θα φτιάξετε σήμερα κοπελιές; Εσύ, μας είπες, θα κάνεις φακή. Εσύ, όμως, δεν μας είπες, τι θα φτιάξεις;".&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Μυζηθρόπιτες, κι όποιος θέλει ας φάει.".&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Περνάει κόσμος πολύς. Μονάχα δυο τρεις που πίνουν καφέ, απλά κι απέριττα και οι πραματευτάδες που περιμένουν πελατεία, στεκόμαστε ακίνητοι. Σα θεατές, απλοί κι απέριττοι, σα θεατές στου κόσμου το πανηγύρι. Και τα μπουλούκια, αδιάκοπα να περνάνε, σαν ηθοποιοί αλλοτινοί, σαν εκείνους τους θεατρίνους που καβαλάγαν άμαξες, φορτωμένες μουσαμάδες, κοστούμια, μωρά και τεντζερέδια. Πλάι στο Σοφοκλή και το γιαχνί, πλάι στα καθρεφτάκια κι οι πάνες οι μωρουδιακές. Περνάει κόσμος πολύς.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πολύς. Να, κοίτα να δεις που υπάρχουν ακόμη καφετζούδες. Στέκει πιο πέρα και μου κλείνει το μάτι συνωμοτικά. "Να σου το πω;", μου λέει. "Ποιός ο λόγος;", της απαντώ. "Πάντα ξέρω εγώ, πάντα ξέρω", συνεχίζει. "Κι εγώ ξέρω", της απαντώ ξανά. "Άσε με να σου το πω", επιμένει και στέκεται πιο σιμά, τώρα πια το βλέπει το φλιτζάνι. Την κοιτώ στα μάτια, απλά κι απέριττα, τάσια τα μάτια μου κι εγκαταλείπει του φλιτζανιού τα βάθη για να διαβάσει εκείνα. "Θα κάνεις δρόμο πολύ, θα συναντήσεις κόσμο πολύ, θα 'ρθουν πουλιά, σαν περιστέρια είναι τώρα που τα βλέπω, και θα σου φέρουν ειδήσεις, θα αγκαλιαστείς, θα κλάψεις και λίγο, σαν να ψάχνεις τώρα που σε βλέπω, τι ψάχνεις;". "Πες μου, πες μου εσύ που ξέρεις". "Βλέπω σκιά σε άσπρο τοίχο, βλέπω ταβάνι -κι αυτό λευκό!- βλέπω πέτρα να λιοκαίγεται στην άκρη του δρόμου". "Αυτό ψάχνω", της είπα. "Αυτό; Αλήθεια; Πολύ απλό, κοπελιά, σχεδόν απέριττο".&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Περνάει κόσμος πολύς. Κι εγώ χωμένη σε μια γωνιά του καφενείου, μπορώ να σας πω καλά πόσο πουλάν σήμερα τη συναγρίδα. Μπορώ να σας πω ακόμη πιο καλά, πως όλα τα κορίτσια που περνούν κρατούν στα χέρια κάτι. Μα άλλο έχουν στο μυαλό, κάτι άλλο, κάτι άλλο. Κρατούν στα χέρια αυτό που μπορούν και στο μυαλό αυτό που θέλουν. Κόσμος, κόσμος πολύς. Μπουλούκια αεικίνητα, σα σμήνη, σα ψαρόνια και να που σύννεφα γεμάτα σάρκα, αίμα κι ύφασμα που κατεβήκαν στους δρόμους. Σύννεφα ανθρώπων, σύννεφα ανυποψίαστων θεατρίνων. Κι εγώ, χωμένη σε μια γωνιά του καφενείου, μαζί με τους πραματευτάδες θεατής, ψάχνω το απλό μαζί με το απέριττο. Όχι για μένα, όχι για μένα. Το ψάχνω για να το δώσω σε κάποιον που θα ήθελα να του δώσω τα πάντα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πού να το βρω; Πού να το βρω τ' απέριττο; Κατέληξα ωσάν τον Στέφανο του Βενέζη. Αυτόν που σάρωνε περπατώντας τις ερήμους και ρωτούσε αδιάκοπα τους περαστικούς καμηλιέρηδες: "Πού μπορώ να βρω το Αεικίνητο; Πού;". Κι όποιος τον έπαιρνε στα σοβαρά, θα είχε την ευκαιρία να ακούσει την ιστορία της αναζήτησής του. Έψαχνε, λέει, το Αεικίνητο. Ήτανε, λέει, ένα ρολόι με κάτι Σάτυρους χρυσούς, σκαλισμένους επάνω του, ένα ρολόι που δε σταματούσε ποτέ. Έτσι κι εγώ, ψάχνω το απλό και το απέριττο. Πίνω καφέ κι ο κόσμος περνά, ανυποψίαστος για την δική μου αγωνία. Ανυποψίαστος πως παίζει θέατρο σε μένα δωρεάν. Κι ας πλήρωσα κάτι τις για τον καφέ μου, δωρεάν τους παρατηρώ. Κι ας είμαι αναγκασμένη να υποστώ αυτούς που τα ξέρουν όλα, δωρεάν τους χειροκροτώ. Κι ας είμαι υποχρεωμένη να βρω μονάχη όλες τις απαντήσεις, δωρεάν τους χαιρετώ.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πληρώνω μόνο για το απλό και το απέριττο. Το θέλω για κείνον που θα 'θελα να του δώσω τα πάντα.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/13194116-113398233986146245?l=mistounou.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://mistounou.blogspot.com/feeds/113398233986146245/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=13194116&amp;postID=113398233986146245' title='6 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/113398233986146245'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/113398233986146245'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://mistounou.blogspot.com/2005/12/blog-post.html' title='Απλά κι απέριττα'/><author><name>mistounou</name><uri>http://www.blogger.com/profile/11152482943784854958</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>6</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-13194116.post-113334908248928445</id><published>2005-11-30T03:10:00.000-08:00</published><updated>2005-11-30T03:17:33.956-08:00</updated><title type='text'>Αναμνήσεις</title><content type='html'>«Για πόσο καιρό θα ταξιδεύουμε, ΑΠΤΟ;», ρώτησα με τη δίψα να λυσσομανάει μέσα στο στόμα μου. Είχα θρονιαστεί στην πλώρη του φ, κι ευτυχώς σε αντίθεση με τις κανονικές φελούκες, το ΑΠΤΟ είχε ένα πανί κι ένα κατάρτι για να προχωράει. Δε χρειαζόταν να κάνω κουπί, θα ‘ταν σίγουρα πολύ κουραστικό. Το ΑΠΤΟ, όμως, είχε ένα κακό. Ήταν λιγομίλητο και, για να πω την αλήθεια, μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχε ξεστομίσει κουβέντα. «Πες μου, ΑΠΤΟ, για πόσο καιρό ακόμα;». Φλαπ, φλαπ, να σκάνε τα κυματάκια στην πρύμνη της φελούκας κι αστραπιαία σκέφτηκα πώς θα μπορούσε να τα βγάλει πέρα με μία τρικυμία αυτό το μικρό βαρκάκι. «Σαν καρυδότσουφλο είναι!», αναλογίστηκα, «μέσα σε εκατομμύρια τόνους νερού, εγώ κι ένα καρυδότσουφλο…», συμπλήρωσα και γέλασα μυστικά. Το ΑΠΤΟ, λες και μ’ άκουσε, έδωσε μια και γόργεψε την πορεία του, ως να ‘θελε να με διαψεύσει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μμμ…πού είναι η αυλή του Δέλτα; Την πεθύμησα κιόλας. Είχε στήσει και μία αυτοσχέδια κούνια που δανείστηκε από το Λάμδα, για να ‘ρχονται τα παιδιά να αιωρούνται όταν το θέλουν. Σιγά σιγά, όλα τα γράμματα ζήτησαν από το Λάμδα μια ίδια κούνια για τις αυλές τους, εκτός από το Ωμέγα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το Ωμέγα, είχε παντρευτεί την Ώρα, την ομορφότερη κοπέλα της πολιτείας. Κι επειδή η Ώρα ήταν πάντα σε εγρήγορση, ήταν πάντα στο κατόπι των ανθρώπων, συμφώνησαν να μην έχουν ένα σπίτι με θεμέλια, αλλά να ζουν σε ένα σύννεφο και να περιφέρονται κατά πώς το θέλουν. Συμφώνησε το Ωμέγα, κι ας ήθελε να έχει κι εκείνο μια μικρή αυλή με κούνια για τα παιδιά της πολιτείας, συμφώνησε διότι αγαπούσε την Ώρα του τόσο, μα τόσο πολύ…Και γρήγορα, άρχισε να τη βοηθά. Τόσο παρόν το Ωμέγα στης Ώρας τα περπατήματα που, πολύ συχνά πια, οι άνθρωποι στην πολιτεία των λέξεων όταν την έβλεπαν να περνά, δοκίμαζαν μια μεγάλη έκπληξη. Κι αυθόρμητα, κάθε στους έκπληξη, συνοδευόταν από ‘να ωμέγα: «Ω, πέρασε η ώρα!», «Ω, τι θα κάνω τώρα;», «Ω, τι ωραία μπόρα!», «Ω, τι όμορφη χώρα…». Κάτι τέτοιο, αλλά η ουσία ήταν ότι το ζευγάρι εκείνο, δική του αυλή να μπαίνουν τα παιδιά, δεν είχε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αλλά, αν το καλοσκεφτείς, όλα τα γράμματα ένιωθαν ότι οι αυλές τους ωχριούσαν μπροστά σε αυτή που είχε φτιάξει το Δέλτα. Πραγματικά. Δεν είχε κάνει κάτι ιδιαίτερο το Δέλτα, απλά, η αυλή του είχε το προνόμιο να βρίσκεται στα περίχωρα της πολιτείας, άρχιζε από τους πρόποδες του βουνού κι έφτανε ως την ακροθαλασσιά. Και δυο ποτάμια, κατέβαιναν απ’ το βουνό κάθε που έλιωναν τα χιόνια του Χειμώνα, συναντιόνταν στην αυλή του Δέλτα, προχωρούσαν ορμητικοί μέσα από βραχάκια κι αυλάκια μεγάλα, φώλιαζαν πιο ήρεμοι σε μια λίμνη, ξεχείλιζαν έπειτα αργά αργά ώσπου με μια απαλή κι αδιόρατη κίνηση έρρεαν να γίνουν ένα με την αρμύρα. Εκεί, στο ξεχείλισμα απάνω, εκεί έτυχε τα νερά να ‘ναι πολύ ρηχά, στέκονταν όλα τα παιδιά και χαιρετούσαν τα γλυκά νερά, να ‘χουν καλό ταξίδι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Παίζαν τα παιδιά, μέσα στα ρηχά νερά πλατσουρίζοντας, βρέχοντας το ένα το άλλο, παίρνοντας χώμα από τις όχθες να τ’ ανακατέψουν με τα νερά, να κάνουν πηλό, να φτιάξουν χίλια μύρια. Ολόκληρα πήλινα χωριά στις όχθες των ποταμιών, δω και κει ανθρωπάκια με στραπατσαρισμένες μύτες, κουλουράκια και μπαστουνάκια γεμάτα αθώα αποτυπώματα παιδικά, έτσι, σαν υπογραφή του πλάστη έχασκε το αποτύπωμα σε κάθε δημιουργία. «Άμα κολλήσεις το μπαστουνάκι ανάποδα, από τη δεξιά μεριά του κουλουριού, έχεις μάνι μάνι ένα Άλφα!», είπε χαρούμενο το Δέλτα, καθώς έφερνε δυο κανάτες με λεμονάδα. Τρέχανε τα παιδιά –κι ακόμη θα τρέχουν…-γύρω από το Δέλτα, κρέμονταν απ’ τα πόδια του, ξεφώνιζαν, το φιλούσαν. «Άλφα δε φτιάξαμε, αλλά κοίτα, έχουμε γεμίσει τον τόπο με Δέλτα!». Κοίταζε συγκινημένο το Δέλτα–κι ακόμη θα κοιτάει…-και να που οι όχθες των γλυκών νερών είναι διάσπαρτες με άπειρα τριγωνάκια. Κι άφηναν, τα μωρά, τις πήλινες υπάρξεις, άλλες να στεγνώνουν στον ήλιο, άλλες να απειλούνται ανυποψίαστες από το πλησίασμα των νερών για να γίνουν ακαθόριστη θολούρα στο καθορισμένο υδάτινο ταξίδι. Να θαμπώνουν, να καφετίζουν αθέλητα απ’ τα πήλινα χωριά, τα νερά των ποταμιών, και τα νερά τους ποτέ δεν παραπονέθηκαν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Λεμονάδα! Λεμόνι, νερό, ζάχαρη, σόδα και παγάκια! Αχ, σαν πηλός το σώμα ολάκερο, θέλει πού και πού να ξεδιψά, να βρέχεται για να πλαστεί καλύτερα στης ζωής τα χέρια. Αδέξια χέρια, είναι αλήθεια, αδέξια συχνά, μα στο τέλος με τούτη την αδεξιότητα βγαίνει το κάτι μαζί μ’ ένα λάθος. Σαν τα ανθρωπάκια με τις μύτες τις ζουληγμένες, σαν τα κουλούρια τα σημαδεμένα με αποτυπώματα. Και αυτά τα λάθη, τα γεννημένα απ’ της ζωής τα αδέξια χέρια, να φτιάχνουν το κάτι που, αν το λογαριάσεις καλά, συχνά πυκνά όταν σου λείψει, το πρώτο που ξεχνάς να θυμηθείς είναι εκείνα τα λάθη που το συνοδεύουν. Αλλά ξεχάστηκα, πάλι ξεχάστηκα…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Λικνίζομαι στο πέλαγο μαζί με το ΑΠΤΟ, τώρα. Δεν είμαι στην κούνια του Δέλτα. Δεν είμαι κάτω από μια Δρυ, δεν κάνω γύρω γύρω σαν τον Δερβίση, δεν διατάζω σαν τάχα αρχηγός, δεν διαφεντεύω τα ξημερώματα και τα σούρουπα, δεν δείχνω στην μπέμπα το δαχτυλίδι που φορώ, δεν δρέπω καρπούς από τα δέντρα της πολιτείας. Είμαι στην φελούκα. Μια στρυφνή φελούκα, όπως δείχνουν τα πράγματα, που δε λέει λέξη. Και διψώ…Διψώ; Όχι, δεν διψώ…Μα πώς γίνεται να μη διψώ; Δεν μπορώ να καταλάβω, πριν λίγο λυσσομανούσε η δίψα στο στόμα μου, τώρα το σάλιο δροσερό κυλά κι είναι τα σπλάχνα μου πηλός, έτοιμος για πλάσιμο. Μα πώς;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Φλαπ, φλαπ, τα κυματάκια στην πρύμνη της φελούκας κι έγειρα στο πλάι να κοιμηθώ λιγάκι. Πριν κλείσω τα μάτια, λίγο πριν, στο μεταίχμιο ενός ακόμη σούρουπου, ακούστηκε για πρώτη, πια, φορά του ΑΠΤΟΥ η φράση:&lt;br /&gt;«Σε ξεδίψασαν οι αναμνήσεις».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Τι είπες;», πετάχτηκα με τρόμο σχεδόν. Αλλά, σιωπή. Σα να μου ‘λεγε το αρκετά μυστηριώδες, όπως έδειχναν τα πράγματα, πλεούμενο, ότι τα λόγια δε χρειάζεται να λέγονται για να υπάρχουν. Απάντησα εγώ, επαναλαμβάνοντας: «Με ξεδίψασαν οι αναμνήσεις»…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ξεδίψασα με τη λεμονάδα του Δέλτα, με τα ποτάμια στην αυλή, με τη δροσιά του σύννεφου, με τη σκιά του δέντρου, με ξεδίψασαν οι αναμνήσεις…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Φρουπ, φρουπ…φρουπ, φρουπ! Πετάρισε ρυθμικά το πανί, στο άκουσμα των τελευταίων σκέψεων. Και ξανά, φρουπ, φρουπ! Φρουπ, φρουπ, φρουπ φρουπ, «με ξεδίψασαν οι αναμνήσεις», φρουπ, φρουπ, φρουπ φρουπ…Μαζί με τα «φρουπ» κι η φράση, το ‘πα έτσι, το ‘πα αλλιώς, ώσπου έγινε μελωδία. Κι όρισα τα «φρουπ» να ακουμπούν στους δύο τόνους της φράσης:&lt;br /&gt;«Με ξεδΙψασαν οι αναμνΗσεις». Κι έτσι, ξεδιψασμένα, τραγουδισμένα, μ’ ένα πανί για ταμπούρλο κι ένα ΑΠΤΟ άπιαστο, πορεύτηκα παραπέρα.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/13194116-113334908248928445?l=mistounou.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://mistounou.blogspot.com/feeds/113334908248928445/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=13194116&amp;postID=113334908248928445' title='2 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/113334908248928445'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/113334908248928445'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://mistounou.blogspot.com/2005/11/blog-post_30.html' title='Αναμνήσεις'/><author><name>mistounou</name><uri>http://www.blogger.com/profile/11152482943784854958</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>2</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-13194116.post-113318252899337627</id><published>2005-11-28T04:50:00.001-08:00</published><updated>2005-11-28T05:02:06.360-08:00</updated><title type='text'>Η πολιτεία των λέξεων</title><content type='html'>&lt;span style="font-family:arial;"&gt;Οι λέξεις έχουν μία πολιτεία. Έζησα για πολύ καιρό εκεί, ώσπου ήρθε η ώρα του ξενιτεμού. Μου είπαν: "Ο Άλφα-Ωμέγα, θέλει να του φέρεις ένα πανί".&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πανί; Τι πανί; Τι χρώμα κι από τι; Και γιατί πανί; Και τι το θέλει; Και γιατί εγώ; Και πού θα το βρω; Και πως; Και πότε; Μα...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Ο Άλφα-Ωμέγα θέλει να του φέρεις ένα πανί".&lt;br /&gt;Τίποτ' άλλο δεν είπαν. Τίποτα. Από πού ν' αρχίσω, έλεγα, από πού; Δεν έχω στοιχεία, ούτ' αποδείξεις. Ένα τίποτα και μια εντολή μoνάχα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Την επομένη κιόλας έπρεπε να φύγω. Ξέρετε, ο χρόνος στην πολιτεία των λέξεων είναι αλλιώς. Ανήκει στο Έψιλον. Ξημερώνει κάθε που γεννιέται μια επιθυμία, νυχτώνει κάθε που ξεστομίζεις "ελευθερία". Και είναι λίγο παράξενο, διότι σε κάθε σπίτι όλα αλλάζουν. Εκεί, ο γέρος χουχουλιάζει ρουφώντας το τσάι του, αλλού το παιδί ονειρεύεται πως χαμογελά στα φασκιά ένα "θέλω να σκορπίσω στον ουρανό χαρταετούς". Βράδυ στο μυαλό της μικρής Εμμέλειας κι ας είναι η ηλιαχτίδα της γειτονιάς, αυτή που τη μέλλουν όλα, αυτή που φροντίζει για όλα. Είναι που ήθελε όλη μέρα να κάνει τη μπέμπα να σταματήσει να κλαίει και μόλις σκέφτηκε πως πρέπει να την αφήσει ν' αποφασίσει μόνη της πότε θα πάψει, σουρούπωσε. Στέκει στο πλάι του δρόμου, γερμένη στην τοίχο, θαρρείς ότι πελάτες περιμένει, μα τίποτα αυτή. Για αυτήν είναι βράδυ στο μυαλό της. Πόσο καιρό είχε να βραδιάσει στο μυαλό της, πόσο. Την επομένη έπρεπε να φύγω.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μόλις ξημέρωσε, τώρα που θέλω να φύγω κι ας είν' για την Εμμέλεια βράδυ, κι ας ειν' για τη μπέμπα πρωί, κι ας είν' για τον καμπουριασμένο ράφτη, καιρούς και καιρούς τώρα, μεσημέρι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τώρα πρέπει να φύγω. Η Φυγή, δεν έχει και πολλές φελούκες στο λιμάνι. Βλέπετε, δεν φεύγουν και πολλοί από τούτη δω την ονειρεμένη πολιτεία. Πού να βρεις έναν Άλφα-Ωμέγα να είναι τα πάντα, να σε πείθει ότι δεν πρέπει ποτέ να υπακούς, να περπατάει δίπλα σου όταν το θες, να σου μιλά όταν δεν το περιμένεις, να ξέρει για σένα, την Εμμέλεια, τη Φυγή, τη μπέμπα, τον ράφτη τον καμπουριασμένο, το γέρο που χουχουλιάζει, το παιδί που ονειρεύεται χαρταετούς, πιο πολλά από όσα ξέρει ο καθένας σας για τον εαυτό του. Και να το νιώθεις καλά πως, σε τούτη εδώ την πολιτεία, αυτός που είναι τα πάντα, για τον δικό του εαυτό δεν ξέρει τίποτα. Σαν αερικό ο ΑΩ, διαπερνά την πολιτεία και την αφουγκράζεται και, τελικά, όλοι όσοι τον έθεσαν σαν κάτι που λέγεται αρχηγός, σκέφτηκαν ταυτόχρονα και μυστικά ότι αυτό θα ήθελαν: Έναν να τους αφουγκράζεται αδιάλειπτα. Κι ήταν η πρώτη φορά που ξημέρωσε για όλους την ίδια στιγμή. Ήταν η πρώτη φορά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο ΑΩ, δεν είναι ακριβώς αρχηγός. Διότι ποτέ δεν ζητάει κάτι. Γι' αυτό, πόσο εξεπλάγην όταν μου είπαν ότι θέλει εγώ, (ποιος, εγώ!) να του φέρω ένα πανί. Δεν είναι αρχηγός, διότι τον αγαπούν όλοι ανεξαιρέτως. Δεν είναι αρχηγός, διότι είναι ο πιο φτωχός απ' όλους. Δεν είναι αρχηγός, διότι ποτέ του δεν έμαθε ότι όλοι τον έθεσαν μια στιγμή, ταυτόχρονα και μυστικά, μια στιγμή ξημερωμένη για όλους, σαν κάτι που λέγεται αρχηγός. Δεν είναι αρχηγός, διότι δεν έχει τίτλο. Όλοι τον λένε ΑΩ, κι όσα πιστεύουν για 'κείνον στάζουν απαλά από της φωνής τα ηχοχρώματα, απ' τις αναλαμπές των ματιών, απ' της καρδιάς τα ακανόνιστα φτερουγίσματα κι απ' των μωρών τη γαλήνη όσες στιγμές βρίσκονται σιμά του. Είναι κάτι σαν φύλακας. Με 24 κλειδιά να κρέμονται αρμαθιασμένα απ' τη φαρδιά του ζώνη, έχει σε ένα δάσος φυτεμένα 24 δέντρα. Κι όποτε ένα γράμμα το θελήσει να φύγει, να πάει πολύ μακριά, να βρει μελένια φύλλα, μαλαματένια νερά, απάτητα κεραμίδια κι υπόγεια βουνά, ξημερώνει, παίρνει το κλειδί του, πάει στο δέντρο του και 'κει, στις ρίζες, στα χαμηλά το φυτεύει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δεν παίρνει πολλούς καιρούς, δηλαδή, ακόμη ξημέρωμα είναι, και το γράμμα κουλουριασμένο στο χώμα, το περπατούν μυρμήγκια, το κατοικούν σιγά σιγά διαφόρων ειδών ζωύφια, έρχονται και τα γουρμασμένα κάστανα, μετά τα μισοφαγωμένα από τις μέλισσες μήλα, μετά τα ξεστρατισμένα από τον άνεμο λεμονάνθια, μετά τα γερασμένα ροδόφυλλα, μετά τα δολοφονημένα από επιπόλαια παιδικά χέρια πλατανόφυλλα, μετά τα ατίθασα σύκα, μετά τα μισοσαπισμένα μαρουλόφυλλα, ένα ένα, δέκα δέκα, χίλια ένα και το σκεπάζουν. Γίνεται χώμα κόκκινο, το γράμμα, είναι άντρας και γυναίκα της ρίζας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κι έρχεται το Φθινόπωρο με το νερό. Και το γράμμα-χώμα, μουσκεύει, διαστέλλεται λασπερό και να 'σου η ρίζα πιο μέσα του ακόμη. Κι έρχεται ο Χειμώνας με το βοριά και το χιόνι. Πρώτα ο βοριάς, παίρνει τα όνειρα της κοιμωμένης ρίζας, τ' ανακατεύει, τα κάνει δίνες, ύστερα πλεξούδες, ύστερα κουλούρες, ύστερα ανυποψίαστους τυφώνες, ύστερα κρυσταλλένιες ανεμώνες. Μετά, το χιόνι. Σαν κρούστα που μόλις ζωγραφίστηκε σε μήλο ζαχαρωμένο και σε μυρωδάτη λεμονόπιτα, σαν βούτυρο επάνω σε ψωμί, και το γράμμα- χώμα, θα 'λεγες είναι σχεδόν ένα με τη ρίζα -όχι! κοίτα καλά, είναι ρίζα- κουρνιάζει πια στα ζεστά κι ας έχει πάνω χιόνι, κι ας έχει επάνω βράδυ στο μυαλό της Εμμέλειας. Κι έρχεται η Άνοιξη. Με αναστεναγμούς και πλάνο ήλιο. Αναστενάζει η Άνοιξη σαν χίλιοι μύριοι κραδασμοί της συμβαίνουν. Ο καμπουριασμένός ράφτης ανοίγει το παραθυρόφυλλο και τρίζουν οι μεντεσέδες. Οι κάλυκες απ' το φως ξεγελάστηκαν -κι ας είναι κρύο ακόμη, κι ας είναι βράδυ στο μυαλό της Εμμέλειας ακόμη, να, λοιπόν, γιατί ο ήλιος είναι πλάνος- αναθαρρούν, λοιπόν, οι κάλυκες κι ανοίγουν. Και τα τσόφλια σπάνε. Κρακ, κρακ, αμέτρητα κρακ, αμέτρητες εκρήξεις υπόκωφες και να 'σου νεοσσοί, νεογνά, γυρίνοι και φασκιωμένα νιογέννητα να σπαρταράνε τρυφερά και παιχνιδιάρικα. Και να, που το γράμμα-ρίζα είναι χυμός και ξάφνου πλανεμένος κι αυτός με τη σειρά του, ξημερωμένος από την θέλησή του να πετάξει που εκτοξεύτηκε ήδη στα ψηλά και χορεύει ηδονικά, στροβιλιστά στον απάνω κόσμο των κλωναριών. "Πού να πάω, πού να πάω;", ξεφωνίζει τρελαμένος", "λαβύρινθος οι κατευθύνσεις των κλωναριών και κοίτα να δεις που δεν θέλω μήτε ένα μίτο!" Δίνει μια το γράμμα-χυμός κι εκσφενδονίζεται στο μίσχο ενός από τα τόσα λουλούδια του λαβυρίνθου. Κει κουρνιάζει κι έτσι τροφαντό, αφήνει τη μέλισσα να το ξεζουμίζει όσο τραβάει η όρεξή της, το παιδί να χώνει τη μύτη του και να ρουφά το άρωμά του για όσο, μα όσο θέλει, τη γυναίκα να ξεπατικώνει την ομορφιά του και να βγαίνει το βράδυ με ματοτσίνουρα παρόμοια, τον άντρα ν' αδιαφορεί δήθεν επιδεικτικά, μα να λέει όλος καμάρι μέσα του:" Θα γίνεις καρπός και με σένα θα θρέψω τη γυναίκα μου και κείνη τα παιδιά μας, κι όλοι χορτάτοι θα μπορούμε όταν ξεμυτίσουν πάλι οι ανθοί να λέμε τα ίδια". Έτσι, τροφαντό το γράμμα-ανθός, δε φοβάται μη τυχόν στερέψει, δε φοβάται. Μα σαν έρχεται το Καλοκαίρι, από το γράμμα-ανθό, ποτέ καρπός δε βγαίνει. Κι απ' το λαβύρινθο τόσα τα φρούτα, όσα όλα μείον ένα. Το γράμμα-ανθός με το φως, με τον ήλιο, με τα συνεχή ξημερώματα των επιθυμιών του, εξατμίζεται. Πάει στα σύννεφα, πάει στα αερόστατα, πάει στα πουλιά, πάει στα άυλα κύματα, πάει δώθε, πάει πέρα, πάει καβάλα στον αγέρα. Είναι ήδη εκεί που ήθελε: Στο ταξίδι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Έι, ξύπνα! Πρέπει να φύγει η φελούκα", φώναξε η Φυγή. Ωραία φελούκα, σαν φ, με μια καρίνα που χώνεται βαθιά στο νερό και όρισε το Αβύθιστο Πλεούμενο Των Ονείρων. Μακρύ όνομα για φελούκα, μα ήταν απ' τις λίγες φορές που στην πολιτεία των λέξεων η Αλήθεια χρειάστηκε παραπάνω από μια λέξη για να στρογγυλοκάτσει άνετα. Η φελούκα για τους ταξιδιώτες που ταξιδεύουν κι ονειρεύονται, δε βυθίζεται ποτέ. Κι έτσι, την είπαν ΑΠΤΟ.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Οκ", συναίνεσα, "φεύγω με το ΑΠΤΟ, μα...", καθώς ξεμάκραινα σκέφτηκα να ρωτήσω, "μήπως ξέρεις πού θα βρω το πανί του ΑΩ, Φυγή;". Είχε ήδη φύγει, σάμπως έκανε και τίποτ' άλλο; Όλο έφευγε...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έτσι κι εγώ φεύγω. Αφήνω για πρώτη φορά την πολιτεία των λέξεων και ω...Τι ώρα είναι; Πρωί ή βράδυ;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/13194116-113318252899337627?l=mistounou.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://mistounou.blogspot.com/feeds/113318252899337627/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=13194116&amp;postID=113318252899337627' title='5 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/113318252899337627'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/113318252899337627'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://mistounou.blogspot.com/2005/11/blog-post_113318252899337627.html' title='Η πολιτεία των λέξεων'/><author><name>mistounou</name><uri>http://www.blogger.com/profile/11152482943784854958</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>5</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-13194116.post-113214152161069306</id><published>2005-11-16T03:43:00.001-08:00</published><updated>2005-11-16T03:45:21.613-08:00</updated><title type='text'>Πού πήγε η Μις του Νου;</title><content type='html'>Μου 'στειλε γράμμα τις προάλλες. Πάει, λέει, να ξεκοκκαλίσει τσίρους στην επάνω γειτονιά. Μα, δεν μπορώ...Τη θέλω εδώ...Μπορεί να μην έχω να τη φιλέψω τσίρους, αλλά έχω διαφόρων ειδών μεζεδάκια. Της έχω παλαιωμένο κρασί περισπωμένης, της έχω χαβιάρι από τελείες και πιπεριές καυτερές από κόμματα. Για επιδόρπιο της έχω ένα καλάθι γευστικά αρωματικά, μ' ένα θαυμαστικό σε σχήμα κροντηριού, γεμάτο με δροσερό λιμοντσέλο...Τι, δεν τα θέλει; Μα γιατί να μην τα θέλει; Τι παραπάνω μπορεί να έχει ένας τσίρος;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δέχομαι, ειλικρινά, ότι θα βρει στη νοστιμιά του την αύρα του δρόμου. Και καθώς θα τον μασουλά, θα αναδύονται οι οσμές της περιπέτειας. Ίσως και να ματώσει από τις γρατζουνιές το κεφαλάκι της, καθώς είναι πολύ πιθανό να τον διεκδικήσει μετά από αδυσώπητους γατοκαβγάδες. Ίσως και να τον ψαρέψει μόνη της, ή ακόμη καλύτερα, ίσως να τον κλέψει από ουζερί συνοικιακό, καθώς αυτός θα λιάζεται για να ψηθεί στους χυμούς του. Το δέχομαι, αυτός ο τσίρος, ίσως να αποτελεί ένα δικό της τρόπαιο, αλλά τα δικά μου τα καλούδια να τα απαρνηθεί έτσι;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Άδικο, άδικο είναι...Όχι πως την κατηγορώ, αντίθετα μάλιστα. Αλλά να, σκέφτομαι τι θα μπορούσα να κάνω για να την πείσω ότι διαθέτω κι εγώ λίγη από την περιπέτεια που ψάχνει. Πείτε της κι εσείς, άμα τη δείτε. Πείτε της για μένα. Πώς την ψάχνω. Πώς πασχίζω να καταλάβω τι πρέπει να κάνω για να μην αλητεύει. Πως καταλαβαίνω τα επιπόλαια ζευγαρώματά της καταμεσής του χειμώνα. Πως και μια αγκαλιά παιδιά να μου φέρει, θα τα θέλω κι εκείνα. Πείτε το...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Περιμένοντάς τη Μις του Νου, ομολόγησα όλα τα παραπάνω και συνομώτησα σε όλα τα παραμέσα. Αυτά που δεν είπα. Αυτά που δεν ξέρω κι αν υπάρχουν ακόμη. Έφυγε η πιτσιρίκα γαλή και όλα τα καλούδια μου δεν είναι και τόσο νόστιμα χωρίς την δική της παρέα. Το παραδέχομαι. Το παραδέχομαι. Γι' αυτό, πείτε της ότι δεν ξέρω τι να κάνω με όλες εκείνες τις ακριβές τελείες, τα γευστικά ερωτηματικά, τα καυτερά κόμματα, τις μεστωμένες περισπωμένες και τα δροσερά θαυμαστικά. Μονάχα κάτι εισαγωγικά κρατώ στα χέρια μου και τα γυροφέρνω ωσάν κομπολόι. Τα χτυπώ, τα κουδουνίζω, σχεδόν μουσική βγαίνει μα αμφιβάλλω εάν είναι δική μου. Είναι μάλλον γέννημα θρέμμα μίας γιγάντιας σύμπτωσης, που τυχαίνει πάντα να μου θυμίζει κάτι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Λόγια σοφών μαζί με τα εισαγωγικά, ήχοι τολμηρών μαζί με τα εισαγωγικά, γράμματα αγαπημένων μαζί με τα εισαγωγικά, θεωρήματα, γραφήματα, ακατανόητα σκιαγραφήματα μαζί με τα εισαγωγικά. Να, όλα τούτα κι αν φαίνονται πολλά, δεν είναι δικά μου. Ανήκουν εκεί, ανάμεσα σε δυο εισαγωγικά, είναι πολλά μα δεν είναι δικά μου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πού πήγε η Μις του Νου; Πείτε της, άμα τη δείτε τα καλούδια είναι απλωμένα στο τραπέζι. Και δεν θα την βάλω να καθίσει να φάει σαν άνθρωπος, ούτε θα της πως ξανά για savoir vivre. Ας περπατήσει επάνω του, ας τριγυρίσει στο τραπέζι με τα τέσσερά της πόδια, ας ξαπλώσει, ας κοιμηθεί, ας πιει, ας φάει, μα ναρθεί μόνο. Ναρθεί....&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κι αν έρθει με μια αγκαλιά παιδιά κι έναν πατέρα παρέα, θα φύγω για λίγο. Έχω στην άκρη και δυο κόκκινα κεριά. Θα τα ανάψω, θα φτιάξω ατμόσφαιρα και θα αποχωρήσω διακριτικότατα. Θα υποκλιθώ διακριτικότατα στης ζωής την μέθεξη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Φιλιά με τσικουδιές!&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/13194116-113214152161069306?l=mistounou.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://mistounou.blogspot.com/feeds/113214152161069306/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=13194116&amp;postID=113214152161069306' title='7 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/113214152161069306'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/113214152161069306'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://mistounou.blogspot.com/2005/11/blog-post_113214152161069306.html' title='Πού πήγε η Μις του Νου;'/><author><name>mistounou</name><uri>http://www.blogger.com/profile/11152482943784854958</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>7</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-13194116.post-113205173134929788</id><published>2005-11-15T02:47:00.000-08:00</published><updated>2005-11-15T02:48:51.370-08:00</updated><title type='text'>Εδώ Κρήτη...</title><content type='html'>Τώρα, πώς έγινε, εγώ που πάλευα μονίμως με τους τόνους, τα γράμματα και τις τελείες να βρεθώ στο 1ο έτος της Σχολής Επιστήμης των Υπολογιστών του Πανεπιστημίου της Κρήτης, είναι πολύ μεγάλη ιστορία. Και ξαφνική. Άρον άρον έφυγα, ούτε πράγματα δεν πήρα, μόνο εμένα πήρα και λίγους εκλεκτούς αποχαιρετισμούς. Σα να σας χαιρετάω κι εσάς τώρα, ή μου φαίνεται;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όχι, εσείς, πάντα εδώ είστε κι εγώ πάντα εδώ είμαι. Απλά περπατώ με τα ίδια πόδια, μα σε άλλη πορεία. Ακόμη δεν έχω συνειδητοποιήσει τι συμβαίνει, είναι αλήθεια αυτό. Το παραδέχομαι. Αλλά, σιγά σιγά, ξεμύτισα στην πόλη, γνωρίστηκα με τους δρόμους της, και τ' αμφιθέατρα. Ναι, και τ' αμφιθέατρα. Αυτά, που μπαίνω μέσα το πρωί και σα να άρχισα να πιστεύω ότι μου είναι οικεία.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τα λέμε σύντομα!&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/13194116-113205173134929788?l=mistounou.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://mistounou.blogspot.com/feeds/113205173134929788/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=13194116&amp;postID=113205173134929788' title='14 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/113205173134929788'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/113205173134929788'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://mistounou.blogspot.com/2005/11/blog-post_15.html' title='Εδώ Κρήτη...'/><author><name>mistounou</name><uri>http://www.blogger.com/profile/11152482943784854958</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>14</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-13194116.post-113146486135952117</id><published>2005-11-08T07:43:00.000-08:00</published><updated>2005-11-08T07:47:41.386-08:00</updated><title type='text'>Μαλαματένιες γυναίκες</title><content type='html'>&lt;div align="center"&gt;&lt;a href="http://photos1.blogger.com/blogger/7119/1150/1600/o_Gabriel%20E.%20sotelo1"&gt;&lt;img style="DISPLAY: block; MARGIN: 0px auto 10px; CURSOR: hand; TEXT-ALIGN: center" alt="" src="http://photos1.blogger.com/blogger/7119/1150/320/o_Gabriel%20E.%20sotelo1" border="0" /&gt;&lt;/a&gt; (Φωτογραφία, Gabriel E. Sotelo)&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αναβρασμός. Παράγκες δεξιά κι αριστερά, να τις χωρίζει η οδός Μ. Κακαρά κι αυτές να θεριεύουν, να εξαπλώνονται αγκαλιάζοντας όλο το Κουρέντι. Κι ένα καρνάγιο, ‘κει στη μέση, να σφυρηλατεί την όψη της ανάγκης για πολλές γενιές, να γεννοβολά ιστορίες θαλασσινές, να φιλοξενεί τύπους και τύπους, αυτούς που κουβαλούσαν την αλλοτινή αυθεντικότητα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και από πάνω, δυο ταβερνάκια όλα κι όλα και γύρω γύρω παιδιά να τρεχοβολάνε ξυπόλυτα, να παίζουν με ξύλα, να παίζουν με τενεκεδάκια, να σκαρφαλώνουν επάνω στα κατάρτια, να κρύβονται στις βάρκες, να εξορμούν στα γύρω περιβόλια, πειρατές της ξηράς αυτά, και λεία τους τα ζουμερά πορτοκάλια.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και ξοπίσω σκυλιά. Και γάτες κι ένα σωρό πουλιά, όλα μαζί να συγκατοικούν μέσα την απόλυτη έκφρασή τους, όλα μαζί να συνταιριάζουν με τους ανθρώπους, τι κι εκείνοι από τη γη και τη θάλασσα περίμεναν να φάνε. Τι κι εκείνων τα σπίτια, δεν απείχαν πολύ από τις φωλιές των σπουργιτιών. Ξύλινα όλα, μια σταλιά όλα, και μέσα, εντελώς παράδοξα, να κοιμούνται ως και δεκαπέντε νοματαίοι. Και κότες παραπέρα, ίσως κι αυτές να κοιμούνταν το βράδυ μέσα στην παράγκα, μα το πρωί ξαμολιούνταν κυνηγώντας τα απόνερα των μπουγάδων κι ενισχύοντας με τα κακαρίσματα τα ξεφωνητά της ημερήσιας λάτρας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Νοικοκυρές οι προσφυγοπούλες, πολύ νοικοκυρές. Κι αν είχε χώμα το σπίτι τους αντί για πάτωμα, ντρεπόσουν να μπεις μέσα. Κι αν έμπαζε η σκεπή του σπιτιού τους, νόμιζες ότι είναι πιο ζεστό κι απ’ την καρδιά τους. Τόσο μεγάλη η καρδιά που μέσα στο λαβύρινθο των αναγκών αγαπούσαν τα παιδιά τους κι ας ήταν δέκα. Τ’ αγαπούσαν το καθένα ξεχωριστά και μαζί μ’ εκείνα, αγαπούσαν απλόχερα κι όλα τα άλλα. Τ’ άφηναν να γεύονται με λαιμαργία την άκρατη ελευθερία τους και σαν έγερνε ο ήλιος, βγαίναν μια μια και αρχίζαν τα καλέσματα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Κατινάαακ! Θα λα ν’ έρθς;&lt;br /&gt;-Τώρα…&lt;br /&gt;-Έλα μέσα μαρή, σε λέω!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κι η Μαρία και το Φωτάκι κι ο Παναής κι ο Λάμπος κι ο Διάσκατζος κι ο Γιαγκούλας κι Μελπομένη, άλλος με όνομα, άλλος με παρατσούκλι. Άλλος με όνομα κι άλλος με χάρη. Και σαν τα παιδιά μαζεύονταν, τρέχαν οι προσφυγοπούλες να βρουν τους άντρες τους. Αν δεν μπάλωναν δίχτυα, θα ψάρευαν, αν δεν καλαφάτιζαν, θα στήνανε κουβέντα πλάι σε φωτίτσες σιγανές και λίγο πλούσιο οίνο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Γυναίκες βράχοι, οι προσφυγοπούλες, ρίζωναν στα «θέλω» τους στιβαρά, κι έτσι, κάπως έτσι, η μνήμη τους έμενε ριζωμένη στα παλάτια που άφησαν αλαφιασμένες πίσω τους. Κι έτσι, κάπως έτσι ριζωμένες, να μην μπορούν να κατανοήσουν τις σειρήνες τις εξαθλίωσης, να νομίζουν ότι είναι ακόμη αρχόντισσες μα κι από την άλλη, να ειρωνεύονται με την χαρακτηριστική αθυροστομία τους, τους χαλεπούς καιρούς που έσπευσαν να αλέσουν την καλοζωισμένη τους όψη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μερακλούδες παρέμειναν, ως να είχαν ακόμη μπροστά τους παστουρμάδες, τροφαντά χοιρομέρια και άφθονα θαλασσινά, ως να είχαν ακόμη μπακλαβάδες στα ταψιά τους, καλογυαλισμένα τα σερβίτσια τους κι άθικτα τα προικιά τους. Και πιστές στην Παναγιά τους παρέμεναν, δεν την κατηγόρησαν ποτέ για το κακό που τις βρήκε, άρπαξαν μέσα απ’ τους καπνούς μα φυλαχτό, μα εικονίτσες, μα λιβάνι, μα ένα τάμα. «Κάνε να γλιτώσουμε Παναϊτσα μου και θα σε κάνω αρχόντισσα όπου κι αν βρω λιμάνι». Κι αν δεν είχαν να φάνε, η Παναγιά είχε το λάδι της στο καντήλι. Κι αν δεν είχαν να μείνουν, η Παναγιά είχε το σπίτι της.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και πιστές στους άντρες τους παρέμεναν, δεν βαρυγκομούσαν ποτέ σαν μπάρκαραν για μήνες ολάκερους με τα καράβια, άρπαξαν μέσα απ’ τους καπνούς μα στέφανα, μα νυφιάτικη φωτογραφία.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έτσι, με φασαρία πολλή, με σαματάδες και φωνές, με αμέτρητα παιδιά να μπλέκονται στα πόδια τους και να φτάνουν να μην ξεχωρίζουν ποιο είναι ποιο, με ζωντανά να μην τους λείπει η έγνοια και το μεζεδάκι, έτσι με φασαρία πολλή πορεύονταν εκείνες οι γυναίκες. Και σαν τα παιδιά μεγάλωναν, να τα χαιρετάνε, δήθεν πως δεν στενοχωριούνται που τα χαιρετάνε. Να φεύγουν τα αγόρια μπαρκαρισμένα με τη σειρά τους και τα κορίτσια παντρεμένα με τη σειρά τους.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και να που εκείνες οι γυναίκες που άφησαν τα μαλάματα να καπνίζονται στη Σμύρνη και στην Πάνορμο και στην Πόλη και στο Αϊβαλί και στον Μαρμαρά, να σου γελούν και να σ’ ορμηνεύουν και να νομίζεις ότι τα μαλάματα δεν χάθηκαν ποτέ. Μαλαματένιες γυναίκες, που ήθελαν δεν ήθελαν, έπρεπε να ειρωνευτούν τους χαλεπούς καιρούς με μια αθυροστομία κι ένα δήθεν «δε με νοιάζει».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Έλα να με γράψεις ένα γράμμα για το Διάσκατζο, που δεν ξέρω γράμματα εγώ.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Είπε με την χαρακτηριστικά λεπτή φωνή της η κυρά Χαϊδεμένη, στο θείο μου το Νίκο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Να σου γράψω κυρά Χαϊδεμένη!&lt;br /&gt;-Γραφς αγοράκι μ’;&lt;br /&gt;-Γράφω.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σκέφτεται μια δυο στιγμές το πολύ, ανασκουμπώνεται, η κυρά Χαϊδεμένη και λέει με μια ανάσα:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-«Διάσκατζε, τα λεφτά που μ’ έστειλες τα ‘λαβα. Να με στείλεις κι άλλα κακόψοφο να ‘χς!»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Απόρησε ο θείος μου! Πιο μικρό γράμμα δεν έγραψε ποτέ του. Και τι γράμμα, από μια μάνα που έχει να δει το παιδί της πάνω από χρόνο κι αντί να ξεστομίσει μια γλυκιά κουβέντα, είπε δυο λόγια σταράτα, μονάχα για λεφτά και μια απειλή θεόρατη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μα ποτέ δεν αμφέβαλλε ο θείος μου για την μαλαματένια καρδιά της κυρά Χαϊδεμένης. Ήξερε, παρόλο που το παράδοξο της ιστορίας μένει ακόμα στο μυαλό του, πως η γυναίκα εκείνη, σαν όλες τις άλλες, έμενε ακόμη περήφανη σαν να ‘ταν αρχόντισσα κι αναγκάστηκε να ειρωνευτεί τους χαλεπούς καιρούς με την αθυροστομία της. Κι ίσως, κάπου βαθιά, η κυρά Χαϊδεμένη, να συμφώνησε μυστικά με τον εαυτό της πως όλα τα δάκρυα στέρεψαν, όταν αρχόντισσα ακόμη πάσχιζε με δαύτα να σβήσει τις φωτιές της Σμύρνης.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/13194116-113146486135952117?l=mistounou.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://mistounou.blogspot.com/feeds/113146486135952117/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=13194116&amp;postID=113146486135952117' title='10 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/113146486135952117'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/113146486135952117'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://mistounou.blogspot.com/2005/11/blog-post_08.html' title='Μαλαματένιες γυναίκες'/><author><name>mistounou</name><uri>http://www.blogger.com/profile/11152482943784854958</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>10</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-13194116.post-113137362350556067</id><published>2005-11-07T06:24:00.000-08:00</published><updated>2005-11-07T06:27:03.506-08:00</updated><title type='text'>Κάτι ακόμη για το Λάμδα</title><content type='html'>&lt;span style="font-family:verdana;font-size:180%;color:#cc66cc;"&gt;Λ&lt;/span&gt;ύγισε φιλί να πιάσω&lt;br /&gt;να το λιάσω, να το κλάψω,&lt;br /&gt;λέγε λόγια να χορτάσω&lt;br /&gt;να τα κλέψω, να τα πλάσω.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:verdana;font-size:180%;color:#cc66cc;"&gt;Λ&lt;/span&gt;ύγισε κορμί να λύσω&lt;br /&gt;των λαθών μου να λακήσω,&lt;br /&gt;λέξεις λάγνες να λοξεύουν&lt;br /&gt;και λιλιά φιλιά να σπέρνουν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:verdana;font-size:180%;color:#cc66cc;"&gt;Λ&lt;/span&gt;ύγισε κορφή ν’ αλέσω&lt;br /&gt;στο λαιμό αγκαλιά να πλέξω,&lt;br /&gt;λάμια λύσσα, λάμια πλύστρα&lt;br /&gt;στα λιοτρίβια αλυχτήσαν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:verdana;font-size:180%;color:#cc66cc;"&gt;Λ&lt;/span&gt;ύγισε λιγάκι αλώνι&lt;br /&gt;για να δω αν ήλιος λιώνει&lt;br /&gt;και η λάσπη και η πλάση&lt;br /&gt;αν λογιάζει ν’ αλαλάξει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:verdana;font-size:180%;color:#cc66cc;"&gt;Λ&lt;/span&gt;ύγισες πολύ, καλέ μου,&lt;br /&gt;λογαριάζω παρελαύνεις&lt;br /&gt;λίγα λόγια ν’ αλητεύουν&lt;br /&gt;και λιλιά φιλιά να σπέρνουν.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/13194116-113137362350556067?l=mistounou.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://mistounou.blogspot.com/feeds/113137362350556067/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=13194116&amp;postID=113137362350556067' title='15 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/113137362350556067'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/113137362350556067'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://mistounou.blogspot.com/2005/11/blog-post_113137362350556067.html' title='Κάτι ακόμη για το Λάμδα'/><author><name>mistounou</name><uri>http://www.blogger.com/profile/11152482943784854958</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>15</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-13194116.post-113137334398490685</id><published>2005-11-07T06:19:00.000-08:00</published><updated>2005-11-07T06:22:24.006-08:00</updated><title type='text'>Κάτι για το Λάμδα</title><content type='html'>&lt;span style="font-family:verdana;font-size:180%;color:#cc66cc;"&gt;Λ&lt;/span&gt;οιπόν…λέω λογικά λαλήματα&lt;br /&gt;λουσμένη λάβες, λιοπύρια&lt;br /&gt;και λιοτρόπια. Μα λάλησα,&lt;br /&gt;λωλάθηκα λιγάκι, δε νομίζεις;&lt;br /&gt;Λουλούδια λύτρωσα, λέει, λευκά,&lt;br /&gt;λεμόνια λαχτάρησα, λέει, λιγνά&lt;br /&gt;και λέκιασα, λέει λαχούρια με «Λα».&lt;br /&gt;Καραμέλα πάλι πιπιλάω με «Λα»,&lt;br /&gt;ουρανίσκο πάλι πιτσιλάω με «Λα».&lt;br /&gt;Γέμισα «Λα», «Μι Φα Σολ Λα»,&lt;br /&gt;πάω ψηλά κι άλλο ψηλά.&lt;br /&gt;Πάω καλά; Και πόσα «Λα»&lt;br /&gt;θα ‘χει η μηλιά; Τα θέλω όλα&lt;br /&gt;κι ας είν’ πολλά. Τα θέλω όλα&lt;br /&gt;να βγει μιλιά. Λαλιά και Λα&lt;br /&gt;και Λάμδα πολλά.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/13194116-113137334398490685?l=mistounou.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://mistounou.blogspot.com/feeds/113137334398490685/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=13194116&amp;postID=113137334398490685' title='4 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/113137334398490685'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/113137334398490685'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://mistounou.blogspot.com/2005/11/blog-post_07.html' title='Κάτι για το Λάμδα'/><author><name>mistounou</name><uri>http://www.blogger.com/profile/11152482943784854958</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>4</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-13194116.post-113128134105354180</id><published>2005-11-06T04:45:00.000-08:00</published><updated>2005-11-07T12:48:06.933-08:00</updated><title type='text'>Μάτια ζεστά</title><content type='html'>&lt;div align="center"&gt;&lt;a href="http://photos1.blogger.com/blogger/7119/1150/1600/o_Werner%20Branz5.0.jpg"&gt;&lt;img style="margin: 0px auto 10px; display: block; text-align: center;" alt="" src="http://photos1.blogger.com/blogger/7119/1150/320/o_Werner%20Branz5.0.jpg" border="0" /&gt;&lt;/a&gt; (Φωτογραφία, Werner Branz)&lt;br /&gt;&lt;a href="http://photos1.blogger.com/blogger/7119/1150/1600/o_Werner%20Branz5.jpg"&gt;&lt;/a&gt;&lt;/div&gt;&lt;div align="center"&gt;&lt;span style="color: rgb(255, 102, 0);font-size:180%;" &gt;...&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;span style="color: rgb(255, 102, 0);font-size:180%;" &gt;&lt;div align="left"&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="color: rgb(255, 255, 204); font-family: trebuchet ms;font-size:78%;" &gt;Μάτια μεγάλα και ζεστά. Που καμαρώνουν ντροπαλά για ό,τι βλέπουν εντός τους. Μάτια παιδικά, που ακόμη απορούν για το φως τους. Που τρεμοπαίζουν δειλά, μην τύχει και γίνουν αδιάκριτα, μην τύχει και πιστέψουν σ’ ό,τι βλέπουν, μην τύχει κι αιχμαλωτιστούν απ’ τη μαγεία. Μάτια ντροπαλά. Μάτια μεγάλα και ζεστά. Αλλοπαρμένα τρυφερά από τα όνειρα που χτίσαν, μάτια. Μάτια νοσταλγικά. Που ανοίγουνε την πόρτα ευγενικά, σε ξένα παρελθόντα και διπλανών ιστορίες, που βλέπουν πριν δουν, βλέπουν πριν δουν, βλέπουν ό,τι δεν είδαν. Μάτια σοφά. Και να κρούουν εντός τους τα σήμαντρα, να χαϊδεύουν της ζωής τους το απόσταγμα σχεδόν πλανεμένα. Σχεδόν μαγεμένα. Σχεδόν στοργικά. Μάτια. Μάτια. Μάτια μεγάλα και ζεστά. Μάτια παντρεμένα με το μέλι και το μύρο, μάτια σκορπισμένα στων μυστικών το μεγαλείο, μάτια πικρά. Μάτια πονεμένα, παιδικά. Μάτια που θηλάζουν ακόμη τη μάνα, μάτια που κρατούν απ’ το χέρι τη λάβα, μάτια. Μάτια, σου λέω, μάτια γλυκά. Μάτια που δεν ξέρουν τι θα πει «περπατάω», μάτια που στα δάχτυλα παίζουν το «πετάω», μάτια πάλι και πάλι ντροπαλά. Μάτια, σου λέω, σπινθηροβόλα κι ερευνητικά. Μάτια που χορεύουν στους ιστούς των αναμνήσεων, μάτια που θαρρείς πως μαλώνουν στις κόχες των αρνήσεων. Μάτια αμήχανα, μα πιστά. Μάτια που λαξεύουν διαμάντια σε πρόσωπα, μάτια που σμιλεύουν δάκρυα σ’ εξώπορτα, μάτια που λατρεύουν στολίδια και χρώματα., μάτια. Μάτια φλογερά και θλιμμένα. Μάτια θλιμμένα. Μάτια θλιμμένα. Μάτια αγναντεμένα από μάτια φανερά και μυστικά. Μάτια αγαπημένα από μάτια περαστικά. Μάτια παραξενεμένα, σχεδόν περιπαικτικά. Μάτια, σου λέω, μάτια. Μάτια μεγάλα και ζεστά.&lt;/span&gt; &lt;/div&gt;&lt;/span&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/13194116-113128134105354180?l=mistounou.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://mistounou.blogspot.com/feeds/113128134105354180/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=13194116&amp;postID=113128134105354180' title='2 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/113128134105354180'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/113128134105354180'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://mistounou.blogspot.com/2005/11/blog-post_06.html' title='Μάτια ζεστά'/><author><name>mistounou</name><uri>http://www.blogger.com/profile/11152482943784854958</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>2</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-13194116.post-113112817116681121</id><published>2005-11-04T10:06:00.000-08:00</published><updated>2005-11-04T10:42:30.893-08:00</updated><title type='text'>Ένας γενναίος ήλιος</title><content type='html'>&lt;a href="http://photos1.blogger.com/blogger/7119/1150/1600/o_Zdaravennau_Vazdim.jpg"&gt;&lt;img style="DISPLAY: block; MARGIN: 0px auto 10px; CURSOR: hand; TEXT-ALIGN: center" alt="" src="http://photos1.blogger.com/blogger/7119/1150/320/o_Zdaravennau_Vazdim.jpg" border="0" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ίσως επειδή ήταν πιο κοντά, εκεί σε ένα βουνό επάνω, μου φάνηκε πιο γενναίος ο ήλιος. Πιο δυνατός. Διάτρητη η εξυψωμένη πλάση από τις αχτίδες του και οι σκιές, κι αυτές, πιο γενναιόδωρες, πιο χορταστικές. Όσες τουλάχιστον μπόρεσαν να ξεφύγουν από τον πύρινο βιγλάτορα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Ουφ! Ζεσταίνομαι, ζαλίζομαι, ζητάω ζωή σχεδόν…&lt;br /&gt;-Δεν πρέπει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κοίταξα δεξιά, κοίταξα αριστερά, ποιος μίλησε; Κανείς εκεί. Κοίταξα πάνω, κοίταξα κάτω, ποιος ακούστηκε; Κανείς κι εκεί. Κοίταξα μπρος, κοίταξα πίσω, ποιος λάλησε; Κανείς. Ούτε κι εκεί. Κοίταξα στον κόρφο μου, κοίταξα στα χέρια μου, ποιος, ποιος είναι; Κάτι με χάιδεψε στο δεξί αυτί μου. Κοκκάλωσα. «Μην κουνιέσαι καθόλου», σκέφτηκα, «καμμιά σκάρπια* θα ‘ναι!».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Έτσι υποδέχεσαι μια κυρία;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αχ, ποιος είναι, ποιος είναι, ποιος…Μμμμ….στάσου, έχω ένα καθρεφτάκι, το αγόρασα από το χθεσινό πανηγύρι, για να δω, λοιπόν…Το σήκωσα αργά το καθρεφτάκι, ανεπαίσθητα σχεδόν, στο ύψος του δεξιού μου αυτιού. Εκεί την είδα. Είχε ακουμπήσει το κεφάλι της στην πλούσια τούφα μαλλιών που γυροφέρνει ανήμερη εκεί στο πλάι, νωχελικά σχεδόν, είχε ακουμπήσει το κεφάλι της στην πλούσια τούφα των μαλλιών μου. Σταυροπόδι καθόταν, ωσάν μια κυρία και το κοντό φουστανάκι της, επέτρεπε στα πόδια της τα ντελικάτα να φανερωθούν. Καθόταν, επάνω στο αυτί μου! Και κουνούσε ρυθμικά τα ντελικάτα πόδια της, στο «πήγαινε» εκτινάσσονταν, στο «έλα» κράδαιναν τον λοβό. Ξάφνου, μια λάμψη στο καθρεφτάκι, εκτυφλωτική!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Μη, πονάω! Τα μάτια μου…Δεν έχεις τρόπους τελικά. Δεν πρόκειται να γίνεις κυρία.&lt;br /&gt;-Συγγνώμη, δεν το ήθελα. Επίτηδες το έκανα…&lt;br /&gt;-(Ξεσπάει σε γέλιο γάργαρο). «Επίτηδες»; (Ξαναγελά).&lt;br /&gt;-Ναι, επίτηδες, συγγνώμη κιόλας…&lt;br /&gt;-Δηλαδή, το ήθελες και το έκανες…&lt;br /&gt;-Όχι, δεν το ήθελα.&lt;br /&gt;-Τότε πώς το ‘κανες «επίτηδες»;&lt;br /&gt;-Αυτό σου λέω, δεν το ήθελα, το έκανα επίτηδες!&lt;br /&gt;-Χμμ… «επίτηδες» τι σημαίνει, ξέρεις;&lt;br /&gt;-Κάτι σαν…πως, πώς να το πω….Αυτό δηλαδή, «κατά λάθος».&lt;br /&gt;-Χαχαχα! Γούστο έχεις!&lt;br /&gt;-Μα γιατί γελάς;…&lt;br /&gt;-Επίτηδες, σημαίνει εσκεμμένα.&lt;br /&gt;-Τι;&lt;br /&gt;-Άστο το «εσκεμμένα»…Λοιπόν… «Επίτηδες» σημαίνει…Ουφ! Δηλαδή, όταν λέμε «το έκανα επίτηδες», εννοούμε ότι «το έκανα επειδή το ήθελα, επίτηδες!»&lt;br /&gt;-Ω…&lt;br /&gt;-Εμ…&lt;br /&gt;-Ω…Όχι, δεν εννοούσα αυτό…Εννοούσα ότι δεν το ήθελα…&lt;br /&gt;-Εντάξει, το κατάλαβα! Λοιπόν;&lt;br /&gt;-Τι;&lt;br /&gt;-Τι λέγαμε;&lt;br /&gt;-Σου ζήτησα συγγνώμη. Πόνεσαν τα μάτια σου με το καθρεφτάκι, θυμάσαι;&lt;br /&gt;-Την δέχομαι, εννοείται…(Χαμογελά).&lt;br /&gt;-Ποια είσαι; Γιατί λάμπεις έτσι;&lt;br /&gt;-«Γιατί λάμπω, γιατί λάμπω», τι ερώτηση είναι αυτή; Θα ‘πρεπε να με ρωτήσεις πώς με λένε. Κι όταν θα σου απαντούσα, θα ήξερες και γιατί λάμπω.&lt;br /&gt;-Ναι, ε; Εντάξει. Πώς σε λένε, λοιπόν;&lt;br /&gt;-Λιογέννητη.&lt;br /&gt;-Α! Είσαι από ‘κείνο το παραμύθι! Είσαι η κόρη του ήλιου!&lt;br /&gt;-(Χαμόγελο κατανόησης). Κοντά έπεσες. Είμαι μια από τις πολλές κόρες του ήλιου. Όσο για το παραμύθι, είναι λίγο μπερδεμένο, ξέρεις…&lt;br /&gt;-Μα είναι ένα παραμύθι, το ξέρω απ’ έξω κι ανακατωτά! Να στο πω; Για σένα μιλάει!&lt;br /&gt;-Το ξέρω. Μόνο…που δεν είναι παραμύθι.&lt;br /&gt;-Δεν είναι;&lt;br /&gt;-Όχι, δεν είναι.&lt;br /&gt;-Δηλαδή…&lt;br /&gt;-Είναι αλήθεια.&lt;br /&gt;-Δηλαδή…&lt;br /&gt;-Είμαι αληθινή κι εγώ. (Χαμογελάει πάλι).&lt;br /&gt;-Αααα…Χάρηκα! Ε, συγγνώμη, δε σου είπα το όνομά μου-&lt;br /&gt;-Το ξέρω (με διέκοψε). Όπως, επίσης, ξέρω γιατί μπερδεύεις το «επίτηδες» με το «κατά λάθος».&lt;br /&gt;-(Κοκκίνισα, καίνε τα μάγουλά μου πολύ!). Ναι, γι’ αυτό θα σου έλεγα κιόλας να έρθεις από το άλλο μου τ’ αυτί.&lt;br /&gt;-«Πινακωτή, Πινακωτή, έλα από τ’ άλλο μου τ’ αυτί!» Χα, χα! Τι ωραίο παιχνίδι!&lt;br /&gt;-Δεν είναι παιχνίδι! (Θύμωσα). Είναι κι αυτό…&lt;br /&gt;-…αλήθεια. Αυτό θες να πεις;&lt;br /&gt;-Ναι.&lt;br /&gt;-Σωστά. Κι αφού τα ξεκαθαρίσαμε όλα, έρχομαι από το άλλο σου τ’ αυτί. Περίμενε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Φσσστ! Φρουπ! Κοντοστάθηκε πεταρίζοντας για λίγο μπροστά από το πρόσωπό μου, μου ‘κλεισε το μάτι παιχνιδιάρικα και οοοοοπ! στρογγυλοκάθισε στο αριστερό μου αυτί.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Αμμάαααννν…&lt;br /&gt;-Τι;&lt;br /&gt;-Δεν βολεύομαι καλά εδώ.&lt;br /&gt;-Το ακουστικό, ε;&lt;br /&gt;-Μμμ…ναι. Μη σκας, όμως, θα την βρω την άκρη. Καλέ; Πο πο…και τι ωραίο που είναι….(Ξερογλείφεται σαν να βλέπει ολόφρεσκια τούρτα σοκολάτα μπροστά της). Χάρμα! Πολύ συμπαθητικό! Τς τς τς…έχει και ροδελίτσα, βρε παιδί μου….κοίτα να δεις…&lt;br /&gt;-Ναι, είναι για να δυναμώνεις και να χαμηλώνεις την ένταση! (αναθάρρησα).&lt;br /&gt;-Σώπα…Κι αυτό το κουμπάκι, τι είναι;&lt;br /&gt;-Άμα το κουνήσεις ανοίγει και κλείνει τελείως. Κι άμα το αφήσεις στη μέση, ακούς στο τηλέφωνο χωρίς, όμως, τους γύρω θορύβους!&lt;br /&gt;-Πόπο….Τι λες; Μιλάμε, πολύ τεχνολογία, ε; Κουμπάκια δω, κουμπάκια κει….Πώς βγάζεις άκρη; Μπράβο…&lt;br /&gt;-Ε, δεν είναι και τόσο δύσκολο…ξέρεις. (Ντροπαλά).&lt;br /&gt;-Εγώ θα μπερδευόμουν, πάντως. Αλλά, μπράβο, όμως, ωραία τα καταφέρνεις…&lt;br /&gt;-Ναι, αλλά…&lt;br /&gt;-Τι;&lt;br /&gt;-Δε μ’ αρέσει το χρώμα του…&lt;br /&gt;-Χμμ…θα στο έλεγα κι εγώ.&lt;br /&gt;-Ναι…Ναι, θα το ήθελα χρωματιστό.&lt;br /&gt;-Μμμ…(τα μάτια της έπαιξαν χαρούμενα με νόημα). Όντως!&lt;br /&gt;-Ξέρεις κάτι;&lt;br /&gt;-Σ’ ακούω.&lt;br /&gt;-Το αγαπάω κι έτσι που είναι. Καμαρώνω γι’ αυτό, καταλαβαίνεις; Από μικρό, που ήμουν, αυτό το πραγματάκι…Να, πώς να στο πω….Τα ξέρει όλα! Όλα τα μυστικά μου. Τα πάντα! (Παύση). Νομίζεις ότι υπερβάλλω;&lt;br /&gt;-Ε, λίγο…&lt;br /&gt;-Ό,τι θες πες. Εγώ το αγαπάω. Για όσο κάνει καλά τη δουλειά του, βέβαια…(Γελάω).&lt;br /&gt;-Μμμ…ωραία βολεύτηκα τελικά.&lt;br /&gt;-Μόνο πρόσεξε, μην πατήσεις το κουμπάκι και το κλείσεις «επίτηδες».&lt;br /&gt;-Χα χα! (Παύση). Σοβαρά, τώρα. Κι επίτηδες να το κλείσω, πάλι θα με ακούς.&lt;br /&gt;-Ναι;&lt;br /&gt;-Ναι.&lt;br /&gt;-Μα γιατί «ναι»;&lt;br /&gt;-Όταν το κλείνεις, εσένα δεν σε ακούς;&lt;br /&gt;-Με ακούω.&lt;br /&gt;-Και πιο πολύ, μάλιστα, ε;&lt;br /&gt;-Νννναι…Δηλαδή, ναι!&lt;br /&gt;-Εσύ δεν έχεις καμμία διαφορά, είτε είναι ανοιχτό, είτε είναι κλειστό. Η ίδια είσαι.&lt;br /&gt;-…&lt;br /&gt;-Ίδια εισαι.&lt;br /&gt;-Δηλαδή…&lt;br /&gt;-Δεν αλλάζει τίποτα. Ο κόσμος γύρω σου είναι ο ίδιος. Ο αέρας είναι πάλι αέρας. Το χώμα είναι πάλι χώμα. Τα φύλλα που βλέπεις εκεί, είναι πάλι φύλλα. Ο ήλιος και οι κόρες του, όλα μένουν ίδια. Όλα εδώ μένουν, μικρή μου, όλα εδώ.&lt;br /&gt;-Π….πώς;&lt;br /&gt;-Δεν έχει «πως», απλά έτσι είναι. Και η σκληρότητα είναι εδώ, και η βία είναι εδώ, και η θλίψη, και τα κατορθώματα και τα λάθη. Όλα εδώ είναι. Τα πάντα είναι εδώ. Μένουν αλαζονικά, αυτάρεσκα, αμετάβλητα, αμετακίνητα και το μόνο που κάνουν είναι να σε προκαλούν να τα δεις όπως εσύ θέλεις.&lt;br /&gt;-«Όπως εσύ θέλεις».(Επανέλαβα).&lt;br /&gt;-Όπως εσύ θέλεις.&lt;br /&gt;-Και ο ήλιος;&lt;br /&gt;-Και ο ήλιος.&lt;br /&gt;-Μα…&lt;br /&gt;-Τι;&lt;br /&gt;-Εμένα, γιατί μου φαίνεται πιο γενναίος εδώ πάνω; Κάτω που ήμουν, στον κάμπο, μου φαινόταν…πώς να το πω…απλά…Απλά ένας ήλιος και τίποτ’ άλλο.&lt;br /&gt;-Θα σου πω κάτι. Πάντα γενναίος είναι ο ήλιος. Πάντα. Κι εσύ πάντα γενναία είσαι. Πάντα.&lt;br /&gt;-Τότε, τι αλλάζει;&lt;br /&gt;-Τίποτε άλλο, από το νόημα των ματιών σου.&lt;br /&gt;-…&lt;br /&gt;-Κατά βάθος, «επίτηδες» και «κατά λάθος», είναι τα ίδια πράγματα. Απλά, κάποια μέρα ξυπνήσαμε και είπαμε ότι η μια λέξη είναι το ένα και η άλλη το άλλο. Κατά τα άλλα, αέρας είναι και τα δύο. Ήχοι. Κωδικοποιημένοι ήχοι. Έτσι είναι όλα.&lt;br /&gt;-Όλα;&lt;br /&gt;-Όλα.&lt;br /&gt;-Μα, τότε, πριν γιατί με διόρθωσες; Αφού ήξερες τι εννοούσα.&lt;br /&gt;-Γιατί, τελικά, πρέπει να ζήσεις με αυτούς τους κώδικες. Κι όσο πιο γενναίο είναι να τους αποκωδικοποιείς και να λύνεις τα κουβάρια τους, άλλο τόσο γενναίο είναι να τους ανατρέπεις.&lt;br /&gt;-Κι εγώ τι από τα δύο να κάνω;&lt;br /&gt;-Εσύ ξέρεις καλύτερα από εμένα.&lt;br /&gt;-Ναι;&lt;br /&gt;-Ναι.&lt;br /&gt;-Νομίζω ότι πότε κάνω το ένα και πότε το άλλο. Και τώρα που μιλάμε, έχω την εντύπωση…&lt;br /&gt;-Ναι;&lt;br /&gt;-Ότι γίνονται και τα δύο μαζί.&lt;br /&gt;-Γι’ αυτό σου φαίνεται ο ήλιος πιο γενναίος.&lt;br /&gt;-Ουφ, ζεσταίνομαι, ζαλίζομαι, ζητάω ζωή σχεδόν…&lt;br /&gt;-Δεν πρέπει. Με τα δικά μου μάτια, είσαι γενναία. Όπως τότε που ήσουν στον κάμπο και ο ήλιος σου φαινόταν «απλά ήλιος».&lt;br /&gt;-Και με τα δικά μου μάτια; Με αυτά τι γίνεται τώρα;&lt;br /&gt;-Άστα να ξεκουραστούνε λίγο. Σου δίνω για λίγο τα δικά μου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και τότε, λέει, κοιμήθηκα. Με το μισό κορμί διάτρητο από τον ήλιο και το άλλο μισό να χορταίνει από σκιά. Και μια Λιογέννητη, στο προσκεφάλι μου, που της χρωστούσα ένα γενναίο βλέμμα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;*σκάρπια=ο σκορπιός, έτσι όπως τον λέει η γιαγιά μου.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/13194116-113112817116681121?l=mistounou.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://mistounou.blogspot.com/feeds/113112817116681121/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=13194116&amp;postID=113112817116681121' title='4 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/113112817116681121'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/113112817116681121'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://mistounou.blogspot.com/2005/11/blog-post_04.html' title='Ένας γενναίος ήλιος'/><author><name>mistounou</name><uri>http://www.blogger.com/profile/11152482943784854958</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>4</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-13194116.post-113104727838931485</id><published>2005-11-03T11:42:00.000-08:00</published><updated>2005-11-03T11:50:44.496-08:00</updated><title type='text'>Ήταν, λέει...</title><content type='html'>&lt;a href="http://photos1.blogger.com/blogger/7119/1150/1600/o_George%20Burba4.jpg"&gt;&lt;img style="DISPLAY: block; MARGIN: 0px auto 10px; CURSOR: hand; TEXT-ALIGN: center" alt="" src="http://photos1.blogger.com/blogger/7119/1150/320/o_George%20Burba4.jpg" border="0" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ένας &lt;a href="http://blogs.gr/DCD/"&gt;φίλος&lt;/a&gt; είπε, «&lt;strong&gt;&lt;span style="color:#ff0000;"&gt;Χμμμ... Φαντάζομαι ότι κάποιες μνήμες έχουν γεννηθεί για να παραμείνουν μνήμες. Είναι αυτές που όσο ωριμάζουν, τόσο ορίζουν ένα συνειδητοποιημένο χαρακτήρα. Που όσο παλιώνουν, τόσο θυμίζουν ένα καλοσφραγισμένο μπουκάλι κρασί&lt;/span&gt;&lt;/strong&gt;.».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το άνοιξα μόλις τώρα. Το ανοίγω κάθε φορά που γράφω. Το ανοίγω κάθε φορά που μιλάω σε φίλους. Το ανοίγω κάθε φορά που θέλω να χαρίσω λίγο από τον εαυτό μου. Δε θυμάμαι να το σφράγισα ποτέ. Πάντα ανοιχτό είναι. Και τι περίεργο, το κρασί με το οποίο λούζομαι εντός μου, δεν μοιάζει να έχει ξεθυμάνει. Όχι, η γεύση αλλάζει, το χρώμα αλλάζει, η υφή του αλλάζει, η οξύτητά του αλλάζει, αλλά η έντασή του είναι αναλλοίωτη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Φέρνω, μόλις τώρα το ποτήρι στα χείλη μου. Τα χείλη του και τα χείλη μου, με λίγο κρασί εγκλωβισμένο ανάμεσα. Το αφήνω εκεί. Επιτρέπω στον αέρα, να το εξατμίσει για να δω τον οίνο να μεταβάλλεται σε αυτοσχέδιο κραγιόν που βάλθηκε να με στολίσει με πάθος. Κάπου εκεί στις πτυχές των χειλιών, έμειναν κατακόκκινα ρυάκια που κουβαλούν ιστορίες για αμπέλια.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="color:#ff0000;"&gt;Ήταν, λέει&lt;/span&gt;, ένα αμπέλι κάτω από το παράθυρό μου. Και το πρωί, κάθε πρωί που ξύπναγα, η πρωινή δροσιά λαμπύριζε μαλακά επάνω στο πράσινο. Και γαλαζόπετρα παντού. Να σπινθηροβολεί σα να θέλει να απαλλαγεί από το βαθυκύανο χρώμα της. Και φωνές, ολόγυρα από το αμπέλι, να μπερδεύουν κι αυτές με τη σειρά τους, πράσινο και μπλε, να απορούν τι μυρίζει πιο πολύ: ο ανερχόμενος μούστος ή το προαιώνιο χώμα; Οι άγουροι καρποί του Κόσμου ή η παραζάλη των μεστωμένων χυμών;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="color:#ff0000;"&gt;Ν’ απορούν &lt;/span&gt;&lt;span style="color:#ff0000;"&gt;οι φωνές&lt;/span&gt; και να τις βάζει σε τάξη η ανάγκη. Να τους λέει: «Μπείτε μέσα στο χορό του χωραφιού, χαϊδέψτε τα αμπέλια, τρυγήστε τα αμπέλια, πιείτε τα αμπέλια. Μα σταθείτε: Πριν πιείτε, πρέπει να είστε έτοιμοι για τον Έρωτα». Βιάστηκαν να απαντήσουν αλλότρια, οι φωνές. Και η ανάγκη το μόνο που έκανε ήταν, να σηκώσει τους ώμους, λες και ξεστόμιζε «εγώ, πάντως, σας προειδοποίησα…».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="color:#ff0000;"&gt;Και κει, που όλα ήταν αβέβαια&lt;/span&gt;, ήρθαν οι θεατρίνοι. Πάνω σε μουλάρια, να κουδουνίζουν χαϊμαλιά, απολύτως βέβαιοι για κάθε χνάρι που ακούμπησαν στην πλάση. Και να τραγουδάνε οι θεατρίνοι, να ξεσηκώνουν σε γλέντι τις φωνές και οι φωνές να γίνονται λέει, φώτα. Τόσο συμπαγή τα φώτα, που νόμιζες ότι ήταν υπάρξεις, νόμιζες ότι έβλεπες σκυφτές αντρικές φιγούρες, σκεφτικές γυναικείες μορφές, κορίτσια να εκστασιάζονται, κοντυλοφόρους να σπεύδουν να αδράξουν την έμπνευση, μαυροφορεμένες να μάχονται με τη ματαιότητα, αγόρια να κυνηγάνε το άπιαστο με τις σφεντόνες, μωρά να λικνίζονται σε νάκες, γέρους και γριές να περπατούν πλάι πλάι, μητέρες να γίνονται γυναίκες, πατεράδες να γίνονται φλογεροί εραστές, πουλιά να κολυμπούν στα σύννεφα, ψάρια πολύχρωμα να ερωτροπούν. Τόσο συμπαγή τα φώτα, που μπορούσες μέσα τους να δεις την Αγάπη να δοκιμάζει περίεργη το κρασί. Τόσο συμπαγή που έβλεπες, ναι, έβλεπες, τον Λόγο να σωπαίνει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="color:#ff0000;"&gt;Κι αφού το σκηνικό στήθηκε&lt;/span&gt; στη μέση του αμπελιού, περίμεναν όλοι να βραδιάσει. Να βγει η Μνήμη Σελήνη, να της πούνε κάλαντα και καλημέρες. Να της πούνε να σιάξει λίγο το γιακαδάκι της, να αφήσει, όμως τα τσουλούφια της ατιθάσευτα, να μην την νοιάζει, στην τελική, όπως κι αν είναι. Τόσο την αγαπούν, ως φαίνεται, που, στην τελική, την θέλουν όπως είναι. Και μίλησε, η Μνήμη Σελήνη. Μίλησε. Είπε:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«&lt;span style="color:#ff0000;"&gt;Ένα μπουκάλι αστείρευτο για τον καθένα σας. Σύρετε να πιείτε!&lt;/span&gt;».&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/13194116-113104727838931485?l=mistounou.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://mistounou.blogspot.com/feeds/113104727838931485/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=13194116&amp;postID=113104727838931485' title='7 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/113104727838931485'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/113104727838931485'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://mistounou.blogspot.com/2005/11/blog-post_03.html' title='Ήταν, λέει...'/><author><name>mistounou</name><uri>http://www.blogger.com/profile/11152482943784854958</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>7</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-13194116.post-113086504955055719</id><published>2005-11-01T09:08:00.000-08:00</published><updated>2005-11-01T09:10:49.573-08:00</updated><title type='text'>Πορτρέτο</title><content type='html'>&lt;a href="http://photos1.blogger.com/blogger/7119/1150/1600/o_Estela%20Rivero%20Alario3.jpg"&gt;&lt;img style="DISPLAY: block; MARGIN: 0px auto 10px; CURSOR: hand; TEXT-ALIGN: center" alt="" src="http://photos1.blogger.com/blogger/7119/1150/320/o_Estela%20Rivero%20Alario3.jpg" border="0" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;Ποιος σκηνοθέτης διάλεξε το φωτισμό; Είναι απαράδεκτος...Κρύβει χωρίς λόγο τις ρυτίδες μου. Αυτήν εκεί που γεννά η αφοσίωση, στο μέτωπο χαμηλά κι ανάμεσα στα φρύδια, είναι η αγαπημένη μου. Και όλες τις ντροπές μου...Σα να τις ξεπλένει. Δεν μου αρέσει. Τις έχω για στολίδια, τις φοράω όταν ανταμώνω με τον εαυτό μου, τις χρειάζομαι για να του απαντήσω όταν θα μου πει: Γιατί δεν είσαι ακόμη σοφή; Για να του πω:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;...Λοιπόν, κοίτα εδώ! Εδώ, σ' αυτή τη γραμμή τα χείλη μου κάπου ανάμεσα σε χίλιες αμήχανες συσπάσεις ζωγράφισαν μικρές μικρές χαρακιές ολόγυρα. Τις βλέπεις; Είναι οι ρυτίδες όλων των φλερτ, όλων των "δεν ξέρω τι να πω τώρα", όλων των "ντρέπομαι που με κοιτάς", όλων των "θα σε κοιτάω ώσπου να χαμηλώσεις το βλέμμα". Κοίτα πιο δίπλα. Δεν υπάρχει τίποτα. Όσο και να χαμογελώ, δεν είναι αρκετό για να αποτυπωθεί στα μάγουλά μου. Είναι που υπάρχει ακόμη το αίμα από κάτω να κοκκινίζει την επιφάνεια. Ποταμός, οι εσώτερες κόκκινες ροές, θρέφουν τα μάγουλα κι είναι μονίμως άγουρα λουλούδια. Ποιος φωτογράφος αγνόησε την κούραση των ματιών μου; Εργάτες αδιάκοποι, ατέρμονοι, σκληροτράχηλοι. Κοίτα καλά: Τα μάτια αυτά δεν μιλάνε μονάχα για γλύκα. Σου λένε για αγώνα. Σου λένε για περιέργεια. Σου λένε για προσμονή. Σου λένε ότι ακούν, γεύονται, αγγίζουν, μυρίζουν και λιγότερο βλέπουν. Σου λένε, γιατί μιλούν πολύ κι ακατανόητα, κάτι για κλειδαρότρυπες, για οφθαλμαπάτες στο μισοσκόταδο, για περιστεριώνες το απομεσήμερο. Κάτι για ενοχές, ψελλίζουν, κατι για πράγματα που θα προτιμούσαν να μην υπάρχουν. Σου λένε και για ευχές τρομακτικές, σου λένε "γίνεται να εκδικηθώ σήμερα για τα πάντα"; Μη σαστίζεις, τις έχω για στολίδια μου τις ντροπές, τις φοράω μαζί με τα καλά μου, όταν έρχομαι να σε βρω. Και, μάθε το, κάτω από το κάθε μου λογύδριο, δεν είναι τίποτα άλλο από μία απλή, ξεκάθαρη διατύπωση: Είμαι εδώ μαζί με το παρελθόν μου. Κι αν εσύ τρομάζεις, εγώ ξέρω ότι μου αρέσει να έχω μπροστά μου μία λευκή κόλλα χαρτί που ποτέ δεν θα παραδώσω άγραφη.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/13194116-113086504955055719?l=mistounou.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://mistounou.blogspot.com/feeds/113086504955055719/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=13194116&amp;postID=113086504955055719' title='9 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/113086504955055719'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/113086504955055719'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://mistounou.blogspot.com/2005/11/blog-post.html' title='Πορτρέτο'/><author><name>mistounou</name><uri>http://www.blogger.com/profile/11152482943784854958</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>9</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-13194116.post-113078743785528205</id><published>2005-10-31T11:32:00.000-08:00</published><updated>2005-10-31T11:37:17.966-08:00</updated><title type='text'>Αμμουδάρα</title><content type='html'>Δεν έχω αντιπροσωπευτική φωτογραφία. Μόνο μερικούς χειμερινούς κολυμβητές στη μεγάλη παραλία του Ηρακλείου. Και τόνοι άμμου. Και τόνοι νερού. Και μετρημένα κύματα στα ακροδάχτυλα της ψυχής. Όχι πολλά, μα ούτε και λίγα. Όσα κι αν ήταν, τα απαριθμούσες με την ορμή του συναισθήματος, τα θυμάσαι τώρα με την βοή της πραγματικότητας, τα μυρίζεις αχνά μέσω μιας μύτης φραγμένης από δάκρυα, τα γεύεσαι με το αιώνιο αλάτι των λογισμών σου, τα βλέπεις με μάτια μισόκλειστα: Είναι που δεν αντέχεις τον ήλιο, ένα μεσημέρι που όλα μοιάζουν μπλεγμένα. Τόσος είναι ο ήλιος, που μπορείς να διακρίνεις με μαθηματική ακρίβεια τα γυρίσματα των δεσμών. Ίσως να είναι γόρδιοι, μα δεν αντέχουν το σπαθί. Ευάλωτα δεμένα μέσα τους της καρδιάς τα κορδόνια, απαιτούν υπομονή, επιμονή και στοργή στην επίλυση. Πλεξούδες από «αχ», «γιατί» και «δεν ξέρω».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σαν εκείνες που σχολαστικά πλέκουν οι γιαγιάδες σε χρωματιστά πουλόβερ επάνω, σαν εκείνες που χτενίζουν τρυφερά η μαμά στην κόρη, η αδελφή στην αδελφή και η φίλη στην φίλη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έτσι, εκεί στην απέραντη παραλία της Κρητικής πρωτεύουσας, απορείς πώς εκείνος ο τσιμεντένιος αχός της μεγαλούπολης που στέκει πιο πέρα, μπορεί ακόμη κι ορθώνεται κάτω από το βάρος της σύγκρισης. Ίσως και να ντρέπεται. Που δεν άφησε τα βήματα του «Καπετάν Μιχάλη» ανέγγιχτα, που δεν μπορεί να κοιτάξει τα κύματα του κόσμου με υπερηφάνεια. Πρέπει να ντρέπεται που παρά τα ακριβοπληρωμένα τετραγωνικά του δεν μπόρεσε να στεγάσει ούτε μια στιγμή Ανθρώπου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Εκεί, στην Αμμουδάρα, αυτής της παραλίας το όνομα να στέκει μεγαλόχαρο στον υπερθετικό του, να θυμίζει εκείνους τους προπάτορες που αγωνιζόμενοι στις μάχες των καιρών δεν άφησαν τα επίθετά τους να καταλήξουν σε –άκης.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δυο κοπέλες, πιο κει, εξοικειώνουν την θέρμη των νιάτων τους με το κρύο νερό του πελάγους, τουρτουρίζοντας. Και γελώντας. Άλλες δυο, ακόμη πιο κει, εξοικειώνουν τη θέρμη των νιάτων τους με την ωρίμανση που χρειάστηκε να πλάσουν άκαιρα. Δηλαδή, πιο νωρίς. Λιγάκι πιο νωρίς από όσο έπρεπε. Τόσο νωρίς που πίστεψαν ότι πια, έτσι ήταν από πάντα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κι ένα παπουτσάκι παρατημένο κάπου μέσα στο αμμώδες χάος, μόλις μίλησε για επιπόλαια τρεχαλητά του καλοκαιριού. Δυο ζευγάρια χνάρια, όλα κι όλα, να πορεύονται κάπου μέσα στο αμμώδες χάος και να ψιθυρίζουν για ερωτευμένους χορούς, για μεθυσμένα φιλιά που μυρίζουν Μαλιμπού και ανανά. Τόσο μαζί οι γεύσεις, τόσο μαζί και τα αρώματα, όσο μαζί και τα ερωτευμένα χνάρια. Πλάι, στη δυαδικότητά τους, μαζί στην ατομικότητά τους, μπλεγμένα κι αυτά, σαν μια πλεξούδα που λύθηκε και αφέθηκε να ξετυλίγεται από τη φυγόκεντρο της σαρωτικής ανημπόριας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κι όλα τα πολύχρωμα λαστιχάκια, όλα εκείνα τα κορδελάκια που ευτυχισμένα ξεδιαλέγουν τα κορίτσια απ’ τα παζάρια, να μην μπορούν να σφραγίσουν την άκρη της πλεξούδας. Κι ούτ’ ένα βλέμμα, ούτ’ ένας λόγος, ούτε αιτία μία, να μην μπορεί να κλειδώσει την άκρη της πλεξούδας. Κι ούτ’ ένας κύκλος, ούτε μια σφαίρα, ούτε αγκαλιά μία, να μην μπορεί να προφυλάξει την πλεξούδα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Παρά μονάχα ένα &lt;a href="http://kokkini-klosti.blogspot.com/2005/07/blog-post_112204740564816349.html"&gt;ράγισμα στον θόλο &lt;/a&gt; του ουρανού, έτσι όπως μοναδικά αποτύπωσε ο &lt;a href="http://www.blogger.com/profile/6529256"&gt;elpinor&lt;/a&gt; , να στέλνει ερωτήματα. Να στέλνει και σταυρουδάκια λευκά, πλαστικά, έτσι, να συμβολίζουν πως μέσα σε ένα αμμώδες χάος υπάρχουν τα πάντα: θύελλες, ευτυχία και ελπίδα.&lt;br /&gt;Θύελλες, ευτυχία και ελπίδα.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/13194116-113078743785528205?l=mistounou.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://mistounou.blogspot.com/feeds/113078743785528205/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=13194116&amp;postID=113078743785528205' title='4 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/113078743785528205'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/113078743785528205'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://mistounou.blogspot.com/2005/10/blog-post_31.html' title='Αμμουδάρα'/><author><name>mistounou</name><uri>http://www.blogger.com/profile/11152482943784854958</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>4</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-13194116.post-113034015078932167</id><published>2005-10-26T08:13:00.000-07:00</published><updated>2005-10-26T08:22:30.806-07:00</updated><title type='text'>Ελένη</title><content type='html'>&lt;a href="http://photos1.blogger.com/blogger/7119/1150/1600/o_Javier%20Bravo2.jpg"&gt;&lt;img style="DISPLAY: block; MARGIN: 0px auto 10px; CURSOR: hand; TEXT-ALIGN: center" alt="" src="http://photos1.blogger.com/blogger/7119/1150/320/o_Javier%20Bravo2.jpg" border="0" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πάντοτε στο Βούρκο πηγαίναμε για την ημερήσια εκδρομή μας. Κάθε τόσο, ανακοινωνόταν από τον διευθυντή του 1ου Δημοτικού ότι την επομένη θα πηγαίναμε εκδρομή, το ανακοινώναμε κι εμείς με τη σειρά μας στο σπίτι κι ετοιμαζόμασταν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μέσα σε μια τσαντούλα, μπάλα ποδοσφαίρου, αυτοκινητάκια, βόλοι και διάφορες λιχουδιές για τα αγόρια, λάστιχο, χαρτάκια χρωματιστά, μολυβάκια αρωματικά, τσίχλες, αυτοκόλλητα, κολατσιό για τα κορίτσια. Έπαιρνε ο καθένας τα αγαπημένα του πράγματα, το χαρτζιλίκι του, γίνονταν οι διακανονισμοί από την προηγουμένη: «Εσύ θα φέρεις το λεύκωμα με τα αυτοκόλλητα για τα «Στρουμφάκια», εσύ θα φέρεις τη μπάλα», έκαστος στο είδος του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όταν ήμουν πολύ μικρή, πρωτάκι ακόμα, δειλό ακόμα, το Πάρκο στο Βούρκο μου φαινόταν απέραντο. Έψαχνα πάντα την παρέα μου και γινόμουν σκιά της, μη χαθώ, μην πάθω τίποτα. Διότι, ήταν λίγο αδυσώπητα τα πράγματα. Ανάμεσα σε δυο τάξεις, ήταν τέτοια η διαφορά, τόσο μεγάλο το χάσμα που, πολύ συχνά, ήταν αδιανόητο να γνωρίζεις παιδιά της δευτέρας ενώ εσύ ήσουν στην πρώτη. Έπρεπε να είσαι ένα με αυτούς της δικής σου τάξης.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κι αυτό, διότι τα μεγαλύτερα κοιτούσαν με τέτοια ορμή μπροστά, στο μέλλον, στη στιγμή που θα γίνονταν κι εκείνοι μεγάλοι ώστε ξεχνούσαν ακόμη και το θρανίο που κάθονταν την περασμένη χρονιά. Κι έτσι γινόταν πάντα. Τα πρωτάκια λαχταρούσαν να τα προσέξουν τα δευτεράκια, και τα δευτεράκια να τα κάνουν παρέα τα τριτάκια και πάει λέγοντας. Η έκτη πια, ήταν «οι μεγάλοι», δέος!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Οι δάσκαλοι, έπιαναν μερικά τραπέζια εκεί, στο κιόσκι, είχαν αγοράσει τα σαλάμια τους, τα τυριά τους, έπιναν καφέ και κολάτσιζαν κουβεντιάζοντας. Άλλοι, δυο δυο, τρεις τρεις, κυκλοφορούσαν σε όλο το πάρκο συζητώντας κι επιτηρούσαν τα παιδιά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ναι, απέραντο το πάρκο στο Βούρκο. Αλλού τα ποδοσφαιρικά, αλλού κορίτσια απέναντι το ένα από το άλλο να τεντώνουν με τα πόδια τους τα λάστιχα και όλα τα υπόλοιπα να κάνουν άλματα πάνω από το λάστιχο, προσέχοντας μην το ακουμπήσουν και «καούν». Είχαμε και πρωτιές εκεί, και φαβορί, είχαμε κι ευρεσιτέχνες που έρχονταν να μας που τις καινούριες φιγούρες που σκέφτηκαν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σε μεριές μεριές, να ακούς παρέες να τα «σκάνε» τραγουδώντας, για να δουν ποιος θα τα φυλάει στο «κρυφτό», ποιος θα είναι «μάνα» στην «αμπάριζα», ποιος θα κάνει το «κυνηγητό», ποιος θα κάνει την «τυφλόμυγα», ποιος θα κάνει τον «κλέφτη» και ποιος τον «αστυνόμο».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Αγαλματάκια ακούνητα, αμίλητα, αγέλαστα, μέρα ή νύχτα;». Και να ανοίγει τα μάτια του ο ερωτών, και όλοι πίσω του να έχουν ακινητοποιηθεί σε διάφορες πόζες, ωσάν να αποτελούν μέρος ολοζώντανης φωτογραφίας. Κορίτσια παντού να συνδυάζουν πολύπλοκα παλαμάκια μεταξύ τους, τραγουδώντας εξίσου πολύπλοκα αυτοσχέδια τραγούδια. Και τα αγόρια να «κονταροχτυπιούνται», να μαθαίνουν τον κόσμο μέσα από ατέλειωτα παιχνίδια υπεροχής, μπας και νιώσουν για λίγο ένα «εγώ είμαι ο καλύτερος». Κουβέντες παντού απλωμένες, σα γαϊτάνια, σα κορδελάκια πολύχρωμα. Παιδιά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Για ένα διάστημα, κυκλοφορούσε στο Βούρκο μία κοπέλα που έλεγαν ότι ήταν τρελή. Την έλεγαν Ελένη, και οι φήμες οργίαζαν, και των παιδιών η φαντασία είχε πλάσει αμέτρητες ιστορίες για φονικά, λέει, που είχε κάνει, για λάμιες που της πήραν τη μιλιά, για παιδιά που η «τρελή Ελένη» τα άρπαξε και χάθηκαν για πάντα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αδιόρατη τώρα η μορφή της στα μάτια μου, το μόνο που έχει μείνει είναι ένα πελώριο ανάστημα που ορθωνόταν τόσο διαφορετικό σε σύγκριση με τα λιλιπούτεια πλάσματα. Και το βλέμμα της: Μάτια αμυγδαλωτά και σαστισμένα. Την φοβόμουν τόσο πολύ τότε. Φανταζόμουν ότι θα με αρπάξει και μένα και θα χαθώ, όπως όλα εκείνα τα παιδιά που «χρόνια τώρα κανείς δεν ξανάδε». «Ξέρεις, ε; Λένε ότι σε τρώει κιόλας!», ήρθε η κουβέντα από την Ασπασία που μασουλούσε ένα κουλούρι δίπλα μου. Τρόμος!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κάποια στιγμή, ακούστηκαν εκκωφαντικές φωνές. Παιδιά που κυριολεκτικά ούρλιαζαν παραπέρα σε μία αλάνα. Κοίταξα πιο προσεκτικά και είδα ένα τσούρμο να τρέχει γύρω γύρω και μπροστά μπροστά την «τρελή Ελένη» να τρέχει πιο πολύ, σχεδόν αλαφιασμένη. Δεν άφησα καμμία λογική να κάνει συνειρμούς, τα «φονικά» και τα «χαμένα παιδιά» πήραν μορφή στο κουτάκι του φόβου και ξεχείλισαν πληθωρικά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Θα με πάρει κι εμένα!», σκέφτηκα έντρομη και χώθηκα ανάμεσα σε δυο δασκάλους που στέκονταν πιο κει κουβεντιάζοντας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Βρε, τι θες εσύ εδώ;&lt;br /&gt;Τους δείχνω σιωπηλά το μπουλούκι που γυρόφερνε στην αλάνα ωρυόμενο, που για μια στιγμή μου φάνηκε ότι έπαιρνε δικαιωμένο την εκδίκησή του.&lt;br /&gt;-Παίζουν, δεν κάνουν τίποτα τα παιδιά….&lt;br /&gt;-Η Ελένη…&lt;br /&gt;Ψέλλισα φοβισμένη. «Η Ελένη…», τους είπα ξανά.&lt;br /&gt;-Ποια; Η κοπέλα; Δεν πειράζει κανέναν αυτή, μη φοβάσαι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Συμπλήρωσαν ένα γελάκι κι αυτό το γελάκι σηματοδότησε την ασημαντοσύνη του φόβου μου. Ξαφνικά, εκεί που τα σώματά τους όριζαν μεταξύ τους μία ασφαλή γωνιά για μένα, μία γωνιά που έμοιασε με γαληνεμένη άπλα, η γωνιά εκείνη έγινε περιττή. Βγήκα από ‘κει κι εντελώς διαφορετική πια, ως να ‘χα ξυπνήσει από όνειρο κακό, μπήκα στη συνείδηση: «Για κοίτα, η Ελένη, φοβάται πιο πολύ από όλους εμάς, τελικά…».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κι έτρεχε το κορίτσι, αλλόκοτα και τρομαγμένα τα αμυγδαλωτά της μάτια, κουβαλούσαν δικές τους ιστορίες για παιδιά που όποτε τη βλέπουν την κυνηγάνε, για απειλητικά ουρλιαχτά γύρω της και ανεξήγητα τρεχαλητά. Και να κραυγάζουν συνάμα, αυτά τα αμυγδαλωτά τα μάτια, να αναρωτιούνται και να εξαπολύουν μέσα από τη δίνη της ταχύτητας αμέτρητα «γιατί;». Τότε κατάλαβα, πως εκείνη ήταν το θύμα. Πως εκείνη χρειαζόταν την ασφαλή κουβέντα των δασκάλων πιο πολύ από εμένα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μα οι δάσκαλοι ήταν προστάτες μόνο για μας. Ανάμεσά τους, δεν χωρούσε καλά καλά ένα δειλό κοριτσάκι, πώς θα χωρούσε η Ελένη και όλη η φαντασία των μπουλουκιών του κόσμου που αυθαίρετα αφήνει κατά μέρος τα «αγαλματάκια» και τις ολοζώντανες φωτογραφίες για να στήσει ένα δικαστήριο στη μέση ενός πάρκου;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Εκεί, μέσα σε ένα πάρκο, μέσα σε ένα κόσμο που χωρούσε άλλον ένα κι άλλον ένα, κάθε κόσμος και παιδί, κάθε κόσμος κι ένα δίκιο, εκεί σε μια σταλιά τόπο –γιατί μια σταλιά είναι όλοι οι τόποι τελικά- ξύπνησα από ‘να όνειρο για να βρεθώ στην πραγματικότητα. Αυτήν την πραγματικότητα που χρειάζεται μια Ελένη για να ξεσπάσει παράλογη και δήθεν δικαιωμένη.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/13194116-113034015078932167?l=mistounou.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://mistounou.blogspot.com/feeds/113034015078932167/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=13194116&amp;postID=113034015078932167' title='11 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/113034015078932167'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/113034015078932167'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://mistounou.blogspot.com/2005/10/blog-post_26.html' title='Ελένη'/><author><name>mistounou</name><uri>http://www.blogger.com/profile/11152482943784854958</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>11</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-13194116.post-113019033706226298</id><published>2005-10-24T14:28:00.000-07:00</published><updated>2005-10-24T14:52:49.180-07:00</updated><title type='text'>Τα γεννητούρια</title><content type='html'>&lt;a href="http://photos1.blogger.com/blogger/7119/1150/1600/horchow_hol_dec_971.jpg"&gt;&lt;img style="FLOAT: left; MARGIN: 0px 10px 10px 0px; CURSOR: hand" alt="" src="http://photos1.blogger.com/blogger/7119/1150/400/horchow_hol_dec_97.jpg" border="0" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://photos1.blogger.com/blogger/7119/1150/1600/horchow_hol_dec_97.jpg"&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Το κατάλαβες τώρα;&lt;br /&gt;-Ναι…&lt;br /&gt;-20 Οκτωβρίου, έχεις τη γιορτή σου.&lt;br /&gt;-Ναι.&lt;br /&gt;-Και 25 Οκτωβρίου τα γενέθλιά σου.&lt;br /&gt;-Ναι.&lt;br /&gt;-Άλλο γιορτή κι άλλο γενέθλια.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αυτό το πράγμα πάντα με μπέρδευε, μέχρι εκείνη τη μοιραία μέρα. Είχαμε ξυπνήσει άρον άρον, σαν τρελοί ντυθήκαμε, σαν τους Βέγγους φάγαμε –εκείνο το αυγό, πάντως, ποτέ μου δεν το άντεχα πρωί πρωί, μέχρι που έγινα ρεζίλι όταν έκανα εμετό στο σχολείο, οπότε, αυγό, τέλος- αρπάξαμε σάκες, παλτά και θρονιαστήκαμε μέσα στο Allegro Austin, την αυτοκινητοκαρικατούρα της πόλης.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Χαρακτηριστικό αυτοκινητάκι, κατακόκκινο, το οποίο κόντευε τα 20 χρόνια ζωής και μόνο allegro δεν ήταν. Allegro, επίσης, δεν ήταν και η οδήγηση της μαμάς. Για να βάλει τρίτη, η μάνα, πρέπει να πιάσει Εθνική, δεξιά λωρίδα και το πολύ 60 χλμ. την ώρα. Βέβαια, τότε, Α’ Δημοτικού εγώ, Γ’ ο αδερφός μου, πολύ που καταλαβαίναμε ότι τα χέρια με τα απλωμένα δάχτυλα που έβγαιναν από τα παράθυρα των άλλων αυτοκινήτων από πίσω μας, ήταν μούντζες που στέλνανε φάσκελα σωρηδόν. Άλλες εποχές τότε, πιο αθώα τα παιδιά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Μαμά, ο κύριος μας χαιρετάει!&lt;br /&gt;-Πού είναι; Ποιος;&lt;br /&gt;-Περνάει τώρα δίπλα μας!&lt;br /&gt;-(Έκπληκτη) Α!...Τι να κάνω κύριέ μου;&lt;br /&gt;Οδηγός Α: -Νύχτα πήρες το δίπλωμααααααααα;!!&lt;br /&gt;-Γουβ! Γουφ! (Αυτός είναι ο Έκτορας. Να κάνουμε και τις συστάσεις: Γερμανικός ποιμενικός, μαύρος, με μπεζ κοιλιά και φρύδια, που όταν απορούσε ανασηκώνονταν, όταν νύσταζε ακινητοποιούνταν, όταν πείναγε τρεμόπαιζαν, κι όταν γαύγιζε χόρευαν).&lt;br /&gt;-Πο πο πο πο πο πο….Πώς κάνουν έτσι…Τρέχουν, παιδί μου, τρέχουν! Σαν τρελοί τρέχουν!Οδηγός Β:- Αιντέεεεεεε…&lt;br /&gt;-Γουφ! Γουουοούφ! Γουφ!&lt;br /&gt;-Οδηγός Γ: -Κάνε στην άκρηηηηηη!&lt;br /&gt;-Στην άκρη είμαι! Πο πο ποοο…Αγενέστατοι…&lt;br /&gt;-Γγγγ….ουβ! Γουφ!!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το σύνηθες φαινόμενο, θύμιζε νεκρική πομπή. Η αυτοκινητοκαρικατούρα μπροστά μπροστά και ξοπίσω ολόκληρη η πόλη ακινητοποιημένη, αναγκασμένη να βλέπει τον ταλαίπωρο πισινό του Allegro, τον χαριτωμένο πισινό του Έκτορα και ενίοτε, την χαμογελαστή φάτσα μου που τους χαμογελούσε μ’ ένα στόμα που του έλειπαν πεντ’ έξι δόντια μπροστινά. Ραδιόφωνο δεν είχε η καρικατούρα, οπότε, τρεις ήταν οι εναλλακτικές:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;1. Η μαμά λέει ιστορίες και παραμύθια.&lt;br /&gt;2. Η μαμά τραγουδάει δημοτικά.&lt;br /&gt;3. Η μαμά μας κάνει ερωτήσεις για να θυμηθούμε το σημερινό μάθημα του σχολείου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σήμερα, λοιπόν, έπρεπε να μάθουμε ότι άλλο πράγμα η γιορτή κι άλλο τα γενέθλια. Εγώ ειδικά όφειλα να το μάθω, διότι όπως διαπίστωσα σύντομα, ο αδερφός μου το γνώριζε ήδη. Κι όπως εξελίχθηκε το πράγμα είναι βέβαιο ότι το έμαθε και ο αείμνηστος Έκτορας. Το πρόβλημά μου ήταν ότι γενικώς μπέρδευα κάποια πράγματα σε εκείνη την ηλικία. Ποτέ δεν μπορούσα να καταλάβω ποια η διαφορά ανάμεσα στα κρεμμύδια και τα σκόρδα ή στο «επίτηδες» και το «κατά λάθος».(Τώρα, σε τι μπελάδες με έβαλε η ανικανότητά μου να διαχωρίσω το «κατά λάθος» με το «επίτηδες», είναι μεγάλη ιστορία, διότι δεν είναι λίγο να κάνεις ζημιά και εσύ με το πιο αθώο βλέμμα και την πιο απολογητική διάθεση να λες… «Επίτηδες το έκανα», ενώ εννοείς ότι το έκανες κατά λάθος…).&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έτσι και η γιορτή με τα γενέθλια. Όσον αφορά, όμως αυτά, είχα ισχυρό ελαφρυντικό: Τα δικά μου γενέθλια ήταν μόνο πέντε μέρες μετά τη γιορτή μου, την γιορτή μου δεν την θυμόταν κανείς γενικώς και για να μην τα πολυλογώ, μια σούμα τα ‘καναν και τα δυο, η οικογένεια και όλο το συγγενολόι, οπότε ένα δώρο έπαιρνα απ’ τον καθένα, μια φορά μου εύχονταν –χωρίς ποτέ να μου διευκρινίσουν γιατί μου εύχονταν- κάπου στο μεσοδιάστημα του πράγματος.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δεν είχε έρθει και κανένας να μου πει «Χρόνια πολλά για τη γιορτή σου, πάρε κι αυτήν την κούκλα» ή «Χρόνια πολλά για τα γενέθλιά σου, πάρε και μι’ άλλη κούκλα», τι να κάνω κι εγώ, γιορτή τα έλεγα και τα δύο. Όπως και να το κάνουμε, λόγος για να γιορτάσω ήταν όλο αυτό.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Γουφ! Γγγγγ…αβ!!&lt;br /&gt;-Έκτορα! Κάθισε κάτω! Δεν έχω ορατότητα πίσω! (Καλύτερα, μάνα, μας χαιρετάνε πολλοί, κι απ’ ότι κατάλαβα, δεν είναι και τόσο καλό να σε χαιρετάνε στο δρόμο…).&lt;br /&gt;-Γαβ!!! (Προφανώς μπέρδεψε την «ορατότητα» με το «γλείψε το σβέρκο μου ΤΩΡΑ!», οπότε παραβλέποντας το «Κάθισε κάτω», που μάλλον αντιλήφθηκε τέλεια και κρίνοντας ότι το να γλύψει το σβέρκο της μάνας ήταν πιο επιτακτικό, επιδόθηκε στην διεκπεραίωση της εν λόγω εντολής.).&lt;br /&gt;Οδηγός Δ:- Περνάς καλά κυρία; (Να κι άλλη χαιρετούρα, από τον τυχερό που μπόρεσε να προσπεράσει).&lt;br /&gt;-‘Έκτορα! Σταμάτα!&lt;br /&gt;-Γουβ! Ουου…Μπχρλμμμ…(Πρέπει να είναι νόστιμη η μάνα). Χλάπ!!&lt;br /&gt;-Παιδιά μου μην τους κοιτάτε καθόλου, μην τους μιλάτε καθόλου, είναι αγενέστατοι. Λοιπόν; Τι είπαμε; Πότε είναι η γιορτή;&lt;br /&gt;-…(κενό).&lt;br /&gt;-Είναι…&lt;br /&gt;-…(απόλυτο κενό).&lt;br /&gt;-Στις…&lt;br /&gt;-(Θα πω ένα στην τύχη, δε βαριέσαι) 25 Οκτωβρίου.&lt;br /&gt;-Όχι. Τα γενέθλια είναι τότε.&lt;br /&gt;-Στις 20 Οκτωβρίου τότε. (Καλά, είμαι πανέξυπνη!).&lt;br /&gt;-Μάλιστα. Και τα γενέθλια;&lt;br /&gt;-(Ε, μα εννοείται…) Στις 20 Οκτωβρίου.&lt;br /&gt;-Όχι!&lt;br /&gt;-…(Ωχ..).&lt;br /&gt;-Τι είπαμε μόλις τώρα;&lt;br /&gt;-Τι είπαμε; (Η επανάληψη πολλές φορές σε γλιτώνει, όταν δεν ξέρεις τι να απαντήσεις, πιστέψτε με.).&lt;br /&gt;-Δεν είπαμε, ότι η γιορτή είναι στις 20 Οκτωβρίου;&lt;br /&gt;-Ναι. (Για να το λες εσύ…)&lt;br /&gt;-Άρα; Πότε είναι τα γενέθλια;&lt;br /&gt;-…(Κοίτα, αν μου το πεις εσύ, άλλη μια φορά μόνο, να δεις που θα το θυμάμαι για πάντα, από εδώ και πέρα, ε;).&lt;br /&gt;-25…(Περιμένει, μπας και συμπληρώσω έστω το μήνα, αλλά μέχρι κι εγώ καταλαβαίνω ότι είναι μάταιο, όλο το ζουμί είναι στα νούμερα, βεβαίως βεβαίως…)…Οκτωβρίου. Ναι;&lt;br /&gt;-Ναι. (Ευτυχώς, τη γλιτώσαμε).&lt;br /&gt;-Ωραία. (Καλά, αυτό είναι σχετικό). Πες μου, λοιπόν, μόνη σου τώρα. (Να σου πω μόνη μου το «Βάζει ο Ντούτσε τη στολή του / και τη σκούφια τη χρυσή του», που είναι και επίκαιρο;). Πότε είναι τα γενέθλια;&lt;br /&gt;-(Παιχνιδάκι η απάντηση). 25 Οκτωβρίου.&lt;br /&gt;-Και η γιορτή;&lt;br /&gt;-(Αστειάκι, αστειάκι…) 20 Οκτωβρίου.&lt;br /&gt;-Γουφ! (Μάλλον με επιβράβευσε, τώρα…)&lt;br /&gt;-Έκτορα! Ησυχία εσύ!&lt;br /&gt;-Γκρρρρ…γουφ!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στο μεταξύ, έχουμε βγει από τον κεντρικό δρόμο και έχουμε μπει πια στο στενό δρομάκι που μας άφηνε πάντα η μάνα για να κατέβουμε από την καρικατούρα, να πάμε πια με τα ποδαράκια μας στο σχολείο. Απέναντι ήταν, δεν ήταν και μακριά…Κάνουμε να βγούμε…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Για πες μου, τώρα, τι είναι στις 20 Οκτωβρίου Άρτεμη;&lt;br /&gt;-(Ωχ, πρέπει να το πούμε ανάποδα τώρα;)…&lt;br /&gt;-Παιδί μου τι έχεις στις 20 Οκτωβρίου; (Εδώ η μάνα έχει χάσει την υπομονή της, και η φωνή έχει πάρει την ανηφόρα σε όλες της τις εκφάνσεις: τονικότητα και ένταση. Που σημαίνει: Τονικότητα + Ένταση= Η Άρτεμη παθαίνει blackout).&lt;br /&gt;-Τι έχω στις 20 Οκτωβρίου; (ψέλλισα).&lt;br /&gt;-Να πω εγώ; (ο αδερφός, με σαρδόνιο χαμόγελο).&lt;br /&gt;-Όχι, η Άρτεμη θα μου πει. (Ναι, για ρώτα τον με ποια σουσουράδα έκανε ο Δίας την Άρτεμη και τον Απόλλωνα, να δούμε ξέρει;)&lt;br /&gt;-Ε…ε, στις 20 Οκτωβρίου…(η σωτήρια επανάληψη που λέγαμε…)&lt;br /&gt;-Ναι; (η όχι και τόσο σωτήρια επανάληψη που λέγαμε).&lt;br /&gt;-Στις 20 Οκτωβρίου…(θα πάρω μπρος, μη φοβάσαι, μάνα).&lt;br /&gt;-Ναι!! (Δυο λεπτάκια, μάνα, δυο λεπτάκια…).&lt;br /&gt;-Στις…(άλλη μια, ίσως να πετύχει…).&lt;br /&gt;-Πες μου παιδί μου τι έχεις στις 20 Οκτωβρίου!!&lt;br /&gt;-(Καλά, ντε…)…τη γιορτή μου;; (ίσα που ακούστηκα…).&lt;br /&gt;-Μάλιστα. (Καλά, αυτό συνέβαινε πάντα. Όταν μπλόκαρα, δε μπα να ήξερα την απάντηση, δεν την ξεστόμιζα με τίποτα).&lt;br /&gt;-Και στις 25; Τι έχεις;&lt;br /&gt;-…(Αμάν! Πώς τη λένε τη λέξη, όταν γεννιέται κάποιος; Π α ν ι κ ό ς!).&lt;br /&gt;-Ναι; (Άρτεμη, ανασυντάξου…).&lt;br /&gt;-Ε, να…στις 25 Οκτωβρίου δε γεννήθηκα; (Απλά τα πράγματα, μη θέλεις θαύματα).&lt;br /&gt;-Ναι. (Χαίρομαι πολύ που συμφωνούμε). Πώς το λένε αυτό; (Μια χαρά συμφωνούσαμε, μάνα, μην το κουράζεις το θέμα.). Τι λέμε ότι έχεις; (Αυτό θέλω να μάθω κι εγώ!).&lt;br /&gt;-Ουφ…(Απελπισία)…Δε θυμάμαι…(Μερικές φορές, δουλεύει καλά και το να εγκαταλείπεις τα όπλα).&lt;br /&gt;-Α, θα τρελαθώ! (Εγώ να δεις…). Παιδί μου, τώρα, πριν λίγο δεν το είπαμε;&lt;br /&gt;-Να πω; Να πω; (Σκάσε αδερφέ, γιατί όσα δώρα σου φέρουν τη μέρα που γεννιέσαι- πώς-τη-λένε θα τα τσουρομαδήσω κι ας μην έχουν μαλλί).&lt;br /&gt;-Πες μου, Άρτεμη, τι έχεις στις 25 Οκτωβρίου…&lt;br /&gt;-Γουφ, γουφ, γουφ, γουφ!!! (Ρε μπας και το ξέρει κι ο σκύλος;)&lt;br /&gt;-Έκτορα! Ήσυχα! Λέγε, Άρτεμη.&lt;br /&gt;-Τι έχω; (Παραδίνομαι.) Μπου χου χουχουουου!...Ουου…μπχ…ουουυ..(Ναι, κλαίω).&lt;br /&gt;-Τελείωσε, α, θα τρελαθώ!...Τι έχεις, Άρτεμη, στις 25 Οκτωβρίου;…&lt;br /&gt;-Μπου χου χου….ουουου….ιααααα…..&lt;br /&gt;-Γουφ!&lt;br /&gt;-Έλα, αφού ξέρω εγώ! (Μαντέψτε, ποιος ελάλησε…)&lt;br /&gt;-Παιδί μου, συγκεντρώσου! Άντε γιατί πρέπει να φύγετε τώρα, να πάτε σχολείο Λέγε σε παρακαλώ…&lt;br /&gt;-Μμμμ….ιιιιιιουυυυυυ…μπχμμμουυουου…(κλάμμα, εννοείται…).&lt;br /&gt;-…(Η μάνα κοιτάει το ταβάνι της καρικατούρας -που ούτε κι αυτό που θυμάμαι πώς το λένε τώρα, αλλά μην μιλάτε καθόλου- ο αδερφός μετά βίας κρατάει τα γέλια και ο σκύλος με κοιτάει με τη μουσούδα του σε απόσταση αναπνοής από τη δική μου. Μα τι έφαγε κι αυτός πρωί πρωί;) Άρτεμη!&lt;br /&gt;-(Ωχ, πρέπει να δώσω απάντηση…)…(Σκέψου, σκέψου, σκέψου!!).&lt;br /&gt;-Άρτεμη, τι-&lt;br /&gt;-Τα γεννητούρια μουουουουοου, μπου χου χουουουου! Ουου….ιιιιι….(Μύξες τρέχουν).&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Εδώ η τετράδα –ναι ο σκύλος είναι ο τέταρτος- ξέσπασε σε γέλια τελικώς. Διότι, το αποτέλεσμα πάντα μετράει. Έδωσα την απάντηση. Με άλλο τρόπο μεν, αλλά την έδωσα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Έλα εδώ να σε φιλήσω βρε. Τα γενέθλιά σου έχεις μαναράκι μου. Άντε, πάρε και τα γλυκά να κεράσεις τα παιδιά. Εντάξει;&lt;br /&gt;-Γουφ!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ναι, μάλλον εντάξει. Σήμερα είναι 25 Οκτωβρίου και κάνω ό,τι θέλω. Δηλαδή, είναι τα γεννητούρια μου!&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/13194116-113019033706226298?l=mistounou.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://mistounou.blogspot.com/feeds/113019033706226298/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=13194116&amp;postID=113019033706226298' title='20 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/113019033706226298'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/113019033706226298'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://mistounou.blogspot.com/2005/10/blog-post_24.html' title='Τα γεννητούρια'/><author><name>mistounou</name><uri>http://www.blogger.com/profile/11152482943784854958</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>20</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-13194116.post-113001436477620619</id><published>2005-10-22T13:49:00.000-07:00</published><updated>2005-10-22T15:11:33.020-07:00</updated><title type='text'>Πότε θα περάσει ο σαλεπτζής;</title><content type='html'>&lt;a href="http://photos1.blogger.com/blogger/7119/1150/1600/mistounou.jpg"&gt;&lt;img style="DISPLAY: block; MARGIN: 0px auto 10px; CURSOR: hand; TEXT-ALIGN: center" alt="" src="http://photos1.blogger.com/blogger/7119/1150/320/mistounou.jpg" border="0" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-size:85%;color:#9999ff;"&gt;Η Μις του Νου, ήταν πάντοτε μια γάτα. Γάτα που χαρακτήρισε -μια ολόκληρη εποχή- ένα μικρούλι μονόστηλο της εφημερίδας. Κι εκεί είναι ακόμη. Και πάντα, όπου κι αν πάει, θα κουβαλάει τη γατίσια ματιά της...Μα όταν κανείς ανέβει τα κεραμίδια, εμένα έρχεται και μου τα λέει. Μου λέει για ό,τι έγινε, ειπώθηκε και διαπιστώθηκε. Κι έτσι, κάπου κάπου, μου κάνει δώρο μια μικρή, μικρή, μικρή ιστορία. Ακούστε...&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;Κρύωνε το στηθάκι του παιδιού. Για μια στιγμή, η Μις του Νου, νόμισε ότι το χουρχούρισμα που ακουγόταν από μέσα του, ήταν δικό της, αλλά όχι. Τα πνευμόνια του παιδιού, αναταράζονταν από τη θέρμη και το κρύο συνάμα. Και να μην παραπονιέται, παρά μόνο να ρωτάει κάπου κάπου:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Πότε θα περάσει ο σαλεπτζής;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Άργησε σήμερα κι εκείνος. Μέρα που βρήκε…Ανησυχούσε και η Μις τώρα, κοίταζε δεξιά, κοίταζε αριστερά, τέντωνε τα αυτιά της, στεκόταν ολόρθη, μπας και ακούσει το καροτσάκι να σούρνεται στο πλακόστρωτο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Φωνάζει ο σαλεπτζής «Σαλέεεεπ, πουλάω, Σαλέεεεεπ!!». Μα σήμερα, πούντος; Λες να μην έρθει; Μπα, αποκλείεται, τέτοιο κρύο σήμερα…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Του ‘δωσε η μάνα του παιδιού πενταρίτσα για σαλέπι. "Πάρε", του είπε, "πριν πας στο σχολείο να ζεσταθείς". "Να μην πάω σχολείο μάνα", της απάντησε. "Πήγαινε γιαβρί μου, εκεί έχει σόμπα, έχει λίγο ζέστη για σένα". "Εντάξει μάνα".&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Πότε θα περάσει ο σαλεπτζής;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σε λίγο θα χτυπούσε το κουδούνι του σχολείου κι ο σαλεπτζής άφαντος. Μα λίγο πριν το παιδί γυρίσει να μπει στο προαύλιο να ‘τον που ακούστηκε:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Σαλέεεεεπ! Σαλέεεεπ, πουλάω!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ήπιε και γλυκάθηκε και ζεστάθηκε. Και καμμία σόμπα δεν τον ζέστανε όσο εκείνη η πενταρίτσα από τον κόπο της μάνας του…&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/13194116-113001436477620619?l=mistounou.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://mistounou.blogspot.com/feeds/113001436477620619/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=13194116&amp;postID=113001436477620619' title='9 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/113001436477620619'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/113001436477620619'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://mistounou.blogspot.com/2005/10/blog-post_22.html' title='Πότε θα περάσει ο σαλεπτζής;'/><author><name>mistounou</name><uri>http://www.blogger.com/profile/11152482943784854958</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>9</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-13194116.post-112983347978460310</id><published>2005-10-20T11:03:00.000-07:00</published><updated>2005-10-20T11:37:59.796-07:00</updated><title type='text'>Διάλογοι</title><content type='html'>&lt;a href="http://photos1.blogger.com/blogger/7119/1150/1600/o_Lucas%20Fonseca1.jpg"&gt;&lt;img style="DISPLAY: block; MARGIN: 0px auto 10px; CURSOR: hand; TEXT-ALIGN: center" alt="" src="http://photos1.blogger.com/blogger/7119/1150/320/o_Lucas%20Fonseca1.jpg" border="0" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://mistounou.blogspot.com/2005/10/blog-post_15.html"&gt;(Μα τι «μάτι» ήταν εκείνο….)&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Κατάλαβέ με γιαγιά, ζαλίζομαι πολύ μέσα στην εκκλησία…&lt;br /&gt;-(Έτοιμη να βάλει τα κλάμματα) Τι είσαι δηλαδή, βρε Άρτεμη; Δαιμονισμένη;&lt;br /&gt;-Αν είναι δυνατόν, βρε γιαγιά! Τι λες;&lt;br /&gt;-Αμ τι να πω…Το λιβάνι δεν το μπορείς, στην εκκλησία δεν μπορείς, δεν έχω ιδεί κανέναν άλλον να κάνει έτσι.&lt;br /&gt;-Βρε γιαγιά, βρε γιαγιά! Αφού το ξέρεις, δεν μπορώ τον πολύ τον κόσμο, ούτε τη βαβούρα, μ’ αρέσει να πηγαίνω όταν δεν είναι κανένας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και πήγαινα. Και μου ‘μειναν μέσα μου χαραγμένες εκείνες οι στιγμές που μαζί με τη γιαγιούλα μου και τον αδερφό μου παίρναμε ένα κουβαδάκι γεμάτο με βούρτσες, σφουγγάρια, απορρυπαντικό σε σκόνη, φυτιλάκια, καρβουνάκια, λιβάνι και λάδι. Κι ένα μπουκέτο πασχαλιές απ’ την αυλή. Και χίλιες κουβέντες και γέλια να τις πετάμε ο ένας στον άλλο μεταξύ μας και να μην πέφτει κάτω ούτε μια.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σποράκια τα λόγια, βρίσκανε χώμα στις καρδιές, νοτισμένες εκείνες από αγάπη, θρέφανε τα λόγια, γίνονταν διαμιάς ολόκληρα δέντρα. Λεμονιά του έρωτα, πορτοκαλιά της αντίδρασης, καστανιά του μυστηρίου, καρυδιά της στοργής, τριανταφυλλιά του δέους, αχλαδιά της ανάγκης, πλατάνια της μεγαλοσύνης. Ολόκληρα δέντρα γίνονταν οι κουβέντες, να κάθομαι τώρα από κάτω τους και να γεύομαι αχόρταγα τη μνήμη. Μνήμη ριζωμένη στο ριζικό μου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Την αγαπούσες, γιαγιά, τη μαμά σου;&lt;br /&gt;-Εμ; (Δάκρυ. Και τα ταλαιπωρημένα από τους μορφασμούς της επιβίωσης χείλη της να τεντώνονται, να δαγκώνονται, να κοκκινίζουν, να θυμίζει η γιαγιά μου παιδούλα άγουρη στο παραθύρι).&lt;br /&gt;-Εμένα, πάντως, με γνώρισε! (Με καμάρι ο αδερφός μου). Έτσι μου ‘πε η μαμά. Πως η γιαγιά η Ελένη με φύλαξε πολλές φορές.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το ‘χουν αυτό, σχεδόν όλες οι γυναίκες στο Άργος. Όσες γνώρισα. Θεωρούν τιμή τους να ταχταρίσουν ένα παιδί, να χτυπήσει η μικρομάνα την πόρτα και να τους ζητήσει να κρατήσουν το μωρό για λίγο, κάπου να πάνε και κείνες. Σε δουλειά, σε ανθρώπου ανάγκη ή και στο κομμωτήριο. Δεν τις ένοιαζε, αρκεί να τους δινόταν εκείνη η τιμή κι ας πήγαινε η μάνα όπου ήθελε. Κι ας πήγαινε στο κομμωτήριο. Τίποτα, αυτές μαζί με το μωρό, απολάμβαναν το δώρο της εμπιστοσύνης. Που η μάνα έφευγε και η καρδιά της, ο νους της μπορούσαν να φύγουν μαζί της. Και το μωρό, σε ήσυχα χέρια, με την έγνοια της ξένης γυναίκας να πλανάται σαν αέρι από πάνω του προστατευτικά. Σαν ανάσα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Αμ, πώς; Και πώς χαιρόταν η γιαγιά…Της άρεσαν τα μωρά. Ήσουν κι εσύ όμως, ένα ωραίο, κατάξανθο, στρουμπουλό μωρό, άλλο πράγμα! (Η γιαγιά χαμογελάει τώρα, έγινε το δάκρυ ανακούφιση).&lt;br /&gt;-(Εγώ, με την καρδιά μου κόμπο από τη θλίψη, δε μιλάω).&lt;br /&gt;-Κι εσένα σε κράτησε η γιαγιά, (είπε σε εμένα η γιαγιά μου)&lt;br /&gt;-Ναι; (Πες μου κι άλλα!)&lt;br /&gt;-Βέβαια, και σ’ αγαπούσε πολύ! Και μάλιστα, εσύ ήσουν πολύ ήσυχη και δεν την κούρασες καθόλου.&lt;br /&gt;-Αλήθεια; (Αχ!)&lt;br /&gt;-Βέβαια.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έχω μια ιδιαίτερη γωνιά στη μνήμη μου για όλες τις γυναίκες που με κράτησαν στην αγκαλιά τους. Μα για τη γιαγιά μου την Ελένη, έχω μια ξεχωριστή κι ας μην την θυμάμαι. Πέθανε όταν ήμουν βρέφος. Κάτι είχε στα πνευμόνια της, πόνεσε πολύ.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το μνήμα της, στο νεκροταφείο της Παναγίας. Επάνω σε κεντρικό δρόμο η εκκλησία και το νεκροταφείο τεράστιο, να την περικυκλώνει. Μεγάλοι διάδρομοι να χωρίζουν τους τάφους, να τους «τακτοποιούν» σε τετράγωνα ως να ήταν γειτονιές που όρισε η Πολεοδομία. Κάθε μνήμα με το δικό του όνομα. Κάθε όνομα και φωτογραφία. Κάθε φωτογραφία και πρόσωπο. Κάθε πρόσωπο και μια ζωή. Μια ζωή, που έτυχε να μάθουμε πότε άρχισε και πότε τελείωσε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μ’ άρεσε να χαζεύω τα αγαλματάκια που ορθώνονταν σε μερικούς τάφους. Πότε ένα αγγελούδι να στέκεται πάνω από ένα μωρό, πότε ένας στρατιώτης, πότε ένα ζευγάρι πιασμένο χέρι χέρι. Και σταυροί. Μια θάλασσα σταυροί. Απλοί κι απέριττοι, στολισμένοι άλλοι με λουλούδια, χαραγμένοι άλλοι με περίτεχνα στολίδια.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Για τη γιαγιά πηγαίναμε όλο ευθεία, μετά αριστερά και μετά περνούσαμε προσεκτικά ανάμεσα σε δυο σειρές μνημάτων για να σταθούμε μπροστά της. Το όνομά της, η ημερομηνία γέννησης, η ημερομηνία θανάτου και το σύνολο: Ετών 78.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Με γράμματα ασημένια που ο χρόνος τα ξεθώριασε, γύρω γύρω μάρμαρο και λίγο χαλικάκι. Και το σπιτάκι της. Έκανες μια το πορτάκι του, σπασμένο κι αυτό σε μια μεριά, το άνοιγες κι είχε μέσα την φωτογραφία της γιαγιάς, λίγα καρβουνάκια, λίγα φυτιλάκια, ένα μπουκάλι λάδι μισοτελειωμένο κι ένα καντήλι σβησμένο. Ένας θησαυρός στο μυαλό μου, που κοιτώντας ένα ένα τα κομμάτια του, μεταφερόμουν και σ’ άλλο ταξίδι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η γιαγιά μου, έχει γεμίσει τον κουβά της με νερό, έχει στάξει σε μεριές μεριές απορρυπαντικό και τρίβει. Πλένει το μνήμα.&lt;br /&gt;-Ε, αυτές τις μέρες που θα κάνει Ανάσταση ο Χριστός, να είναι καθαρό το μνήμα της γιαγιάς (έλεγε λες κι η μάνα της ήταν ζωντανή).&lt;br /&gt;-Γιαγιά, τι είναι εδώ, από κάτω; (ο αδερφός).&lt;br /&gt;-Βρε, φύγε από κει! Μνήμα είναι και δεν θα το ‘χουν κλείσει με μάρμαρο από πάνω ακόμη!&lt;br /&gt;-Γιαγιά, πώς είναι οι πεθαμένοι; (εξακολουθεί να περιεργάζεται το «γυμνό» μνήμα το αδερφός).&lt;br /&gt;-Ωχού, κι έχω δουλειές!&lt;br /&gt;-Είδα ένα δρακουλιάρικο μια μέρα κι ένας πεθαμένος, λέει, είχε σηκωθεί από τον τάφο του κι ήταν όλος κόκκαλα! (Με τα μάτια γουρλωτά εκείνος, με τα μάτια διάπλατα εγώ, η γιαγιά σβέλτη όπως πάντα, να παλεύει με τις σαπουνάδες). Ναι, και οι δαγκάνες του πήγαιναν έτσι (με δυο περισσευούμενες βούρτσες που υποτίθεται θα χρησιμοποιούσαμε εμείς για να βοηθήσουμε –αλλά πού…- έκανε τη μασέλα του πεθαμένου και δώστου να τις ανοιγοκλείνει κλαπ! κλαπ! στα μούτρα μου).&lt;br /&gt;-Αααα! Γιαγιά! (χωμένη εγώ στη φούστα της, να την τραβολογάω). Πες του να σταματήσει!&lt;br /&gt;-Ουου! Ουουουουου! Θα σε φάω! Είμαι ο Δράκουλας! ΓκρρουααααΑΑΑΑ!&lt;br /&gt;-Σταμάτα ντέι! Ρε τι λέτε, ρε!&lt;br /&gt;-Αααααααα! (κλάμμα εγώ…)&lt;br /&gt;-Θα σου βγάλω το μαλλί τρίχα τρίχα (η μόνιμη απειλή της γιαγιάς που όλως περιέργως ποτέ δεν αντίκρισε την πραγμάτωση). Δε σου είπα να μην το ιδείς το δρακουλιάρικο; Άιντε! Χρονιάρα μέρα…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τα «δρακουλιάρικα» και τα «πιστολίδια» -ήτοι όλες οι ταινίες με θέμα το Φαρ Ουέστ- που έδειχνε η μονοπωλούσα τότε κρατική τηλεόραση, ήταν στα μαύρα κατάστιχα της απαγόρευσης. Κι όσο απαγορεύονταν, τόσο εμείς τις λαχταρούσαμε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πού και πού, γυναίκες που ο χρόνος δεν είχε προλάβει την οδύνη τους να κλέψει, πιο πέρα να μοιρολογάνε. Κλαίγαν για τους χαμένους. Άλλες για το άγνωστο που φαντάζονταν να περικυκλώνει την περιπλανώμενη ψυχή, άλλες για την δική τους απώλεια. Κι όλες στα μαύρα κι όλες να είναι η προσωποποίηση μιας φράσης: «Μου λείπεις».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τελειώναμε με το πλύσιμο και βάζαμε τα λουλούδια στο βάζο. Ανάβαμε το καντήλι, λιβανίζαμε λίγο και παραδόξως εκεί, στην άπλα της γαλήνης, η φλόγα εκείνη η μικρή με ζέσταινε και η μυρωδιά του λιβανιού που τσιτσίριζε στο καρβουνάκι ένιωθα να μου σβήνει όλους τους Δρακουλες που με τρόμαζαν, όλα τα λάθη που έκανα κι όλα τα λάθη που ετοιμαζόμουν να κάνω. Όλες οι έγνοιες μαζί με το λιβάνι να ταξιδεύουν στο πέρα και να χάνονται. Εκεί, στην άπλα της γαλήνης, ανοιγόταν μια κοιλάδα ήρεμη που μέσα σε εκείνην τίποτα δεν με φόβιζε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Γιατί η γιαγιά μου, μπορεί να λαχτάρησε να με κάνει θεοσεβούμενη, να παίζω στα δάχτυλα τα τυπικά όλων των γιορτών, αλλά ποτέ δεν είπε ότι ο Θεός θα με τιμωρήσει. Ούτε ότι θα με κάψει, ούτε τη λέξη «αμαρτία» άκουσα από τα χείλη της. Κι απλώς, δεν μπορούσε με τίποτα να καταλάβει γιατί αντιδρούσα. Ναι, όταν μεγάλη πια, κατέβηκα ένα Πάσχα να το περάσω μαζί της, κι έτυχε να μπλέξω ως αργά το βράδυ Μεγάλου Σαββάτου στο μαγαζί ενός θείου μου βοηθώντας τον και πήγαν μόνοι τους με τον παππού στην Ανάσταση, στο βλέμμα της σαν την είδα μετά δεν ήταν τίποτα άλλο, από ένα «Μου λείπεις».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ένα «Μου λείπεις» ολοζώντανο, πιο πικρό, πιο πονεμένο από εκείνο που θα λέγαμε σαν μας χώριζε ζωή και θάνατος. Πιο μεγάλο, γιατί μέσα του, δίπλα του, μαζί του, έχει κι εκείνη την ευκαιρία. Έχει εκείνο το «εδώ και τώρα» που δεν πληρώθηκε. Ναι, αργότερα κατάλαβα, ίσως και τώρα μαζί με τα γραφόμενα να κατάλαβα, η γιαγιά, το μόνο που ήθελε ήταν να είμαι μαζί της, να με δείχνει και να με καμαρώνει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μα δεν είχε βρει τον τρόπο ποτέ να μου πει ξεκάθαρα αυτό της το «θέλω». Με φόρτωνε χιλιάδες «πρέπει» κι εγώ κλώτσαγα σε όλα. Κι εκείνη κλώτσαγε το ίδιο. Να τρωγόμαστε συνεχώς και ν’ αγαπιόμαστε παράφορα. Κι εκείνο το παράφορο, αμείλικτο, να μην δίνει τόπο σε καμμιά υποχώρηση, να μη μας αφήνει ποτέ να ξαποστάσουμε αγκαλιασμένες.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μεγάλωσα, και πήγαινα μόνη μου στην γιαγιά την Ελένη. Μπορούσα να περάσω μόνη μου τον δρόμο τον κεντρικό, διάβαινα ήδη τις μεγάλες λεωφόρους της ζωής μου. Της άναβα το καντήλι. Της άναβα λιβάνι. Της άναβα κεριά. Έτσι, όχι επειδή έπρεπε, αλλά επειδή ήθελα να βρω την αφορμή να της μιλήσω. Πήγαινα πιο πέρα, άναβα κρυφά τσιγάρο κι άρχιζα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Της μιλούσα για τη ζωή μου. Για αυτά που με φοβίζουν, για όσα ξέρω ότι μπορώ να κάνω, για όσα ξέρω ότι δεν κάνω ενώ μπορώ. Για ανθρώπους που οι πράξεις τους σημάδεψαν τη δική μου ρότα. Έτσι, άδικα και παράλογα εντελώς, έκαναν μια κι έκοψαν σε μεριές μεριές εκείνη την κορδέλα, τον ομφάλιο λώρο που είναι δεμένος στην αφετηρία κι ας έχει δικαίωμα να καταλήξει σώος στο τέρμα. Τον μπάλωσα σε εκείνες τις μεριές γιαγιά, για να μπορώ να περπατώ επάνω του σαν άλλος ακροβάτης να έρθω πίσω στις στιγμές της αφετηρίας. Εκείνες που τις μοιράστηκα και μαζί σου. Που το χάδι σου, γιαγιά, με σιγονανούρισε. Εκεί, πλάι στα ασθενικά πνευμόνια σου το κορμί μου, να μην υποπτεύεται τι του μέλλει. Να μην υποπτεύεται. Και να θυμώνω, γιαγιά, για όλο το άδικο. Να εξοργίζομαι. Κι όσες φορές ήρθα να σε δω, το κατώφλι της εκκλησιάς να μην το διαβαίνω. Να περνάω απ’ έξω της και να κοιτάω μονάχα εσένα. Ναι, γιαγιά, γιατί τότε όλα εκείνα τα τρομερά, μου φαίνονταν ότι βγήκαν από τη σφαίρα της πιο οργιαστικής φαντασίας. Νόμιζα ότι ο κόσμος όλος είναι η αγκαλιά της μάνας μου, της γιαγιάς μου, η δική σου, κι όλων των γυναικών που με ταχτάρισαν. Τίποτε άλλο δεν ήξερα γιαγιά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ούτε για τους αλλεπάλληλους πυρετούς που έσβησαν τα αυτιά μου, ούτε επειδή την σιωπή μου πολλοί θεώρησαν δεδομένη. Πόνος, γιαγιά, για πράγματα που δεν μπορώ να ξεστομίσω ούτε σε εμένα την ίδια. Μα νιώθεις. Αντί για νερό, στο μνήμα σου σήμερα δάκρυα αλμυρά. Κι εγώ η εγωίστρια, σε απασχολώ. Σε φωνάζω με την πιο δυνατή μου ηχώ, να έρθεις για λίγο κοντά μου. Ν’ αφήσεις το μέρος που κάθεσαι για να μ’ ακούσεις. Και να μην ξέρω αν ακούς. Και να μεταφράζω αυτό το «να μην ξέρω» σε «ξέρω». Να λέω: Ξέρω ότι δεν με ακούς. Γιατί είμαι θυμωμένη γιαγιά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Θυμωμένη για τον κόσμο που μου παρέδωσες. Κι εσύ κι οι πριν κι οι κατοπινοί. Θυμωμένη, γιαγιά, γιατί ακόμη νιώθω παιδί, ακόμη βρίσκομαι στη χώρα των απαιτήσεων. Γιατί σύντομα θα βρεθώ στη χώρα των απαιτήσεων των άλλων και θα πρέπει να είμαι εγώ αυτή που θα δώσω. Γιατί είναι η ώρα που λαμβάνεις όταν είσαι παιδί και ποτέ δεν την έζησα όπως μου έπρεπε εκείνη την ώρα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έτσι, βγαλμένα όλα τα άσχημα από τον τόπο του Ακατανόητου, μ’ έκαναν να πηγαίνω στο μνήμα της προγιαγιάς μου. Και να φεύγω, ανάλαφρη πια, να χαζεύω τα πιτσιρίκια στις παιδικές χαρές. Να ανεβαίνω λαχανιασμένη τα σκαλιά για τον Αη Γιωργάκη που ορθώνεται ταπεινός επάνω από την πόλη. Να συνθέτω εκεί συμφωνίες άηχες και να προσκυνώ στην εκκλησία του καβαλάρη Αγίου, δίχως ποτέ να μπω μέσα. Δίχως ποτέ να βάλω κέρμα στο παγκάρι. Δίχως ποτέ να φιλήσω την εικόνα του. Δίχως ποτέ να θυσιάσω κάτι. Έτσι, να κάθομαι στο πεζούλι του αυλόγυρου και να ‘μαι εγώ. Εγώ κι ο κόσμος και γύρω γύρω όλη η αλήθεια.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/13194116-112983347978460310?l=mistounou.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://mistounou.blogspot.com/feeds/112983347978460310/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=13194116&amp;postID=112983347978460310' title='3 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/112983347978460310'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/112983347978460310'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://mistounou.blogspot.com/2005/10/blog-post_112983347978460310.html' title='Διάλογοι'/><author><name>mistounou</name><uri>http://www.blogger.com/profile/11152482943784854958</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>3</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-13194116.post-112980370916637275</id><published>2005-10-20T03:17:00.000-07:00</published><updated>2005-10-20T03:21:49.176-07:00</updated><title type='text'>Τι να κεράσω;</title><content type='html'>&lt;a href="http://photos1.blogger.com/blogger/7119/1150/1600/babyshower1.jpg"&gt;&lt;img style="DISPLAY: block; MARGIN: 0px auto 10px; CURSOR: hand; TEXT-ALIGN: center" alt="" src="http://photos1.blogger.com/blogger/7119/1150/320/babyshower1.jpg" border="0" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Του Αγ. Αρτεμίου σήμερα...Γιορτάζουν μαζί μας κι οι Γεράσιμοι -όσοι έχετε Γεράσιμο, να του ευχηθείτε, μιας και θα τον έχει ξεχάσει ως κι η μαμά του- καθώς επίσης και η Ελληνική Αστυνομία. Τώρα, από πού κι ως πού, τους ταίριαξε ο Αγ. Αρτέμιος για προστάτης της Αστυνομίας δεν ξέρω...Ίσως είναι που κουβαλάει ασπίδες, σπαθιά, κοντάρια, με λίγα λόγια, σαν αστακός είναι ζωσμένος, μεγάλη η χάρη του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τέλος πάντων, γιορτάζω σήμερα, κι έτσι κουκουλωμένη στα ζεστά, ντυμένη σαν κρεμμυδούλα και έχοντας κάνει τη Softex κατά πολύ πλούσια, φυσάω και ξεφυσάω από το κακό μου, που εδώ και πόσες μέρες έχω κρεβατωθεί. Το ντεκόρ είναι ολίγον τι άθλιο, αλλά ένα γλυκάκι το φτιάξαμε...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μία μπέμπα -το γλυκάκι- έτοιμη να βουτήξει σε υπέροχη γλυκιά κρέμα, καλή ώρα όπως τότε που αποφάσισαν να με βαφτίσουν Άρτεμη, μόνο που τότε βούτηξα σε νερό....Και ενα απολαυστικότατο σοκολατάκι στην άκρη για γαρνιτούρα και κυριώς, για να εξισορροπήσει την γεύση...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κυρίες και κύριοι, σερβιριστείτε!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Υ.Γ.: Είπαμε, self sevice, εγώ δεν προλαβαίνω...Βρίσκομαι ανάμεσα σε ενα βουνό χαρτομάντηλα Softex, απανωτά φταρνίσματα και ανελέητο βήχα. Που μου θέλετε και πολυτέλειες, ε;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/13194116-112980370916637275?l=mistounou.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://mistounou.blogspot.com/feeds/112980370916637275/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=13194116&amp;postID=112980370916637275' title='17 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/112980370916637275'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/112980370916637275'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://mistounou.blogspot.com/2005/10/blog-post_20.html' title='Τι να κεράσω;'/><author><name>mistounou</name><uri>http://www.blogger.com/profile/11152482943784854958</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>17</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-13194116.post-112937782445167834</id><published>2005-10-15T04:54:00.000-07:00</published><updated>2005-10-15T05:22:06.943-07:00</updated><title type='text'>Δεκαπενταύγουστος</title><content type='html'>&lt;a href="http://photos1.blogger.com/blogger/7119/1150/1600/o_Agon%20Qeta1.jpg"&gt;&lt;img style="DISPLAY: block; MARGIN: 0px auto 10px; CURSOR: hand; TEXT-ALIGN: center" alt="" src="http://photos1.blogger.com/blogger/7119/1150/320/o_Agon%20Qeta1.jpg" border="0" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;(&lt;a href="http://mistounou.blogspot.com/2005/10/blog-post_14.html"&gt;Κι αφού έμαθα, σαν καλό παιδί, να κάνω το σταυρό μου&lt;/a&gt;...)&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Τελείωνε, λέμε!&lt;br /&gt;-Δεν μ’ αρέσει αυτή η φούστα!…&lt;br /&gt;-Μια χαρά είναι η φούστα.&lt;br /&gt;-Και τι είναι αυτά τα γυαλιστερά που έχει επάνω;!&lt;br /&gt;-Χα, χα! (ο αδερφός μου), τα λένε λαμέ! Απ’ αυτά φοράει κι ο Λεπά!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τον κοίταξα με όσο μίσος μπορούσε να μαζέψει η δεκάχρονη πορεία μου στη γη…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Είσαι έτοιμος εσύ; Άσε τ’ αστεία, γιατ’ έχω ένα σωρό δουλειές να κάνω και τη Λειτουργία δεν θα την προλάβουμε, ε;&lt;br /&gt;-Γυναίκα, (ο παππούς), πού είν’ το πουκάμισο;&lt;br /&gt;-Πού θε ‘λα ‘ναι, χριστιανέ; Στην κρεμάστρα.&lt;br /&gt;-Αφού δεν είναι.&lt;br /&gt;-Δε μ’ αρέσει η φούστα –κλάμμα εγώ- δεν τη βάζω!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η γιαγιά έχει μόλις ξετυλίξει τα «ρολά» από τα μαλλιά, αυτά που βάζει παραμονές των γιορτών για να πάρουν λίγο όγκο και παλεύει με την φωτιά στον ξυλόφουρνο. Πιο κει, χαμός. Η «γκιούρμπαστη» -αρνί παραγεμισμένο με σκόρδο και μπαχαρικά, τυλιγμένο στη λαδόκολλα- περιμένει έτοιμη να μπει στο φούρνο, οι πατάτες καθαρισμένες μέσα σε ένα κουβά με νερό, έτοιμες κι αυτές για να τηγανιστούν όταν γυρίσουμε. Σε λεκάνες όλα τα σαλατικά, το κρασί άφαντο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Κρασί «έπιασες», Νίκο;&lt;br /&gt;-Μου είπες, ρε γυναίκα, ότι δεν έχει κρασί;&lt;br /&gt;-Εγώ θα σου ειπώ να βάλεις κρασί; Έκει ντε…&lt;br /&gt;-Πού να ξέρω εγώ άμα «έπιασες» εσύ κρασί;&lt;br /&gt;-Βρε πήγαινε «πιάσε» κρασί και γέμισε κανα μπουκάλι λέω! Ρε τι λέτε ρε…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ένα δωμάτιο όλο κι όλο το σπιτάκι στο χωριό. Και το χωριό, δέκα σπίτια το πολύ, απέναντι από το Αρτεμίσιο της Αργολίδας, άνθιζε τα παλιότερα χρόνια, ειδικά κατά τους καλοκαιρινούς μήνες. Έπαιρναν οι κτηνοτρόφοι τα ζωντανά τους από τα «χειμαδιά» και παραθέριζαν εκεί.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πέτρινοι τοίχοι, σχεδόν μισό μέτρο πάχος, κάποτε σε ένα σημείο του που είχε ξεκολλήσει μια πέτρα, βρήκαμε μέσα στο βαθούλωμα μια φωλιά δεντρογαλιάς γεμάτη αυγά. Υπόστεγο στη βεράντα κι από κάτω όλο το χωριό με την εκκλησιά του και την υπαίθρια πλατεία του για τα πανηγύρια. Σφεντάμια παντού, αμπελάκια, νερά να τρέχουν, η κατσίκα μας δίπλα να μηρυκάζει, τα κρεβάτια ξέστρωτα κι απάνω τους απλωμένα τα ρούχα μας τα «καλά». Δεκαπενταύγουστος.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ή αλλιώς το ετήσιο μαρτύριό μου για πολλά χρόνια. Ξεκινάγαμε, λοιπόν, από το ντύσιμο. Και «όχι αυτό το βρακί θα βάλεις, είναι άσπρο», «όχι το ροζ θα βάλω και για να μάθεις μου το πήρε η μάνα μου» και «όχι αυτό δεν είναι βρακί, αυτό είναι σορτσάκι» και «ε, τότε να το φορέσω να ‘ρθω έτσι» και να η μπούφλα και «βάλε κείντο άσπρο πουκάμισο που σου πήρα από τη λαϊκή μαζί με την κόκκινη φούστα» και «όχι είναι λαμέ, είμαι σαν το γυφτάκι» και «βάλε το πουκάμισο μέσα από τη φούστα» και «θέλω να φαίνεται η κοιλιά μου, είναι μοντέρνο» και «σκότω για κορίτσι που θα πας στην εκκλησία με τις κοιλιές έξω» και «γιατί όχι;» και «τι θα πει ο κόσμος» και «άσε με να σε χτενίσω, εγώ ξέρω» και «άου πονάω! Τηχωρίστραόχιστημέσητηθέλωαριστερά!». Και κλάμμα. Πολύυυ κλάμμα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στο μεταξύ η γιαγιά, Θανάσης Βέγγος Νο2, έχει ντυθεί κι η ίδια, έχει βρει το πουκάμισο του παππού, έχει βάλει τη «γκιούρμπαστη» στο φούρνο, έχει βολέψει τα «περιφερειακά» -ψωμιά, πατάτες, τζατζίκια, κρασιά, σαλάτες, πιάτα, πηρούνια, ποτήρια, τραπεζομάντηλα- κι ώσπου να πεις κίμινο είχε «δέσει» την κατσίκα να μη μας φύγει, είχε κλειδώσει την τουαλέτα που είναι δέκα μέτρα έξω από το σπίτι, είχε μαζέψει τα κρεβάτια, είχε φορέσει τα σκουλαρίκια της, λίγο κραγιονάκι διακριτικό, τσάντα και πρόσφορο παραμάσχαλα και δρόμο. Δεκαπενταύγουστος.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο προπάππος μου –πατέρας της γιαγιάς- κάθε χρόνο υπεύθυνος για δύο πράγματα: 1) Να κόβει τους άρτους και να τους μοιράζει στον κόσμο μετά τη Λειτουργία και 2) να βγάζει το δίσκο κάπου στα μισά της Λειτουργίας με το δίσκο στο ένα χέρι και στο άλλο μια κολώνια «Μυρτώ» (τη θυμάστε;).&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Και του χρόνου πουλάκ!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Με βούταγε ο προπάππος μου και με τη σουβλερή του τη μύτη, ζντουπ, ζντουπ, ζντουπ στο ένα μάγουλο, ζντουπ, ζντουπ, ζντουπ στο άλλο μάγουλο, μια διάσειση την είχα πάθει. Να μας φιλήσει πήγαινε ο άνθρωπος, αλλά τον προλάβαινε η μύτη…Καλός άνθρωπος, αλλά είχε ένα χούι: Είχε τρέλα με τα σόκιν…Δεν άφηνε άνθρωπο για άνθρωπο και περίσταση για περίσταση που να μην στιγμάτιζε με τις σόκιν πλην αληθινές ιστορίες του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Και που λες, ένας χωροφύλακας που ήταν από την Τρίπολη, μου είπε ότι την Τρίπολη τη λένε και Τρίψωλη (μπιπ!).&lt;br /&gt;-Πατέρα…κάτσε φρόνιμα…(τον κεραυνοβολούσε η γιαγιά μου).&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αφήναμε, λοιπόν, τον προπάππο να αλωνίζει στην αυλή της εκκλησίας και τσουπ! μέσα εμείς. Να ‘ταν 40 τ.μ. όλα κι όλα η εκκλησία; Να μην ήταν 200 νοματαίοι μέσα; Κι άλλοι τόσοι απ’ έξω; Σόγια μεγάλα, βλέπεις, όλο το χωριό μια οικογένεια. Κάτι ο συνωστισμός, κάτι η αυγουστιάτικη ζέστη, κάτι οι κάπνες απ’ τα κεριά, κάτι τα λιβάνια, κάτι τα κουδουνάκια ντλίγκι ντλιν της αγιαστούρας, κάτι οι ψάλτες που πορωμένοι να επιδείξουν τις ωδικές τους ικανότητες γκάριζαν ολίγον, με έπιανε μία αφόρητη ζάλη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κι όχι τίποτ’ άλλο, βαρήκοο παιδάκι εγώ, όσο να’ ναι έχω και τα δικά μου πουλάκια να κελαηδάνε στ’ αυτιά μου. Κι όχι τίποτ’ άλλο, βαρήκοο παιδάκι εγώ, δεν έβγαζα γρι απ’ αυτά που λέγαν. Κι όχι τίποτ’ άλλο, η ζάλη είναι ένα από τα προσόντα μου. Δερβίσης ο εγκέφαλος, να πηγαίνει γύρω-γύρω μπας και βρει τη νιρβάνα…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και να ‘χω και τη γιαγιά: Από πίσω μου ακριβώς, να με σκουντάει για να σταυροκοπηθώ, να μου πιάνει το κεφάλι με τα χέρια-μέγκενη μην τυχόν γυρίσω και κοιτάξω πουθενά αλλού εκτός από μπροστά («Στην εκκλησία κοιτάμε μόνο τον παπά και την Ωραία Πύλη», έλεγε το κήρυγμα μονίμως). Αλλά το χειρότερο ήταν οι μετάνοιες. Μόλις έβγαινε το Ευαγγέλιο –ίσως ήταν και κάτι άλλο, κάποια εικόνα, δεν ξέρω, με τα τυπικά αυτά ποτέ δεν βρήκα άκρη- να σου, λοιπόν, κάτι γιαγιούλες στη σειρά, πήγαιναν μπροστά μπροστά και δώστου να γονατίζουν, να κάνουν κάτι σταυρούς που μου φαίνονταν πιο μεγάλοι από τους άλλους που έκαναν οι υπόλοιποι. Ξεκίναγαν από ψηλά, κατέβαιναν ίσαμε το πάτωμα κι άντε πάλι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Πήγαινε κι εσύ!&lt;br /&gt;-Δε θέλω.&lt;br /&gt;-Βλέπεις αυτό το κοριτσάκι που πήγε, τι καλό που είναι;&lt;br /&gt;-(Γκρρρρ…!)&lt;br /&gt;-Πήγαινε!-&lt;br /&gt;Όχι!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στο μεταξύ έχει σκάσει μύτη ο προπάππος με το δίσκο και τη «Μυρτώ». Βάζανε τα λεφτά στο δίσκο κι ο παππούς τους ράντιζε λίγη «Μυρτώ» στην κεφαλή.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Δώσε κάτι κι εσύ πουλάκ!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έδινα δεν έδινα με ράντιζε, αλλά αυτή τη φορά με πέτυχε διάνα. Κάνει μια με την κολώνια και νταν! Κατευθείαν μέσα στο μάτι μου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Ααααα! Ρε παππού!&lt;br /&gt;-Σσσσς!…(οι γιαγιές που για άλλη μια φορά είχαν παστώσει στην καμφορά τα ρούχα, μιας και τα φόραγαν μόνο μια φορά το χρόνο και κάπως έπρεπε να τα προφυλάξουν από τι δεν ξέρω).&lt;br /&gt;-Το μάτι μου!&lt;br /&gt;-Σώπα ντέι (η γιαγιά μου).&lt;br /&gt;-Πονάω!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο παππούς το χαβά του, ούτε πήρε χαμπαρι, κουφός εντελώς εν τω μεταξύ, έχει πάρει σβάρνα το ποίμνιο με τη «Μυρτώ» παραμάσχαλα και μαζεύει τα όβολα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Καμμιά βολά», που λέει κι ο παππούς μου, τελείωνε η Λειτουργία. Εγώ, στα πρόθυρα της κατάρρευσης.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Γιαγιά, ζαλίζομαι, να πάω έξω;&lt;br /&gt;-Κάτσε τελειώνει.&lt;br /&gt;Κι άρχιζε το κήρυγμα…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κι αντί να μας πει καμμιά ιστορία για την Παναγίτσα και το Χριστούλη, που πολύ μου άρεσαν, άρχιζε πάντα να λέει για την ηθική.«Κι ο κλήρος πέφτει στα κορίτσια…». Ε, ναι, οι γυναίκες δεν πρέπει να βάζουν κολώνιες, (εκτός κι αν είναι «Μυρτώ» προφανώς…Ρε μπας κι είχαν κάνει καμμιά σύμβαση;), δεν πρέπει να βάφονται (εδώ, όλες οι γιαγιές με τα διακριτικά κραγιονάκια δαγκώνονταν μπας και φάνε το κραγιόν κι εξαφανιστεί από τα αμαρτωλά χείλη τους), δεν πρέπει να φοράνε παντελόνια (ευτυχώς, υπάρχουν ΑΝΤΡΕΣ να τα φορούν αυτά), δεν πρέπει να προκαλούν (εμένα, πάντως, εκείνο το αγοράκι με το τσουλούφι αλα Ντένις ο Τρομερός, πολύ μου άρεσε…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Γιαγιά, ποιος είναι αυτός;&lt;br /&gt;-Σσσς!…α, τον Κωστάκη λες. Ξάδερφός σου είναι. Της θείας σου της Κούλας.&lt;br /&gt;-Ποιας θείας Κούλας;&lt;br /&gt;-Της κόρης της αδερφής της ξαδέρφης του παππού σου, από το σόι της μάνας του.&lt;br /&gt;-Σσσσσς!!!.. (οι γιαγιάδες με την καμφορά).&lt;br /&gt;-Ξάδερφος, ε; (Κι ΑΥΤΟΣ ξάδερφος;… ).&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και δώστου για την ηθική ο παππάς και δώστου να συγκατανεύουν οι γιαγιάδες ομαδικώς και να κουνάνε τα κεφάλια, ως να ‘χαν τον Μωυσή με τις 10 εντολές αυτοπροσώπως μπροστά τους. Οι άντρες, δεν έβλεπα να πωρώνονται ιδιαίτερα με τα λεγόμενα, αλλά τέλος πάντων, είχα και μία ζάλη που κόντευε να γίνει εμετός…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Άντε και του χρόνου!&lt;br /&gt;-Χρόνια πολλά!&lt;br /&gt;-Χρόνια καλά!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η καλύτερή μου ήταν ο άρτος. Μου έφτιαχνε το στομαχάκι ο γλυκάνησος. Συχνά πυκνά είχαν και λουκούμια.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Μην τρως πολύ, ντε!&lt;br /&gt;-Μμμμ…ωραίο, γιαγιά!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και μέχρι να χαιρετηθούν, να και το επόμενο μαρτύριο:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Ποιανού σ’ εσύ πουλάκ;&lt;br /&gt;-(Ανάσα) Του Νίκου και της Αρτεμισίας εγγόνα.&lt;br /&gt;-Αααα! Η μάνα σου τι κάνει; Γιατί δεν ήρθε; Ο πατέρας σου καλά; Οι δουλειές του πώς πανε; Ψήλωσες! Πάχυνες…&lt;br /&gt;-(Γκρρρ…)…Νννναι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Άλλος:&lt;br /&gt;-Ποιανού σ’ εσύ πουλάκ;&lt;br /&gt;-(Οουφ!) Του Νίκου και της Αρτεμισίας εγγόνα.&lt;br /&gt;-Ααααα! Πόσα χρόνια έχω να σε δω; Ξέρεις ποιος είμαι εγώ;&lt;br /&gt;-Ε, πού να σε ξέρει το παιδί, μωρό ήταν όταν σε είδε τελευταία φορά (η γιαγιά μου).&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο μπάρμπας με τη μουστάκα τη θυσσανωτή, περιμένει το ανακοινωθέν της γιαγιάς και τις συστάσεις με τα χέρια χωμένα στο ζωνάρι που μετά βίας συγκρατούσε την κοιλιά του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Βρε, δε με θυμάσαι;&lt;br /&gt;-Τσου…&lt;br /&gt;-Ο μπάρμπα Κούνας είμαι βρε!&lt;br /&gt;-Αα…&lt;br /&gt;-Ο μπάρμπας –η γιαγιά τώρα παίρνει το λόγο- είναι πατέρας της Τούλας!&lt;br /&gt;-…(Πρέπει να θυμηθώ κάτι τώρα;)&lt;br /&gt;-Εγώ είμαι βρε!( ακάθεκτος ο μπάρμπας).&lt;br /&gt;-Νναι…Χαίρω πολύ…&lt;br /&gt;-Έλα εδώ βρε να σε φιλήσω, άκου «Χαίρω πολύ»!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η νηστεία έχει ένα κακό….Το σκόρδο και δόξα τω Θεώ, απ’ αυτό έχουν και τρώνε και απολαμβάνουν μπόλικο κάτι μπάρμπηδες σαν κι ετούτον που ορθωνόταν μπροστά μου θεόρατος.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-(Θέλω να κάνω εμετό!!)…Εχμμ…&lt;br /&gt;-Δε με θυμάται…(απελπισμένος φανερά ο μπάρμπας τώρα).&lt;br /&gt;-Βρε, είμαι της Τούλας ο πατέρας!&lt;br /&gt;-Της Τούλας (νταξ, γιαγιά, το μάθαμε!), που είναι τριτοξαδέρφη της μάνας σου κι ο μπάρμπα Κούνας είναι γιος του αδερφού του πατέρα του παππού σου!&lt;br /&gt;-Κατάλαβες τώρα;(βέβαιος μπάρμπας για την επίλυση του θέματος…)&lt;br /&gt;-Α, μάλιστα…(κούνια που σε κούναγε μπάρμπα Κούνα…).&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και δώστου συστάσεις, και δώστου ερωτήσεις. Και πού κουράγιο για απαντήσεις σε 400 νοματαίους.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και το κλου:&lt;br /&gt;-Πάμε στον παπά να σου διαβάσει ευχή. Ματιασμένη είσαι.&lt;br /&gt;-Μα..&lt;br /&gt;-Έλα!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Βούταγε και τον αδερφό μου μαζί και να ‘μαστε η τριάδα μπροστά στον παπά, που δεν έβλεπε την ώρα να φύγει για να κάνει βουρ στα ψητά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Σας παρακαλώ, διαβάστε μια ευχή στα παιδιά. Θέλουν και να εξομολογηθούνε. (Θέλουμε;)&lt;br /&gt;-Φυσικά. Γονατίστε κι οι δυο εδώ. (Κι οι δυο;)&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η γιαγιά μπάστακας από πίσω μας. Οπότε ο παπάς ρώταγε -κλασικά και εις τον αιώνα των αιώνων- και τους δυο μας:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Είστε καλά παιδιά; (Κοίταγε τον αδερφό μου).&lt;br /&gt;-Ναι…(Κοίταγε εμένα).&lt;br /&gt;-Ναι. (καλά τα πήγαμε εδώ, μια χαρά καλό παιδί είμαι, σούπερ η εξομολόγηση! Παρακάτω πάτερ…).&lt;br /&gt;-Αγαπάτε τη μαμά και το μπαμπά;&lt;br /&gt;-Ναι –και οι δύο μ’ ένα στόμα μια φωνή- (εύκολο κι αυτό…).&lt;br /&gt;-Λέτε ψέμματα;&lt;br /&gt;-(Μούγκα. Κοιτάζει εμένα. Μα γιατί κοιτάζει εμένα; Μοιάζω να λέω ψέμματα;)..Οοο…όχι!&lt;br /&gt;-Εσύ; (στον αδερφό τώρα).&lt;br /&gt;-Όχι! (μμμ…πολύ σίγουρος είσαι, τρομάρα σου).&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μπλα, μπλα, μπλα, το πετραχήλι στα κεφάλια μας, χειροφίλημα κι ελεύθεροι!&lt;br /&gt;Γιούπιιιι Μας περιμένουν η γκιούρμπαστη, τα ζαχαράτα και τα κλαρίνα!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;(Συνεχίζεται).&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/13194116-112937782445167834?l=mistounou.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://mistounou.blogspot.com/feeds/112937782445167834/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=13194116&amp;postID=112937782445167834' title='22 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/112937782445167834'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/112937782445167834'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://mistounou.blogspot.com/2005/10/blog-post_15.html' title='Δεκαπενταύγουστος'/><author><name>mistounou</name><uri>http://www.blogger.com/profile/11152482943784854958</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>22</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-13194116.post-112931298355683299</id><published>2005-10-14T10:58:00.000-07:00</published><updated>2005-10-15T05:14:46.466-07:00</updated><title type='text'>Μάθημα πρώτον:</title><content type='html'>&lt;a href="http://photos1.blogger.com/blogger/7119/1150/1600/o_Agon%20Qeta2.jpg"&gt;&lt;img style="DISPLAY: block; MARGIN: 0px auto 10px; CURSOR: hand; TEXT-ALIGN: center" alt="" src="http://photos1.blogger.com/blogger/7119/1150/320/o_Agon%20Qeta2.jpg" border="0" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Άγιος ο Θεός...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Καμμιά δεκαπενταριά πεντάχρονα στη σειρά παραταγμένα. Η δασκάλα, αδύνατη, ψηλή -υπερβολικά ψηλή στα μάτια τους- με φούστα μακριά εμπριμέ και μπλούζα μαύρη ζιβάγκο να στέκεται απέναντί τους. Δυο τρία πιτσιρίκια βαριούνται και γέρνουν τα κορμιά τους στον τοίχο, ένα ξανθό κοριτσάκι παίζει με τα κρόσια που κρέμονται από τα μποτάκια της, τα υπόλοιπα προσπαθούν να μιμηθούν την "Κυρία".&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Ελάτε παιδιά, πάμε όλοι μαζί! Ελενίτσα, άστα αυτά τώρα! Βάλε το χεράκι το "καλό" στο μετωπάκι. Έτσι, μπράβο. Και πάμε: Άγιος ο Θεός....Νικολάκη! Το "καλό" χέρι είπαμε...Βλέπεις; Αυτό που βάζω κι εγώ...(Αν το ντοκουμέντο ήταν αποκλειστικά ηχητικό, τα συμπεράσματα του αυτήκοου μάρτυρα θα παρέπεμπαν σε κάτι μάλλον "πικάντικο").&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Μα ποιο είναι το "καλό" χελάκι, κυλία;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Το δεξί, Νικολάκη, το δεξί. Με ποιο χεράκι γράφουμε;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο πιτσιρίκος κοιτάζει με απορία τα χέρια του, λες και τα βλέπει πρώτη φορά. Μετά από πολλή σκέψη, ανασηκώνει διστακτικά το αριστερό και της το δείχνει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Αυτό, κυλία;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Όχι, Νικολάκη μου! Πετράκηηηη! Ησυχία...Ναι...Νικολάκη, με το άλλο χέρι γράφουμε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Αυτό, κυλία;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έχει σηκώσει και το άλλο χέρι τώρα, με αποτέλεσμα ο πιτσιρίκος να αναβιώνει την τρομερή σκηνή που είδε εχθές στο γουέστερν κρυφά. (Και τώρα, λέει, έρχεται ο πιστολέρο και φωνάζει: "Ψηλά τα χέρια!". Πολύ θα ήθελε να είναι ο πιστολέρο, αλλά η ζωή τα φέρνει αλλιώς...).&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Μπράβοοο...Κατέβασε το άλλο χεράκι τώρα...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Γιατί, κυλία;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Δεν μας χρειάζεται τώρα, Νικολάκη μου....Θα μάθουμε πώς να κάνουμε το σταυρό μας τώρα. Λοιπόν, ένωσε τα δακτυλάκια σου όπως εγώ και ακούμπησέ το στο μετωπάκι. Ελάτε όλοι μαζί παιδιά. Μα άσε τώρα Πετράκη τώρα την κουρτίνα!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Κυία! Πενάει το σκουπιδιάϊκο! (Ο Πετράκης).&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Σκου-πι-διαρι-κο! Σκου-πι-διάρι-κο! (Όλοι μαζί).&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τα πιτσιρίκια σε έξαλλη κατάσταση, έχουν βγάλει τα κεφάλια τους έξω από το παράθυρο και θαυμάζουν το ίνδαλμά τους. Για την ακρίβεια, ένα φυσιολογικό παιδάκι γοητεύεται περισσότερο από τα "ίου ίου" της Πυροσβεστικής ή από τις σειρήνες της Αστυνομίας (άσχετα αν τα περισσότερα από αυτά θα αλλάξουν γνώμη στο μέλλον για τις τελευταίες), αλλά ο Πετράκης κατά έναν περίεργο τρόπο έχει συνδυάσει τους οδοκαθαριστές με τον Spiderman, οπότε και φρόντισε να εμφυσήσει αυτήν του την πεποίθηση σε όλη την υπόλοιπη τάξη. Πανζουρλισμός, τα κοριτσάκια να ουρλιάζουν εκστατικά (τύφλα να 'χουν οι Ρουβίτσες) και τ' αγοράκια να βαθαίνουν τη φωνή τους -όσο να πεις, κάτι μπάσα τα πιάνουν- και να λένε ρυθμικά "Σκου-πι-διαρι-κο!", συνεχώς.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η δασκάλα κάνει τον σταυρό της να την βοηθήσει ο Πανάγαθος να τα βγάλει πέρα και σήμερα με τη "Σκουπιδομανία" που εξαπλώθηκε βροντερή.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Ελάτε, παιδιά, ηρεμία!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Κύιεε...είσαι σκουπιδιάης;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Πετράκης έχει γουρλώσει τα μάτια και κοιτάει τον "σκουπιδιάη" που στέκεται ακριβώς έξω από το παράθυρο, ως να 'χε μπροστά του τον Spiderman, Superman, θρυλικούς δεινόσαυρους, τόνους παγωτού σοκολάτας και γρανίτες, ένα εκατομμύριο σακουλάκια δρακουλίνια και τον ίδιο τον Δράκουλα σε ένα πακέτο. Δέος! Δεν ξέρει ακόμη τι είναι το αυτόγραφο, του αρκεί μόνο μία απάντηση από τον ήρωά του. Φυσικά, ο άνθρωπος -ο "σκουπιδιάης"- συνηθισμένος να τον αντικρίζει με οίκτο η πλειοψηφία των συμπολιτών του, δεν μπορεί να φανταστεί ότι μέσα στο μυαλό του μπόμπιρα, είναι κάτι πολύ περισσότερο από σούπερ ήρωας. Κάνει έναν μορφασμό απογοητευμένος, σα να σκέφτεται: "Δεν έχουν πού να ξεσπάσουν τα κακομαθημένα..." κι απομακρύνεται συνεχίζοντας τη δουλειά του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Ιιιι...Πετράκη! Τί είναι αυτά που ρωτάς τον άνθρωπο;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Μα γιατί κυία;! Θέλω να του μιλήσω. Κύιε σκουπιδιάηηη! Να σας πω...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η δασκάλα κλείνει το παράθυρο βιαστικά, μπας και συμμαζέψει το χάος. Τα πιτσιρίκια σε πλήρη αποδιοργάνωση...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Η-ΣΥ-ΧΙ-Α!!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σα να ηρεμούν λίγο, τα βάζει πάλι στη σειρά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Λοιπόν...Πάμε, όπως είπαμε. Με το "καλό" το χεράκι και: Άγιος ο Θεός...Νικολάκη, τι είπαμε; Το "καλό" χεράκι...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Τσέχασα ποιο είναι, κυλία...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Είπαμε, Νικολάκη, το χεράκι που γράφουμε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σηκώνει το αριστερό και πάλι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Όχι αυτό, Νικολάκη μου, όχι αυτό!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σηκώνει και το δεξί.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Αυτό. Πάμε...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο μικρός, μένει και με τα δύο χέρια ψηλά και την κοιτάζει με το πιο αθώο βλέμμα του κόσμου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Άγιος ο Θεός...Νικολάκη, έλα κι εσύ. Ξεκίνα με το "καλό" το χεράκι όπως είπαμε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Αυτό, κυλία;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Της δείχνει το δεξί.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Μπρρρρράβο, Νικολάκη!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Νικολάκης εξακολουθεί να βρίσκεται μπροστά από τον πιστολέρο της χθεσινής ταινίας...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Άσε το άλλο χέρι, Νικολάκη...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Πού να το πάω, κυλία;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Με τα πολλά, έμαθε όλη η τάξη να κάνει το σταυρό της και μάλιστα με εξαιρετική επιτυχία. Κι αν δεν, θα συναντούσαν πολλούς πρόθυμους δασκάλους στην πορεία. Αλλά, σαν να μου φαίνεται πως σε αυτήν την ίδια πορεία, ο Spiderman και ο "Σκουπιδιάης" δεν ήταν πλέον ένα και το αυτό.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;(&lt;a href="http://mistounou.blogspot.com/2005/10/blog-post_15.html"&gt;Συνεχίζεται&lt;/a&gt;.)&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/13194116-112931298355683299?l=mistounou.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://mistounou.blogspot.com/feeds/112931298355683299/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=13194116&amp;postID=112931298355683299' title='4 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/112931298355683299'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/112931298355683299'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://mistounou.blogspot.com/2005/10/blog-post_14.html' title='Μάθημα πρώτον:'/><author><name>mistounou</name><uri>http://www.blogger.com/profile/11152482943784854958</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>4</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-13194116.post-112904585391870954</id><published>2005-10-11T08:48:00.000-07:00</published><updated>2005-10-11T09:01:44.136-07:00</updated><title type='text'>Κι αφού...</title><content type='html'>&lt;a href="http://photos1.blogger.com/blogger/7119/1150/1600/o_Mantzafos_dim.jpg"&gt;&lt;img style="DISPLAY: block; MARGIN: 0px auto 10px; CURSOR: hand; TEXT-ALIGN: center" alt="" src="http://photos1.blogger.com/blogger/7119/1150/320/o_Mantzafos_dim.jpg" border="0" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κι αφού οι καλοκαιρινές αποδράσεις δεν έγιναν επαρκή αναγνώσματα, διψάω πολύ ακόμη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δεν πρόλαβε η αρμύρα να εξατμιστεί.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δεν μπόρεσε το τζιτζίκι τελικά να παντρευτεί.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ξεχάστηκε στη σαγηνευτική έλξη της ρετσίνας κι άφησε τη νύφη Ημέρα να νυχτωθεί απαλά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τόσο απαλά. Τόσο απαλά που.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τόσο απαλά που λησμονήθηκε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Λησμονήθηκε η νύφη Ημέρα μαζί με τους Ήρωες τους λουσμένους λιόγερμα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Γιατί μου πήραν το κόκκινο;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Εγώ θέλω να χρωματίσω με αυτό την αναμονή.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Γιατί μου πήραν η Ημέρα και οι Ήρωες το κόκκινο;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Βιάζομαι να βάψω το περβάζι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αυτό που βγαίνω να δω αν θα με δεις.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μια κλίση αναπάντεχη πήρε το ποτάμι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Βλέπει φράγμα εμπρός του κι αλλαλάζουν οι λέξεις. Αυτές, που αφροδύονται από τις συγκρούσεις. Αυτές, που γίνονται σαν ορμή και θέληση αγκαλιαστούν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Βράχος το δεύτερο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ύδωρ το πρώτο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Απ' αυτό θέλω, γιατί διψάω πολύ ακόμη.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/13194116-112904585391870954?l=mistounou.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://mistounou.blogspot.com/feeds/112904585391870954/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=13194116&amp;postID=112904585391870954' title='8 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/112904585391870954'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/112904585391870954'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://mistounou.blogspot.com/2005/10/blog-post_11.html' title='Κι αφού...'/><author><name>mistounou</name><uri>http://www.blogger.com/profile/11152482943784854958</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>8</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-13194116.post-112877117318130959</id><published>2005-10-08T04:30:00.000-07:00</published><updated>2005-10-08T04:32:53.190-07:00</updated><title type='text'>Για περίμενε..</title><content type='html'>&lt;a href="http://photos1.blogger.com/blogger/7119/1150/1600/r_Jane%20Fulton%20Alt2.jpg"&gt;&lt;img style="DISPLAY: block; MARGIN: 0px auto 10px; CURSOR: hand; TEXT-ALIGN: center" alt="" src="http://photos1.blogger.com/blogger/7119/1150/320/r_Jane%20Fulton%20Alt2.jpg" border="0" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;......θέλεις να πεις ότι δεν σε ξέρω; Αποκλείεται...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σε είδα μόλις τώρα.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/13194116-112877117318130959?l=mistounou.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://mistounou.blogspot.com/feeds/112877117318130959/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=13194116&amp;postID=112877117318130959' title='1 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/112877117318130959'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/112877117318130959'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://mistounou.blogspot.com/2005/10/blog-post_08.html' title='Για περίμενε..'/><author><name>mistounou</name><uri>http://www.blogger.com/profile/11152482943784854958</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>1</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-13194116.post-112862223323743680</id><published>2005-10-06T11:03:00.000-07:00</published><updated>2005-10-06T11:14:38.486-07:00</updated><title type='text'>Όταν κοιμάμαι...</title><content type='html'>&lt;a href="http://photos1.blogger.com/blogger/7119/1150/1600/moro2.jpg"&gt;&lt;img style="DISPLAY: block; MARGIN: 0px auto 10px; CURSOR: hand; TEXT-ALIGN: center" alt="" src="http://photos1.blogger.com/blogger/7119/1150/320/moro2.jpg" border="0" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://photos1.blogger.com/blogger/7119/1150/1600/moro2.jpg"&gt;&lt;/a&gt;...ξέρω ότι έρχεσαι και με κοιτάζεις.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και μου λες, "σσσ...κοιμήσου, κοιμήσου κι άλλο". &lt;div align="left"&gt;&lt;br /&gt;Και μου λες, "μη φοβάσαι...". &lt;/div&gt;&lt;div align="left"&gt;&lt;br /&gt;Και μου λες, "εγώ είμαι εδώ". &lt;/div&gt;&lt;div align="left"&gt;&lt;br /&gt;Και ζηλεύεις που για ακόμη μια φορά "ταξιδεύω" μόνη μου. &lt;/div&gt;&lt;div align="left"&gt;&lt;br /&gt;Κι αναρωτιέσαι, τι άραγε να μου συμβαίνει "εκεί". &lt;/div&gt;&lt;div align="left"&gt;&lt;br /&gt;Κι όταν ξεστομίζεις το "εκεί", τρομάζεις λίγο. &lt;/div&gt;&lt;div align="left"&gt;&lt;br /&gt;Και μετά εύχεσαι να είναι "εκεί" όλα τα ξυπόλητα παιδιά της Σύμης, της Καναπίτσας&lt;span style="color:#ff99ff;"&gt;*&lt;/span&gt; και του Αρτεμισίου&lt;span style="color:#ff99ff;"&gt;**&lt;/span&gt; μαζί μου. &lt;/div&gt;&lt;div align="left"&gt;&lt;br /&gt;Και θαρρείς πως "εκεί" ο ήλιος δεν είναι τόσο επικίνδυνος, μπορώ να κάτσω όσο θέλω. &lt;/div&gt;&lt;div align="left"&gt;&lt;br /&gt;Κι αρχίζεις να πιστεύεις ότι κανένα καβούρι, κανένας αχινός και κανένα πετραδάκι δεν μπορεί "εκεί" να πληγώσει τα γυμνά μου πέλματα. &lt;/div&gt;&lt;div align="left"&gt;&lt;br /&gt;Και, ναι, το πιστεύεις πια, τώρα είναι κιόλας μια τελευταία ημέρα καλοκαιρινή. &lt;/div&gt;&lt;div align="left"&gt;&lt;br /&gt;Και, λαχταράς να προλάβω να δω τα δελφίνια στο ταξίδι της επιστροφής τους. &lt;/div&gt;&lt;div align="left"&gt;&lt;br /&gt;Και θέλεις πολύ να πλουτίσω με την εικόνα τους. &lt;/div&gt;&lt;div align="left"&gt;&lt;br /&gt;Και δεν ανησυχείς άμα πεινάω ή όχι. Ούτε αν θέλω νερό. Είμαι "εκεί". &lt;/div&gt;&lt;div align="left"&gt;&lt;br /&gt;Και δεν σε πειράζει που το φόρεμά μου είναι πιτσιλισμένο με αρμύρα. Και τι έγινε; Είμαι "εκεί". &lt;/div&gt;&lt;div align="left"&gt;&lt;br /&gt;"Εκεί", στα όνειρά μου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:trebuchet ms;color:#9999ff;"&gt;Αφιερωμένο σε όλες τις μαμάδες. Σ' αυτές που ενώ φοβούνται πολύ, αφήνουν περήφανες τα παιδιά τους να διεκδικήσουν την δική τους θέση στο ταξίδι της ζωής. Και σ' εκείνες που δεν φοβήθηκαν ποτέ. Δεν είναι γιορτή της μητέρας, αλλά ποιος νοιάζεται τώρα... &lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;span style="font-family:trebuchet ms;color:#9999ff;"&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;p&gt;&lt;span style="font-family:trebuchet ms;color:#9999ff;"&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;&lt;p&gt;&lt;span style="font-family:trebuchet ms;color:#9999ff;"&gt;&lt;/p&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-family:trebuchet ms;color:#9999ff;"&gt;&lt;div align="left"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;*Καναπίτσα: Προσφυγική συνοικία της Χαλκίδας.&lt;br /&gt;**Αρτεμίσιο: Βουνό της Αργολίδας.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/13194116-112862223323743680?l=mistounou.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://mistounou.blogspot.com/feeds/112862223323743680/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=13194116&amp;postID=112862223323743680' title='6 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/112862223323743680'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/112862223323743680'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://mistounou.blogspot.com/2005/10/blog-post_06.html' title='Όταν κοιμάμαι...'/><author><name>mistounou</name><uri>http://www.blogger.com/profile/11152482943784854958</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>6</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-13194116.post-112845857721536286</id><published>2005-10-04T13:33:00.000-07:00</published><updated>2005-10-04T13:42:57.226-07:00</updated><title type='text'>Είναι αργά...</title><content type='html'>Ακούω μια μουσική τώρα. Δεν ξέρω ποιος την έγραψε. Ούτε ποιος μουσικός την ερμηνεύει τώρα...Δεν ξέρω σε ποιον ανήκει αυτή η μεθυστική φωνή, ξέρω μόνο ότι διαρκεί 4:48 λεπτά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;4:48 λεπτά...Αρκετά για να νιώσω την καρδιά μου, κάπως έτσι. Τώρα...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;img style="DISPLAY: block; MARGIN: 0px auto 10px; WIDTH: 113px; CURSOR: hand; HEIGHT: 106px; TEXT-ALIGN: center" height="113" alt="" src="http://photos1.blogger.com/blogger/7119/1150/320/userpic3.gif" width="122" border="0" /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://photos1.blogger.com/blogger/7119/1150/1600/userpic.gif"&gt;&lt;/a&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/13194116-112845857721536286?l=mistounou.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://mistounou.blogspot.com/feeds/112845857721536286/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=13194116&amp;postID=112845857721536286' title='9 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/112845857721536286'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/112845857721536286'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://mistounou.blogspot.com/2005/10/blog-post_04.html' title='Είναι αργά...'/><author><name>mistounou</name><uri>http://www.blogger.com/profile/11152482943784854958</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>9</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-13194116.post-112843246184087033</id><published>2005-10-04T06:23:00.000-07:00</published><updated>2005-10-04T10:29:09.463-07:00</updated><title type='text'>Φέρτε μου λίγο χαρτί</title><content type='html'>Να απλώσω πάνω του τα ιδρωμένα γράμματα,&lt;br /&gt;με λίγο ήλιο και περισσή αναμονή&lt;br /&gt;αυτά, τα ιδρωμένα γράμματα,&lt;br /&gt;με περισσή αναμονή να ξαποστάσουν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δεν εξατμίζεται η ανάμνηση του αγώνα,&lt;br /&gt;ό,τι και να κάνω.&lt;br /&gt;Μα έστω, τα χρώματα των φθόγγων μου&lt;br /&gt;να στεγνώσουν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στάξανε, λέει, σ’ εκείνο το χαρτί,&lt;br /&gt;τα αιμοσταγή τα γράμματα,&lt;br /&gt;με περισσή αυταρέσκεια,&lt;br /&gt;λιγάκι περισσότερο να το ποτίσουν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Φέρτε μου λίγο χαρτί.&lt;br /&gt;Σα να σώθηκε το άλλο&lt;br /&gt;και κοκκίνισε.&lt;br /&gt;Σα να μαρτύρησε παραπάνω&lt;br /&gt;απ’ όσο έπρεπε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Φέρτε μου λίγο χαρτί.&lt;br /&gt;Είναι που θέλω να καταγράψω τις κουβέντες των σοφών.&lt;br /&gt;Στάχυα άυλα σε σφιχτό δεμάτι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Λίγο χαρτί, να το κάνω σαϊτα εκσφενδονιζόμενη&lt;br /&gt;στα μπλεγμένα μαλλιά της πλανόδιας αλήθειας.&lt;br /&gt;Είναι που θέλω να την κάνω να γελάσει.&lt;br /&gt;Είναι που δεν μπορώ να την κάνω να μιλήσει.&lt;br /&gt;Λίγο χαρτί.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Να το δέσω στα κάγκελα&lt;br /&gt;της πλαϊνής της πόρτας.&lt;br /&gt;Με του βοριά τα μιλήματα, ανακωχή&lt;br /&gt;να κάνω. Λίγο χαρτί.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Λίγο χαρτί.&lt;br /&gt;Χωνάκι στα βουβά αυτιά μου, αυτό,&lt;br /&gt;λίγο χαρτί,&lt;br /&gt;ν’ ακούσω των μυρμηγκιών τα σκιρτήματα,&lt;br /&gt;του Μόχθου τα βήματα,&lt;br /&gt;των ρωγμών τα ανοίγματα&lt;br /&gt;και τις φλογέρες.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Λίγο χαρτί για του παιδιού τα κλάμματα,&lt;br /&gt;λίγο. Λίγο χαρτί.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αχ, πώς να σας πω τι θέλω να κάνω τώρα;&lt;br /&gt;Λίγο χαρτί ν’ αφήσω πάνω του Τελεία.&lt;br /&gt;Λίγο, έστω λίγο, τα μνημεία των ερώτων μου&lt;br /&gt;να στήσω μεθοδικά. Και τελικώς,&lt;br /&gt;ακανόνιστα σχεδόν να τα ξεχάσω.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πώς να σας πω τι γράφω τώρα;&lt;br /&gt;Λίγο χαρτί σου λέω και κλαίω,&lt;br /&gt;έστω λίγο, να συμπυκνώσω μέσα του το «α».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το «α» του αναιρώ και του αρχίζω.&lt;br /&gt;Το «α» του πονάς και του αγαπάς.&lt;br /&gt;Όλα τα «α» από τα λεμονάνθια,&lt;br /&gt;στο μέσα τους κρυμμένα τα λάμδα των λαθών,&lt;br /&gt;τα μι των «μη» και το θήτα της κάθε μου θητείας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Λίγο χαρτί για τους ερωτευμένους φθόγγους μου,&lt;br /&gt;αυτούς που λησμόνησαν κιόλας πώς γράφονται&lt;br /&gt;και θυμούνται αβάσταχτα πώς αντηχούν στις στοές των αιώνων.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Λίγο χαρτί σου λέω και κλαίω, λίγο.&lt;br /&gt;Έστω λίγο;&lt;br /&gt;Είναι που θέλω να ιστορήσω πώς έμαθα να δένω τους φιόγκους.&lt;br /&gt;Αυτούς που ανάρτησα σε ξένες πλεξούδες,&lt;br /&gt;στο μουσείο του Πόνου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Λίγο χαρτί, πρέπει να φύγω.&lt;br /&gt;Να σφουγγίσω τις άχνες της εξώπορτας,&lt;br /&gt;μη γλιστρήσω πάλι σαν γυρίσω,&lt;br /&gt;μην γλιστρήσω.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Είναι που σφάλισα τα παραθυρόφυλλα,&lt;br /&gt;είναι που λάτρεψα τα ακροκέραμα&lt;br /&gt;και τις δαντέλες της γιαγιάς μου. Ναι.&lt;br /&gt;Είναι που έμεινε χειμαρρώδες το παράπονο του δρόμου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Λίγο χαρτί και ποιος μ’ ακούει;&lt;br /&gt;Φέρτε μου λίγο. Λίγο χαρτί.&lt;br /&gt;Για να πλανέψω τα αλαφροπάτητα γατιά που θα περάσουν.&lt;br /&gt;Και τα πουλιά να φιλέψω.&lt;br /&gt;Με λίγο χαρτί μεταλλαγμένο σε ψίχουλα ζεστά.&lt;br /&gt;Λίγο ψωμί, λίγο χαρτί, για τις φτερούγες&lt;br /&gt;της ψυχής μου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;div align="right"&gt;&lt;span style="color:#ff0000;"&gt;Ευχαριστώ&lt;/span&gt;.&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/13194116-112843246184087033?l=mistounou.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://mistounou.blogspot.com/feeds/112843246184087033/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=13194116&amp;postID=112843246184087033' title='3 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/112843246184087033'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/112843246184087033'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://mistounou.blogspot.com/2005/10/blog-post.html' title='Φέρτε μου λίγο χαρτί'/><author><name>mistounou</name><uri>http://www.blogger.com/profile/11152482943784854958</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>3</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-13194116.post-112825133785204335</id><published>2005-10-02T04:06:00.000-07:00</published><updated>2005-10-02T04:09:02.106-07:00</updated><title type='text'>Dancing Onwords</title><content type='html'>Τώρα, για άλλη μια φορά, ακούγονται οι ήχοι των καραβανιών έτσι όπως μου τα χάρισε μοναδικά ο Ηλίας Βενέζης.  Μπροστά τα αργά βήματα του καμηλιέρη και ξωπίσω μία ολόκληρη οικογένεια ήχων να ενορχηστρώνεται από τον ρυθμό της ανάγκης. Σε ένα μόνο θα σταθώ. Σε κείνο το μικρούλι, παιχνιδιάρικο "Εβλεντιρελίμ, Εβλεντιρερούμ...",. Πιτσιρικάς ήχος, να παραπαίει πίσω από της μάνας τα βήματα. Αχ, πόσο θέλει, να κάνει δεξιά για να τρέξει ελεύθερο στης ερήμου την άπλα. Πόσο θέλει να κάνει αριστερά για διαπιστώσει από τι να είναι εκείνες οι μαύρες σκιές που διαγράφονται στο έδαφος...Και πόσο θέλει να μείνει κοντά στην μυρωδιά της μάνας του, να πάει ευθεία, μαζί με τη μάνα, όπου πάει κι εκείνη. Όπου πάει εκείνη, να πηγαίνει κι αυτό, μωρό ακόμη, που χρειάστηκε να βάλει από τώρα προτεραιότητες.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ακούγονται και οι σβουριχτές πορείες του "Γλάρου Ιωνάθαν". Οι νότες που φανερώνουν την μετάλλαξη της ματαιοδοξίας, σε ευγενή φιλοδοξία. Κι έπειτα, σε κατόρθωμα, κι έπειτα, σε προσφορά. Κι έπειτα, σε ανύψωση του Υπάρχω, σε Είμαι. Ο ήχος της σπασμένης φτερούγας με τρομάζει πολύ περισσότερο από την απουσία των συχνοτήτων που μου γνώρισε το φράγμα του φωτός. Ένα πουλί ελεύθερο, βρέθηκε ξαφνικά στη Χώρα του Παντός και το μόνο που το νοιάζει είναι να μου πει την δική του ιστορία. Σβουριχτές πορείες των όντων, να γράφουν λέξη λέξη τα παραμύθια του κόσμου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ακούγονται και τα σκυλιά που αλυχτάνε. Σε κάθε ποίημα, σε κάθε παιδικό μυαλό όταν φοβαται το σκοτάδι, σε κάθε μεσημέρι που όλα τα ζωντανά βρίσκουν τον τρόπο τους να συνομιλήσουν, σε κάθε ζευγάρωμα των περιστεριών, σε κάθε βίαιο αποχωρισμό του Γκιώνη από το ισόβιο ταίρι του. Ναι, ακούγεται τώρα, το αδιάκοπο κλάμμα του Γκιώνη. Επάνω στο κλαδί της λεύκας μου, όσο πιο κοντά μπορεί στο παράθυρό μου, κραυγάζει την απώλεια της γυναίκας του. Αυτής, που μέρες τώρα, βρήκε φωλιά στη σοφίτα του σπιτιού μου, να διώξει για λίγο τα στοιχειά, να γεννήσει και δύο παιδιά. Και να κλαίω. Μαζί με εκείνον τον εγκαταλειμμένο Γκιώνη και να μην μπορώ να βρω τρόπο να του πω πως, σε λίγο, θα γίνει τόσο χαρούμενος που μόνο την σιωπή θα αντέξει. Δεν μπόρεσα ποτέ να του το πω, αλλά μπόρεσα να τον ακούσω.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ακούγονται κι οι μακρινές σερνάμενες φωνές των γυνακών που αντιλαλούν στα υψίπεδα. Καλημέρες και Ονόματα και κάτι ερωτήσεις για Ψωμί και Γιορτές κι Εκκλησιές να ακολουθούν φθίνουσες σπειροειδείς ρότες ως να φτάσουν σε μένα. Και να βγαίνω στον εξώστη, για να δω την γιαγιούλα μου να εκτοξεύει από τα σπλάχνα τις απαντήσεις και να απορώ πόσο μακριά μπορούν να πάνε. Πιο πέρα απ' την ψυχή μου; Κι αμέσως μετά, ένας ψίθυρος. Μιλάει στον άντρα της. Τον σύντροφο. Πόσο πιο κοντά μπορούν να έρθουν, ήχος και καρδιά; Εκείνοι έμαθαν, κι εγώ που δεν έμαθα ακόμη, ξέρω πώς τουλάχιστον μοιάζει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ακούγεται, συχνά πυκνά, και το αιώνιο επαναλαμβανόμενο μοιρολόι των κυμάτων. Στη θάλασσα πηγαίνω όταν είμαι θλιμμένη. Μου θυμίζει ο ρυθμός των ήρεμων κυμάτων της, το λίκνισμα της μητρικής αγκαλιάς που μου έλεγε να σωπάσω, μου έσβηνε το κλάμμα με λίγο ύπνο, λίγο ροδόνερο στο κούτελο και τρία παραμύθια. Στη θάλασσα πάω και πλένομαι με την προσωρινή της ηρεμία, αυτή που φυλάει με νύχια και με δόντια τις τρικυμίες και τις αδικοχαμένες τρίαινες ξεχασμένων θεών. Αυτήν που μυστικά κρατάει για τον εαυτό της, τόσες και τόσες άγκυρες, ξεστρατισμένες ισόβια από το σωστό λιμάνι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ακούγεται κι ο ήχος της βροχής. Μαζί της όλα όσα δεν μπόρεσα να ακούσω. Είτε επειδή δεν το μπόρεσα, είτε επειδή δεν το θέλησα, είτε επειδή το αμέλησα, είτε επειδή έπρεπε. Σαν το νερό, ανακυκλώνεται και το ποτάμι των ήχων μου. Ποτίζεται από κάτι απροσδιόριστο, θεριεύει από την συσσώρευση των "θέλω" μου, φουσκώνει από όλα τα "μπορώ", ξεχυλίζει από όλα τα "δεν μπορώ" κι εξατμίζεται από όλα τα "αγαπώ". Για να γίνει σύννεφο, να σκεπάσει τα κουρασμένα μου καραβάνια. Για να γίνει βροχή, να εισχωρήσει ως εκεί που κανείς δεν θα μπορέσει, τις ξεχασμένες άγκυρες να φιλήσει. Για να γίνει λίμνη ειδυλλιακή, μπας και μοιάσει στην αγκαλιά της μάνας, με λίγα τριαντάφυλλα στην άκρη, μπας και μοιάσει στο ροδόνερο. Για να γίνει ρυάκι, μπας και μπορέσει να ταξιδέψει πιο γρήγορα από την αγναντεμένη "Καλημέρα" της γιαγιάς μου. Για να γίνει ποτάμι. Ποτάμι ξανά. Κι εγώ, εκεί στις όχθες του, να θεραπεύομαι από το πέρασμά του.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/13194116-112825133785204335?l=mistounou.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://mistounou.blogspot.com/feeds/112825133785204335/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=13194116&amp;postID=112825133785204335' title='9 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/112825133785204335'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/112825133785204335'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://mistounou.blogspot.com/2005/10/dancing-onwords.html' title='Dancing Onwords'/><author><name>mistounou</name><uri>http://www.blogger.com/profile/11152482943784854958</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>9</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-13194116.post-112809068550389114</id><published>2005-09-30T07:26:00.000-07:00</published><updated>2005-09-30T07:38:37.780-07:00</updated><title type='text'>Εικόνες</title><content type='html'>&lt;span style="color:#ff0000;"&gt;1).&lt;/span&gt; Μποτιλιάρισμα. Στο διπλανό αυτοκίνητο, ένα ζευγάρι. Άντρας και γυναίκα, σιωπηλοί, χαμένοι στα δικά τους αυτοερωτήματα. Και πίσω, ένα παιδί. Δεν θυμάμαι καν αν ήταν αγόρι ή κορίτσι, θυμάμαι μόνο το χαμόγελό του. Του χαμογέλασα κι εγώ. Άπλωσε τα χεράκια του στο τζάμι, σα να ‘θελε να με αγγίξει, ή να παίξει με την κομματιασμένη εικόνα μου. Αυτήν που καταφέρνει να φανερωθεί ανάμεσα από τα αλλεπάλληλα μεσοδιαστήματα των δέκα δακτύλων. Έφυγαν μπροστά και το πιτσιρίκι μου χαμογέλασε και πάλι. Θα ‘θελα να είχε πει:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;[«Καλημέρα!»] → &lt;em&gt;Ένας ήχος δικός μου.&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="color:#ff0000;"&gt;2).&lt;/span&gt; Μεσημέρι. Ηρεμία. Όλο το χωριό κοιμάται. Περιφέρομαι στην άδεια ταβέρνα, η μαγείρισσα με άφησε να προσέχω. Πήγε να δει αν ξύπνησε το μωρό. Κοιτάζω τις σωρούς από φρεσκοπλυμένα μαχαιροπήρουνα. Απλωμένα πάνω σε καθαρά πανιά βαμβακερά, έτοιμα να σκουπιστούν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Γεια σου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Γυρίζω και βλέπω στην πόρτα έναν άνδρα ψηλό. Γνωστή φυσιογνωμία στο χωριό. Μελαχροινός. Στενόμακρο πρόσωπο κι ένα πυκνό μούσι να αντιτίθεται στο άτριχο κεφάλι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Τι κάνεις; Μόνη σου είσαι;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δεν μιλάω. Τον κοιτάω μονάχα. Τον κοιτάω ακόμη κι όταν γυρίζει και κλειδώνει την πόρτα. Ακόμη τον κοιτάω, όταν έχω παγώσει από τα πανικόβλητα ερωτηματικά του μυαλού μου: Γιατί κλειδώνει; Δεν είναι δικό του το μαγαζί, τι θέλει; Γιατί κλειδώνει; Γιατί; Γιατί; Γιατί;&lt;br /&gt;Τον κοιτάω ακόμη κι όταν κάθεται σε μια καρέκλα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Έλα εδώ, κάτσε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Προχωράω σαν υπνωτισμένη και κοιτάω τα χέρια του που χτυπάνε προκλητικά τα γόνατά του, υποδεικνύοντας πού πρέπει να πάω να καθίσω.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Έλα, μην φοβάσαι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στέκομαι. Ακίνητη. Με αρπάζει και μ’ ακουμπάει στα πόδια του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Θες να σου πω ένα παραμύθι;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δεν απαντώ. Κατεβαίνω μονάχα όσο πιο γρήγορα μπορώ και φτάνω γρήγορα στην πόρτα. Ξεκλειδώνω. Προλαβαίνω να ξεστομίσω:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Πρέπει να πάω στη μάνα μου!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Θα ‘θελα να είχα πει και κάτι ακόμη:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;[«Άντε και γαμήσου!»] → &lt;em&gt;Ένας ήχος δικός μου&lt;/em&gt;.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="color:#ff0000;"&gt;3).&lt;/span&gt; Πανικός. Ο θείος κι η θεία πρέπει να πάνε στον οδοντίατρο. Κι ο νιογέννητος γιος, μέσα στα φασκιά του τα μοσχοβολιστά, δε λέει να σταματήσει το κλάμα. Ώρες τώρα. Δεν ξέρουν τι να κάνουν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Πηγαίνετε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Μα πώς να σ’ αφήσουμε μόνη με το μωρό; Δε βλέπεις που κλαίει συνέχεια;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Πηγαίνετε», είπα. «Θα τα καταφέρω».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Φύγανε. Κι έκλαιγε. Πολύ. Δεν τον λυπήθηκα, ούτε στενοχωρήθηκα, ούτε αγχώθηκα. Έμεινα ήρεμη. Και δίχως να τον αγγίξω καν, άρχισα να λικνίζω την κούνια του ελαφρά στο ρυθμό του αγαπημένου μου τραγουδιού: «Ο Κεμάλ» του Μάνου και του Νίκου. Ένα τραγούδι για την αλήθεια του κόσμου, τόσο σκληρό και τόσο τρυφερό μαζί. Το ιδανικό νανούρισμά μου.&lt;br /&gt;Σώπασε το μικρούλι. Κι ανοιγόκλεινε τα μάτια του από την ηδονική θαλπωρή που νιώθαμε κι οι δύο. Και κατάπινε ευτυχισμένα την ηρεμία που μόλις θήλασε. Και χαμογελούσα εγώ, τόσο πλήρης, τόσο δυνατή, που είμαι σίγουρη ότι μου μιλούσε. Έλεγε:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;[«Πόσο καιρό έχουν να σε νανουρίσουν κι εσένα;] →&lt;em&gt; Ένας ήχος δικός μου&lt;/em&gt;.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="color:#ff0000;"&gt;4).&lt;/span&gt; Φοράω τζην και μπλουζάκι μακό. Τα φώτα κλειστά, έτσι όπως ορίζουν τα πάρτι των γυμνασιόπαιδων. Μονάχα οι στύλοι της ΔΕΗ και το φεγγάρι να φωτίζουν την πίστα. Μια πίστα ατελείωτη σ’ ένα μικρό σαλόνι. Παρατηρώ τα ζευγάρια, χωμένη βαθιά στην πολυθρόνα της πεισματικής αποχής. Κάθομαι «μάγκικα», έχω αφήσει απ’ έξω τη γυναίκα κι έχει υπερισχύσει ένας αφελής τσαμπουκάς. Το ένα πόδι επάνω στο άλλο και παρατηρώ τις μεγαλύτερες, αυτές που στέκονται στο μεταίχμιο της εφηβείας και της ενηλικίωσης και κινούνται νωχελικά. Γοητεύουν τους παρτεναίρ με τις κινήσεις τους, κι εγώ, το «αντράκι», απ’ έξω χαμογελάω κοροϊδευτικά κι από μέσα λαχταράω να κάνω το ίδιο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Χορεύεις;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Με ξύπνησε η φωνή του από τον λήθαργο. Μια φωνή να αμφιταλαντεύεται. Μια να πατάει στα μπάσα του μελλοντικού άντρα, μια να παραπατάει στις υψηλές τονικότητες του μπόμπιρα που δεν θα φύγει ποτέ.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Όχι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Μα γιατί;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Έτσι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Έλα, σήκω να χορέψουμε…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αρνήθηκα ξανά. Κι επέμεινε. Κι αφού βρήκε χίλιους δυο τρόπους να με κάνει να γελάσω, κι αφού με έκανε και γέλασα κι αφού βυθίστηκα ξανά στην πολυθρόνα της Αποχής, ήρθε πάλι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Χορεύουμε;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Ναι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κι ήταν σα να του ‘λεγα:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;[«ΤΩΡΑ χρησιμοποίησες το σωστό πρόσωπο. Όχι «χορεύεις», αλλά «χορεύουμε»] → &lt;em&gt;Ένας ήχος δικός μου.&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="color:#ff0000;"&gt;5).&lt;/span&gt; Πρώτη ερωτική απόπειρα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Εκείνος: Σ’ αγαπώ.&lt;br /&gt;Εγώ: Κι εγώ.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;[«Το ‘πες πρώτος, αλλιώς δεν θα σου το έλεγα…] → &lt;em&gt;Ένας ήχος που δεν ξέρω αν ήταν δικός&lt;/em&gt; μου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κατοπινή ερωτική απόπειρα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Εγώ: Σ’ αγαπάω.&lt;br /&gt;Εκείνος: Κι εγώ.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;[«Δεν έχει σημασία ποιος θα το πει πρώτος…»] → &lt;em&gt;Ένας ήχος που ήταν σίγουρα δικός μου.&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μια ακόμη ερωτική απόπειρα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Εκείνος: Πού πονάς;&lt;br /&gt;Εγώ: Εσύ;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;[«Δεν χρειάζεται να πούμε τίποτα παραπάνω»] → &lt;em&gt;Ένας ήχος δικός μου&lt;/em&gt;.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και τα «Παιδικά παιχνίδια» με τη φωνή της Πρωτοψάλτη τραγουδισμένα, μόλις εξέπνευσαν. Σιωπή.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/13194116-112809068550389114?l=mistounou.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://mistounou.blogspot.com/feeds/112809068550389114/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=13194116&amp;postID=112809068550389114' title='6 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/112809068550389114'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/112809068550389114'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://mistounou.blogspot.com/2005/09/blog-post_30.html' title='Εικόνες'/><author><name>mistounou</name><uri>http://www.blogger.com/profile/11152482943784854958</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>6</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-13194116.post-112792752567540767</id><published>2005-09-28T10:08:00.000-07:00</published><updated>2005-09-28T10:12:05.683-07:00</updated><title type='text'>Κάπως έτσι</title><content type='html'>Είμαι ανάμεσα. Ούτε καλά, ούτε άσχημα. Ανάμεσα. Που σημαίνει, ξαφνικά άδεια. Οκ, ίσως έπρεπε να γίνει κι αυτό. Να ακουμπάω το πληκτρολόγιο και να μου αρκεί και μόνο που το ακουμπάω. Να θέλω και να μη θέλω να πατήσω τα πλήκτρα. Να θέλω και να μη θέλω να μιλήσω.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Είμαι ανάμεσα. Άδεια. Που σημαίνει, έτοιμη περισσότερο από ποτέ να ζήσω.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Καλησπέρες.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/13194116-112792752567540767?l=mistounou.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://mistounou.blogspot.com/feeds/112792752567540767/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=13194116&amp;postID=112792752567540767' title='9 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/112792752567540767'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/112792752567540767'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://mistounou.blogspot.com/2005/09/blog-post_28.html' title='Κάπως έτσι'/><author><name>mistounou</name><uri>http://www.blogger.com/profile/11152482943784854958</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>9</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-13194116.post-112722874544603521</id><published>2005-09-20T07:15:00.000-07:00</published><updated>2005-09-20T08:26:43.456-07:00</updated><title type='text'>Τότε ήταν...</title><content type='html'>&lt;a href="http://photos1.blogger.com/blogger/7119/1150/1600/dad.jpg"&gt;&lt;img style="DISPLAY: block; MARGIN: 0px auto 10px; CURSOR: hand; TEXT-ALIGN: center" height="229" alt="" src="http://photos1.blogger.com/blogger/7119/1150/320/dad.jpg" width="333" border="0" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;...που άρχισα να ζωγραφίζω τον κόσμο μέσα από τα μάτια σου. Μου 'λεγες:&lt;br /&gt;&lt;div align="center"&gt;&lt;span style="color:#ff0000;"&gt;"Άστραψεν η ανατολή&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div align="center"&gt;&lt;span style="color:#ff0000;"&gt;κούνα παραμάνα το παιδί..."&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;Και πίστευα ακράδαντα πως ο ήλιος θα μοιάζει με τη λάμψη των ματιών σου. Ναι, ναι...πίστεψέ με, όταν μου τραγούδαγες ηρωικά και πονεμένα λόγια, εγώ χρωμάτιζα τον κόσμο με τις νότες εκείνες, κι ας μην ήταν δικές σου. Κι ας ήταν του Μαρκόπουλου το &lt;span style="color:#ff0000;"&gt;"Μιλώ για τα παιδιά μου"&lt;/span&gt;, κι ας ήταν του Θεοδωράκη οι ανεξάντλήτες πηγές. Κι ας ήταν του Eric Clapton η νοσταλγία. Κι ας ήταν...Παρέα με το μελαγχολικό βλέμμα του Λάγιου, κι εσύ, με δίδασκες πώς να κλαίω ερωτευμένα. Πώς να στενάζω, όταν μπερδεύω την Υμα Σουμακ με τα πουλιά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Με τις μουσικές του κόσμου σου με ταχτάρισες, με τις μουσικές εκείνες κι εγώ πορεύθηκα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μεγάλωσα. Πολύ. Τα αυτιά μου χρειάστηκαν μοτέρ, μηχανές και μπόλικη τεχνολογία για να σκιρτήσουν. Μα είμαι εδώ, άντρα, πατέρα, αδερφέ, φίλε μου αγαπημένε. Εσύ, το Άρεν να με σέρνεις στα φεστιβάλ της Νιότης κι εγώ, δίχως να ξέρω τίποτα άλλο για το κόκκινο χρώμα, έτρωγα ψημένο καλαμπόκι και "μαλλί της γριάς". Κάπου εκεί, ήταν, όταν γελούσες με την αφέλειά μου, κάπου εκεί. Όταν μπέρδευα τις πλεξούδες μου με ζάχαρη κι αλάτι, έτοιμη να παραδοθώ στα μπαχάρια του κόσμου. Έτοιμη να γευθώ τη νοστιμιά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μα γιατί μιλάω έτσι τώρα; Δεν ξέρω...Μα θυμάμαι πως μεγάλωσα κι άλλο λίγο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τότε ήταν, που, ξαφνικά -εντελώς ξαφνικά- η νοστιμιά έγινε και πίκρα. Έγινε, λέει, γλυκόξινη, στυφή, εμετική, αόριστη, έντονα ξινή, με καπνό, φωτιά, στάχτες αλλεπάληλες και λιογέρματα γεμάτη. Όλα αυτά με τη σειρά, καλέ μου, όλα αυτά κι άλλα τόσα που ποτέ δεν θα σου πω. Μου 'λεγες: "Πρέπει να δοκιμάσεις πολλά", τότε που ήσουν πατέρας. Μα έκανες ένα λάθος, μεγάλο. Είμαι του "όλα ή τίποτα" κι έσπευσα να διαπιστώσω τι άραγε να σημαίνουν τα τρία πρώτα γράμματα: &lt;span style="color:#ff0000;"&gt;ΟΛΑ&lt;/span&gt;...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μου 'λεγες: "Σ' αγαπάω!", τότε που ήσουν εραστής. Και ποτέ σου δεν έμαθες ότι δεν χρειάστηκε να μου το αποδείξεις. Ποτέ...Είναι που, ζωγράφιζα τον κόσμο με την λάμψη των ματιών σου, μου ήταν αρκετό ένα τριαντάφυλλο, μια μυρωδιά αγαπημένη, ένα τραγούδι από σένα φάλτσο, ένα γέλιο περιπαικτικό -ας είναι και περιπαικτικό-να σε βλέπω να τεντώνεσαι χουζουρεύοντας δίπλα μου και εσύ. Εσύ και όλα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μεγάλωσα κι άλλο. Τότε ήταν, που έκανα αρκετή παρέα με την σιωπή. Την αγάπησα, το ξέρεις; Κι απαιτώ να είναι πάντα φυλαγμένη και ιερή. Σιώπησα, όμως, τόσο πολύ που έμεινα βουβή ακόμα κι όταν δεν έπρεπε. Ή μάλλον, ακόμα κι όταν δεν μου έπρεπε. Τότε ανακάλυψα πως θέλει τέχνη, θάρρος και ευαισθησία για να είναι κανείς μαχητής. Τότε έμαθα, πως είμαι πολύ μικρή ακόμη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κι άλλο μεγάλωσα, κι άλλο, κι άλλο. Λεπτό το λεπτό, στιγμή τη στιγμή, αιώνα τον αιώνα. Μεγάλωνε το σώμα μου και μίκραινε των ματιών μου η άπλα. Φοβήθηκα τόσο, που ζήτησα για πρώτη φορά τα δικά σου τα πινέλα. Μου είπες: "Πάψε να χρωματίζεσαι από τους άλλους", όταν ήσουν αδερφός, "τους καμβάδες της ζωής σου μονάχα εσύ ορίζεις".&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μα δεν μπορούσα. Το παραδέχομαι, δεν μπορούσα. Ήθελα, αλλά πράγματι δεν μπορούσα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Παρατηρητής, θα ήταν το όνομά μου, αν δε με φώναζαν:&lt;br /&gt;-Άρτεμηηηηηηηηηηηηηηηηη! (με ακούς;)&lt;br /&gt;-Αρτεμη...(μη σ' ακούσουν!)...&lt;br /&gt;-Αρτεμούλα...(με άκουσες;)&lt;br /&gt;-Άρτεμη! (θα με ακούσεις!)&lt;br /&gt;-Άρτεμη. (θα με ακούσεις τώρα!)&lt;br /&gt;-...Άρτεμη...(σε άκουσα...)&lt;br /&gt;-Άρτεμη; (καλά άκουσα;)&lt;br /&gt;-Άρτεμη...(σε ακούω)&lt;br /&gt;-Άρτεμη...(σα να το ακούω...)&lt;br /&gt;-Άρτεμηηηηηηηηηηηηη...-λυγμός- (γιατί δεν με ακούς;)&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Παρατηρητής. Χμμ...το βρήκα: Σιωπηλός Παρατηρητής.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αυτό με θυμάμαι να κάνω πάντα, από τότε που άρχισα να ζωγραφίζω τον κόσμο μέσα από τα μάτια σου, μπαμπά. Εσύ, που άλλαξες χιλιάδες πρόσωπα, έγινες αδερφός, φίλος, εραστής, περαστικός, εχθρός, συνάδελφος, παρτεναίρ μαζί μου στην σκηνή του κόσμου. Το άρεν στοιχείο, το εξισορροπητικό, το ζωοποιό, το ακαταλαβίστικο, το συχνά οδυνηρό, το μαγευτικό, το απαραίτητο, το απλό. Απλά, αυτό που είναι και τίποτα άλλο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κι ας φώναζα τη μαμά, τα βράδια που φοβόμουν. Κι ας αγκάλιαζα τη γιαγιά λίγο περισσότερο. Κι ας μου κρατούσε τα εγκαταλειμένα χέρια η αδερφική φίλη, όταν με πλήγωνες. Κι ας μπορώ να πω πιο πολλά με τα κορίτσια στο γραφείο. Κι ας γελώ εις βάρος σου συχνά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και τότε, μεγάλωσα ακόμη πιο πολύ. Τότε ήταν, που έμαθα ότι μπορούμε να ζωγραφίζουμε και παρέα.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/13194116-112722874544603521?l=mistounou.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://mistounou.blogspot.com/feeds/112722874544603521/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=13194116&amp;postID=112722874544603521' title='13 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/112722874544603521'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/112722874544603521'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://mistounou.blogspot.com/2005/09/blog-post_20.html' title='Τότε ήταν...'/><author><name>mistounou</name><uri>http://www.blogger.com/profile/11152482943784854958</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>13</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-13194116.post-112689806853064128</id><published>2005-09-16T12:13:00.000-07:00</published><updated>2005-09-16T12:14:28.536-07:00</updated><title type='text'>Βροχή ή όταν ο Θεός κλαίει...</title><content type='html'>-Γιαγιά, γιατί βρέχει;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Εμ, τι να κάνουμε παιδάκι μου; Να μη βρέξει; Άμα δεν βρέξει, τι θα γίνουν τα σπαρτά και τα δέντρα;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Όχι...εννοώ πώς γίνεται και βρέχει;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Θα σου πω εγώ!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο μπάρμπας, καθόταν στο διπλανό τραπεζάκι βουτώντας ψωμί σε μια κούπα κρασί. Τραχύ πρόσωπο, ταλαιπωρημένο από την συνεχή έκθεση στη μανία του καιρού. Με μάλλινο πανωφόρι, όπως αυτά που συνηθίζουν να ρίχνουν στις πλάτες τους οι βοσκοί και από μέσα να ξεδιακρίνει μάλλινη άσπρη φανέλα. Κι ένα μουστάκι ατιθάσευτο, να ανακινείται μαζί με τα λόγια.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Όταν βρέχει, ο Θεός κάνει το ψιλό του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Το ποιο;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Τι είναι αυτά που λες στο παιδί, χριστιανέ μου! -πετάχτηκε η γιαγιά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Δηλαδή, γιαγιά, όταν χιονίζει, ο Θεός τι κάνει;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αμήχανη σιωπή...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Το χοντρό του! Α, μπράβο, με έπιασες τώρα... -πετάχτηκε ο μπάρμπας περιχαρής- είδες που το κατάλαβες;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Μη χειρότερα!...-πρόλαβε να ψελλίσει η γιαγιά πριν με αρπάξει άρον άρον από το μπράτσο- Έλα πάμε...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Περπατούσαμε, και στο μυαλό μου τριγύριζε η απορία πολλαπλασιασμένη...Δεν την γλίτωνε η γιαγιά, με τίποτα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Γιαγιά, αλήθεια είναι αυτά που είπε ο μπάρμπας;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Άκου! Θα στο πω μια και καλή...Όταν οι άνθρωποι λένε τέτοια πράγματα όπως αυτά που έλεγε κι ο μπάρμπας, ο Θεός στεναχωριέται και κλαίει. Κι όταν κλαίει, βρέχει. Κατάλαβες;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Ααα...μάλιστα. Κατάλαβα τώρα!&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/13194116-112689806853064128?l=mistounou.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://mistounou.blogspot.com/feeds/112689806853064128/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=13194116&amp;postID=112689806853064128' title='8 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/112689806853064128'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/112689806853064128'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://mistounou.blogspot.com/2005/09/blog-post_16.html' title='Βροχή ή όταν ο Θεός κλαίει...'/><author><name>mistounou</name><uri>http://www.blogger.com/profile/11152482943784854958</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>8</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-13194116.post-112664055554225020</id><published>2005-09-13T11:54:00.000-07:00</published><updated>2005-09-13T12:46:23.526-07:00</updated><title type='text'>Ένα υπέροχο κενό</title><content type='html'>Μόλις έφυγε και μ' άφησε με την εσώτερη γυναίκα να συνομιλώ.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Τι λες;&lt;br /&gt;-Ωραίος...&lt;br /&gt;-Όταν λες, "ωραίος";...&lt;br /&gt;-Με μάτια ζεστά...(δειλιάζει)&lt;br /&gt;-...(σωπαίνει)&lt;br /&gt;-Να, είναι που μου αρέσουν τα ζεστά μάτια. Τόσο θερμά ήταν, που δεν θυμάμαι το χρώμα τους. Και τα χείλη του...ξέρεις....(χαμογελάει ντροπαλά)...&lt;br /&gt;-Τι;&lt;br /&gt;-Είναι φτιαγμένα για να φιλούν...Το βρίσκεις χαζό, μήπως;&lt;br /&gt;-Εσύ πώς το βρίσκεις;&lt;br /&gt;-Νομίζω ότι λέω μαλακίες τώρα.&lt;br /&gt;-...(την κοιτά με ένα βλέμμα σχεδόν παγωμένο, λες κι έγινε ξαφνικά καθρέφτης της που στάθηκε φωτογραφικά στο συναίσθημα της αλλοπρόσαλλης αμηχανίας)...&lt;br /&gt;-Μα, αφού δεν πρόκειται να τον ξαναδώ, γιατί να φτιάξω σενάρια; Αν αρχίσω να χτίζω την εικόνα του με πινελιές δικές μου, θα μείνω με περισσότερες απορίες. Στο τέλος...αχ, δεν μπορώ! Πες κάτι...&lt;br /&gt;-Τι αισθάνεσαι τώρα;&lt;br /&gt;-Υπέροχα. Υπέροχα είναι που νιώθω το δέρμα μου να ριγά ξανά. Είχα τόσο καιρό, ξέρεις...(χαμογελά και κατεβάζει το βλέμμα της συνεσταλμένα)...&lt;br /&gt;-Είχες καιρό να ερωτευτείς, ε; Το ξέρω. Κι επειδή; Ασ' το να γίνει, άφησέ το.&lt;br /&gt;-Θα το αφήσω αν τον δω την επόμενη φορά. Τότε θα πω ότι ίσως να είναι η ώρα να ερωτευτώ και πάλι.&lt;br /&gt;-Μα ποιον κοροϊδεύεις; Έχεις ερωτευτεί ήδη!&lt;br /&gt;-Βλακείες, αύριο θα τον έχω ξεχάσει. Κι αν όχι αύριο, μεθαύριο. Αλλά, με τρώει η αγωνία...Τι λες να σκέφτηκε αυτός για μένα;&lt;br /&gt;-Αυτό, εσύ το ξέρεις καλύτερα από εμένα.&lt;br /&gt;-Εγώ, λεώ ότι του έμεινα αδιάφορη.&lt;br /&gt;-Κι από πού το συμπέρανες αυτό;&lt;br /&gt;-Όταν με χαιρέτησε, με φίλησε στο μάγουλο. Κι ένας ερωτευμένος, ή που δεν θα αντέξει το άγγιγμά σου, ή που θα σε αδράξει παθιασμένος.&lt;br /&gt;-Πρώτη φορά σε είδε...u know;&lt;br /&gt;-Τότε, αν είχε νιώσει όπως εγώ, δεν θα τολμούσε να με αγγίξει. Εγώ, αχ....τι κάθομαι και λέω...Τι κάθομαι και λέω!&lt;br /&gt;-Εσύ...(σαν δασκάλα που σε βοηθάει να πεις το μάθημα, λέγοντάς σου την πρώτη λέξη της φράσης)...&lt;br /&gt;-Εγώ...&lt;br /&gt;-Ναι.&lt;br /&gt;-Όταν νιώσω έτσι για κάποιον που τον βλέπω πρώτη φορά, μαγεύομαι. Είμαι σε άλλο χωροχρόνο. Πώς να το πω...Νιώθω ότι αν αγγίξω τον άλλον, θα χαθεί. Έτσι απλά. Θα χαθεί.&lt;br /&gt;-Δεν είναι όλοι έτσι...Ήξερα κάποιον που ποθούσε έστω ένα άγγιγμα πριν φύγει. Ακόμη κι αν ήταν επιπόλαιο, ακόμη και τυχαίο. Είναι μερικοί, που φοβούνται περισσότερο από εσένα ότι θα χαθεί η συνεύρεσή σας, και τότε επειδή ακριβώς θα ήθελαν να σε έχουν ολόκληρη "κλέβουν" ό,τι μπορούν. Μπορεί αυτό το φιλί, να μην είναι και τόσο αθώο ή αδιάφορο-όπως θέλεις πες το- μπορεί να είναι ένα "αντίο" πολύ πιο τρυφερό από όσο φαντάζεσαι.&lt;br /&gt;-Όχι.&lt;br /&gt;-Όχι;&lt;br /&gt;-Όχι.&lt;br /&gt;-Μα και τι να θέλει από εμένα;&lt;br /&gt;-Μα και γιατί να μη θέλει εσένα;&lt;br /&gt;-Είμαι χοντρή.&lt;br /&gt;-Επ! Τι έχουμε πει;&lt;br /&gt;-Γιατί; Αφού έτσι είναι...&lt;br /&gt;-Μπορεί να μην τον νοιάζει και τόσο. Κι εξάλλου, δεν είσαι χοντρή. Είναι υποκειμενικό αυτό-&lt;br /&gt;-(την κόβει) και καθαρά υποκειμενικά είμαι χοντρή. Αν το πιστεύω εγώ, έτσι είναι.&lt;br /&gt;-Έστω. Είμαι ο εαυτός σου και οφείλω να σεβαστώ ακόμη και τις εμμονές σου. Έχω φωνή, αλλά όχι πιο δυνατή από τη δική σου. Αν μιλάς, εγώ ψυθιρίζω, αν κλαις, εγώ βουρκώνω, αν γελάς, εγώ χαμογελώ, αν σωπαίνεις, εγώ τραγουδάω...Έστω, λοιπόν, είσαι χοντρή. Γιατί αποκλείεις το να έχει δει κάτι άλλο σε σένα;&lt;br /&gt;-Σαν τι;&lt;br /&gt;-Θες κομπλιμέντα τώρα;&lt;br /&gt;-Έλα...μη μου το κάνεις αυτό!&lt;br /&gt;-Όχι, πες μου μόνη σου, τι άλλο θα μπορούσε να δει σε εσένα αυτός ο άνθρωπος -και ο κάθε άνθρωπος. Εσύ θα μου πεις.&lt;br /&gt;-...(σωπαίνει απογοητευμένη)&lt;br /&gt;-Ακούω.&lt;br /&gt;-Έχω ωραίο χαμόγελο. (Την κοιτά για να δει αν συμφωνεί, μα η άλλη στέκει ακλόνητη, δεν κάνει ούτε ένα νεύμα). Είμαι γλυκιά, πιστεύω, κι έχω όμορφο πρόσωπο...Σκατά!&lt;br /&gt;-Δεν πρόκειται να κουραστώ...Εγώ, το παιχνίδι σου θα παίξω, αφού το θες. Αλλά εσύ θα είσαι αυτή που θα εξοντωθεί αν συνεχίσεις έτσι.&lt;br /&gt;-Μου αρέσει! Αλλά δεν πρέπει να μου αρέσει...Θα πληγωθώ περιμένοντας τις πιθανότητες και τις συμπτώσεις.&lt;br /&gt;-Όλα μια σύμπτωση είναι, μικρή μου. Τα πάντα.&lt;br /&gt;-Και νιώθω τόσο άδεια, τώρα που έφυγε. Είχα μήνες πολλούς να μιλήσω με κάποιον και να ξεχάσω τα πάντα. Φύγαν όλα τα φαντάσματα και οι σκιές, ακόμη και συ, ήσουν άφαντη. Έδωσα ρεσιτάλ σήμερα, το ξέρεις; Ήμουν πρωταγωνίστρια, ήμουν εκεί μόνη, πλήρης, και η φωνή μου με κατέκλυσε, η παρουσία του με γέμισε κι ένιωσα αυτάρκης, μετά από τόσο καιρό ζωντανή.&lt;br /&gt;-Δεν ήταν ωραίο;&lt;br /&gt;-Ήταν, αλλά θέλω κι άλλο.&lt;br /&gt;-Για σκέψου. Είσαι τυχερή. Έζησες. Με μια ματιά και λίγες κουβέντες, έζησες ολόκληρη ζωή. Δεν υπερβάλλω, απλά συμπύκνωσες μέσα σε δυο ώρες όλο το μέλλον κι όλο το παρελθόν που θα μπορούσατε να είχατε. Είσαι θαρραλέα. Και πάψε τώρα να καταρρίπτεις αυτό σου το κατόρθωμα, προχώρα. Πες "σήμερα είχα μία υπέροχη μέρα".&lt;br /&gt;-Σήμερα έχω ένα υπέροχο κενό.&lt;br /&gt;-Ναι, καιρός ήταν...&lt;br /&gt;-...να κουβεντιάσουμε λίγο. Τα λέμε!&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/13194116-112664055554225020?l=mistounou.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://mistounou.blogspot.com/feeds/112664055554225020/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=13194116&amp;postID=112664055554225020' title='9 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/112664055554225020'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/112664055554225020'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://mistounou.blogspot.com/2005/09/blog-post_13.html' title='Ένα υπέροχο κενό'/><author><name>mistounou</name><uri>http://www.blogger.com/profile/11152482943784854958</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>9</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-13194116.post-112646145328118565</id><published>2005-09-11T10:55:00.000-07:00</published><updated>2005-09-11T12:25:23.643-07:00</updated><title type='text'>Ξένοι τόποι να γίνονται δικοί σου</title><content type='html'>&lt;a href="http://photos1.blogger.com/blogger/7119/1150/1600/100.jpg"&gt;&lt;img style="DISPLAY: block; MARGIN: 0px auto 10px; CURSOR: hand; TEXT-ALIGN: center" alt="" src="http://photos1.blogger.com/blogger/7119/1150/320/100.jpg" border="0" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;Σαν κάτι να σου λέει, ότι αυτή η νέα εικόνα που απλώνεται μπροστά σου, δεν είναι αγαπημένη για το στοιχείο της έκπληξης που κρύβει, αλλά για κάτι πιο βαθύ. Είναι σα να νομίζεις ότι την αγαπάς, επειδή την ήξερες από πάντα.&lt;br /&gt;Των ταξιδιών τα δώρα, ανύποπτα μέσα στης μνήμης την αυλή βολεύονται, δροσίζονται με την αύρα του βουνού, αναθαρρούν με τη θέα του πελάγου και νανουρίζονται με της γάτας το μουρμούρισμα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Άξιοι και θαυμαστοί όσοι ταξιδεύουν με το μυαλό τους. Κάποιοι, έχτισαν στίχους για της Καραϊβικής τα ηλιοβασιλέματα, πλάι σ’ ένα μαγκάλι, μέσα σε ένα δωμάτιο που δεν άλλαξε ποτέ. Βιβλία, έγραψαν, για εξορμήσεις στη σελήνη και εναέριες πτήσεις που επιβεβαιώθηκαν αιώνες αργότερα. Έβαλαν τα ζώα να μιλούν, να ορίζουν τον κόσμο με τις αποφάσεις τους μέρμηγκες και λιοντάρια. Άξιοι και θαυμαστοί.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όχι σαν κάποιους άλλους. Αυτούς, τους τυχερούς, που θα μπορούσαν να βγουν έξω από το πολυτελές ξενοδοχείο τους και να δουν γιατί το χαμόγελο των Μασάι, που στέκουν πιο πέρα ανάμεσα σε δυο φτωχικές παράγκες, είναι διαφορετικό. Να συνειδητοποιήσουν γιατί μία Αφρικανή νιώθει πάντα δυνατή και όμορφη. Γιατί αυτών των γυναικών τα παιδιά, οπλίστηκαν με περισσότερη φαντασία και ευρηματικότητα, παρά τις αντιξοότητες της ζωής τους. Όχι, όχι σαν αυτούς που, τελικά, μόνο τυχεροί δεν είναι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τα δώρα των ταξιδιών χαρίζονται απλόχερα μονάχα σε μάτια και καρδιές αγνές. Παρθένες, εντελώς, από οποιαδήποτε φράση που περικλείει το «εγώ ξέρω…», τόσο μακριά από οποιαδήποτε βεβαιότητα, τόσο κοντά στην δημιουργική αμφιβολία. Ή μάλλον, ζωογόνα περιέργεια, από εκείνην που έθρεψε τα κατορθώματα όλων των μεγάλων εξερευνητών. Ναι, και των ποιητών, οπωσδήποτε και των ποιητών.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ένας παππούς, είδε τη θάλασσα για πρώτη φορά όταν είχε δεν είχε κλείσει τα σαράντα του χρόνια. Ήξερε, όμως, πως εκείνος ο ξακουστός Ποσειδώνας, θα πρέπει να κράταγε στα χέρια του κάτι παρόμοιο με την τσουγκράνα του που χρόνια τώρα «χτένιζε» τη γη και ξεδιάλεγε το βιος. Ήξερε, την απελπισία του Αη Νικόλα, να διαγράφεται στα μονίμως αρμυρισμένα πετραχήλια του. Και δεν θα μπορούσε ποτέ να ξεχάσει γιατί ο αγαπημένος του Προφητηλίας έκανε τα μέρη του ευλογημένα, με ένα τάμα δοσμένο ολάκερο στην ζωή την ίδια.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Εκείνος ο παππούς, είχε δει τον κόσμο με το βλέμμα του αετού. Βίγλισε τους κάμπους, καθώς το επιβλητικό τούτο πτηνό τον είχε αδράξει, να τον πάει βορά στων παιδιών του τη φωλιά. Μετέωρη, έλεγε, τούτη η φωλιά, μεταξύ γκρεμού και ουρανού, να κρατιέται μονάχα από μια σπιθαμή βράχου στο μεταίχμιο του κενού. Κι εκεί, σαν άκουγε Μετέωρα, ήξερε τι μπορεί να σημαίνει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σαν άκουγε για πυραύλους, θυμόταν της δεντρογαλιάς το σαϊτεμα, σαν άκουγε για βόμβες, ήταν βέβαιος πως θα ‘μοιάζαν με εκείνες τις εκρήξεις των κουκουτσιών της ελιάς μέσα σε κάρβουνα πυρακτωμένα. Σαν του ‘λεγαν για τρέλα, θα μπορούσε να σου απαντήσει εκτενώς για το σάστισμα των ανθρώπων εμπρός στη Λάμια ή τη Νεράιδα. Και τίποτε, μα τίποτε δεν θα μπορούσε να του ήταν άγνωστο, έτσι, οπλισμένος με τη σοφία του να ανακαλύπτεις στον ίδιο δρόμο καινούρια βήματα. Η ίδια ανατολή, κάθε μέρα άλλη να δείχνει, το αιώνιο ηλιοβασίλεμα να αλλάζει χρώματα απ’ του μυαλού τις διαθέσεις.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έχει δει πολλά, ο γνήσιος ταξιδευτής, κι ας μην έχει δει ποτέ του θάλασσα. Έτσι, κι εκείνος ο παππούλης, δημιουργούσε τα μυστήρια του Ορφέα με μια φλογέρα αυτοσχέδια και δεν χρειαζόταν καμμία επιστήμη για να τον πείσει ότι με αυτόν τον τρόπο έβρισκε πιο γρήγορο δρόμο για της ψυχής του την πόρτα. Ολιγαρκής με ό,τι τον έτρεφε, ποτέ δεν αναρωτήθηκε για το παραπάνω. Έμεινε βραδιές και βραδιές να ερωτεύεται τα πεφταστέρια, ως άλλα πυροτεχνήματα, μονάχα που εκείνα ήταν πιο ευγενικά, πιο σεβάσμια στέκονταν στην αρμονία της νύχτας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και μετά, εκείνος ο παππούς, ταξίδεψε για την μετέωρη αυλή του πέρα. Κάπου εκεί θα κάθεται, βολεμένος κι αυτός, ως άλλο δώρο δικό μου. Δίχως ύλη, δίχως τίποτε απτό στα χέρια, μα μονάχα με την σοφία που κατέκτησε. Τόσο μικρή κι αυτή, τελικά, τόσο απαλλαγμένη από την περιρρέουσα γνώση που η γη του χάρισε στο διάβα, τόσο λίγη, μα τόσο πολύτιμη. Ένα «δεν ξέρω…» όλο κι όλο, στη χούφτα του να στρογγυλοκάθεται. Να λαμπυρίζει σαν άστρο, από εκεί, από το πέρα, έτσι για να το αφήσει μια μέρα να πέσει και να γίνει περιβόλι των ευχών μου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Για μένα, ναι, αλλά και για όποιον άλλο είναι έτοιμος να περιμένει ετούτη την κατάκτηση. Ναι, εκείνος ο παππούς, με δίδαξε πως ίσως να μην πειράζει αν δε δω ποτέ τη θάλασσα.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/13194116-112646145328118565?l=mistounou.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://mistounou.blogspot.com/feeds/112646145328118565/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=13194116&amp;postID=112646145328118565' title='5 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/112646145328118565'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/112646145328118565'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://mistounou.blogspot.com/2005/09/blog-post_11.html' title='Ξένοι τόποι να γίνονται δικοί σου'/><author><name>mistounou</name><uri>http://www.blogger.com/profile/11152482943784854958</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>5</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-13194116.post-112635812883027636</id><published>2005-09-10T05:34:00.000-07:00</published><updated>2005-09-10T06:15:28.840-07:00</updated><title type='text'>Αναρωτιέμαι πώς μπορούν να είναι μερικοί τόσο δημοφιλείς</title><content type='html'>Στο σχολείο, είχα πάντα την εντύπωση ότι με ήξερε μόνο η διπλανή μου και οι καθηγητές -αναγκαστικά κι αυτοί...Καλή μαθήτρια, δε λέω, αλλά η λέξη "χαβαλές", δεν μου έλεγε τίποτα, ήμουν άκρως συνεσταλμένη και σοβαρή, κάτι που, τουλάχιστον για τους συμμαθητές μου αποτελούσε βασικό παράγοντα για να μην ασχολούνται μαζί μου. Τώρα, το ότι άπαξ και έκανε κάποιος λίγη παρέα με εμένα ανακάλυπτε ότι γελούσα χωρίς να τσιγκουνεύομαι και εκτιμούσα δεόντως το καλό χιούμορ, διόλου δεν με βοήθησε...Διότι, ως πεισματάρα ήθελα πάντα να το δουν οι άλλοι πρώτα. Το να αποκαλύψω πτυχές του εαυτού μου, αρεστές στους άλλους, για να με προσέξουν περισσότερο, μου φαινόταν πάντα σα να ζητιανεύω.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αλλά, έβλεπα κάποια άτομα τα οποία, χωρίς να κάνουν κάτι ιδιαίτερο ήταν πάντα δημοφιλή. Όλοι  τα γνώριζαν, οι μισοί τα ήθελαν στην ομήγυρή τους, οι άλλοι μισοί ήταν ήδη στην ομήγυρή τους. Μα τι; Τι έκαναν εκείνοι; Μήπως ήταν, απλώς, ο εαυτός τους; Ή μήπως δεν ήταν ο εαυτός τους; Ποτέ δεν το κατάλαβα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το ίδιο μοτίβο, συνεχίστηκε και στη μετέπειτα πορεία μου. Και σιγά σιγά κατάλαβα, ότι μπορεί να μην ήμουν η σούπερ δημοφιλής, ήμουν όμως ένα άτομο το οποίο όσοι είχαν καταλάβει και γνωρίσει καλά, το θεωρούσαν θετικό στοιχείο και αναγκαίο "κακό" στην καθημερινότητά τους. Πάλι, όμως, δημοφιλής δεν ήμουν. Και έβλεπα πάλι, κάποιους κάποιους να απασχολούν όλους τους υπόλοιπους, να θέλουν όλοι να τους κουτσομπολέψουν, να τους σχολιάσουν με οποιοδήποτε τρόπο, ας ήταν και αρνητικός. Ποτέ δεν μπόρεσα να μάθω το μυστικό τους. Όχι, δεν ήθελα να το υιοθετήσω, απλά περίεργη ήμουν. Γιατί, οι δημοφιλείς, είναι λίγοι, ελάχιστοι...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και στη δουλειά τα ίδια. Σε όποια δουλειά έπιασα. Και στη Σχολή. Σε όποια σχολή πήγα. Και στη γειτονιά. Σε όποια γειτονιά έμεινα. Παντού, η επέλαση των δημοφιλών. Τόσο με στοίχειωσε η απορία, που οι λογής λογής επώνυμοι στα ΜΜΕ, διόλου δεν με εκπλήσσουν πλέον. Αυτοί, είναι φως φανάρι το πώς τα κατάφεραν. Εγώ μιλάω για "κοινούς θνητούς" που έχουν πετύχει να έχουν στην ατζέντα τους 1000 τηλεφωνικές επαφές και να δέχονται τουλάχιστον 100 τηλεφωνήματα την ημέρα -χώρια τα μηνύματα...Και να σκεφτείς, ότι δεν είναι ούτε στελέχη σε πολυεθνική, απλοί άνθρωποι που μπορεί να κρατάνε ένα μαγαζάκι σε ένα δρομάκι, σε ένα χωριουδάκι. Μα πώς; Πώς;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Την απάντηση την πήρα, όταν μία μέρα, ένα αρκετά δημοφιλές άτομο μου είπε: "Κοίταξε, εγώ μπορώ να πάω παντού και να κάνω παρέα με οποιονδήποτε. Αν, τέλος πάντων, δεν μπορώ να πιω ένα καφέ με κάποιον που πραγματικά θέλω, θα τηλεφωνήσω στον τάδε, κι ας έχω να τον δω ένα χρόνο. Δεν έχω κολλήματα!"&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ω, ναι; Ναι...Ε, τότε, λυπάμαι...Λυπάμαι που δεν μπορώ να προσποιηθώ ότι περνάω καλά με κάποιον που αν μη τι άλλο, για να μην τον έχω δει εδώ και ένα χρόνο, πα να πει, ότι δεν είμαστε πλασμένοι για να κάνουμε παρέα...Και δε λέω, να είναι ο άλλος π.χ. Αγγλία για σπουδές, λέω για ανθρώπους που ζουν στη δίπλα γειτονιά. Λυπάμαι, μα δεν μπορώ να χαραμίσω ούτε μία ώρα για να γεμίσω απλώς τη μοναξιά μου, πίνοντας καφέ, τσάι, κρασί ή ό,τι άλλο με κάποιον που δεν έχω πραγματικά κάτι να πω. Δεν θέλω, στο κάτω κάτω, απλώς κάτι να λέω, θέλω να επικοινωνώ. Κι όταν δεν υπάρχει κάποιος να επικοινωνήσω, έχω τον εαυτό μου. Μια χαρά τα λέμε! Του μιλάω, μου μιλάει, τον ρωτάω, μου απαντάει και ο διάλογος παίρνει την ανιούσα. Μα, να, που από την πολλή συζήτηση ξεχάσαμε τη σιωπή.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έναν άνθρωπο να πάω για καφέ! Τώρα! Κι ας έχω να τον δω ένα χρόνο. Κι ας μην τον έχω δει ποτέ, βρε αδερφέ. Άνθρωπος να 'ναι, μου αρκεί, απλώς, να πίνει καφέ...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μήπως έχω πρόβλημα; (Λέω, μήπως...)&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/13194116-112635812883027636?l=mistounou.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://mistounou.blogspot.com/feeds/112635812883027636/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=13194116&amp;postID=112635812883027636' title='13 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/112635812883027636'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/112635812883027636'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://mistounou.blogspot.com/2005/09/blog-post_10.html' title='Αναρωτιέμαι πώς μπορούν να είναι μερικοί τόσο δημοφιλείς'/><author><name>mistounou</name><uri>http://www.blogger.com/profile/11152482943784854958</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>13</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-13194116.post-112609898491995345</id><published>2005-09-07T06:14:00.000-07:00</published><updated>2005-09-07T06:16:24.926-07:00</updated><title type='text'>Η Γερανιώ</title><content type='html'>&lt;span style="font-size:130%;color:#ffff33;"&gt;Ένα λιλιπούτειο διήγημα&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;-Μα γιατί με είπατε έτσι;&lt;br /&gt;-Τι να κάνουμε ψυχούλα μου; Αφού όταν γεννήθηκες τα γεράνια μας ήταν ολάνθιστα. Το ‘θελε η μάνα σου…&lt;br /&gt;-Χάθηκε καν’ άλλο;&lt;br /&gt;-Ωραίο είναι, σώπα…&lt;br /&gt;-Δεν μου αρέσει, είπα!&lt;br /&gt;-Σώπα, λέω!…&lt;br /&gt;-Ούτε γιορτή έχει, ούτε τίποτα. Άσε που με κοροϊδεύουν όλοι…&lt;br /&gt;-…&lt;br /&gt;Έραβε η γιαγιά. Η παλιά singer βογγούσε ρυθμικά μα παράταιρα από τα τζιτζίκια. Με τα γυαλιά στην άκρη της μύτης, σήκωνε πού και πού τα μάτια κι επόπτευε την εγγόνα. Μια στο ύφασμα, μια στη μικρή. Το βλέμμα για τις μακρινές αποστάσεις βοήθεια δεν ήθελε, είχε για ρότα μονάχα την έγνοια.&lt;br /&gt;-Μην τα πειράζεις τα καρούλια, ντέι…&lt;br /&gt;-Ουφ!…Πες μου κανένα παραμύθι…&lt;br /&gt;-Δεν είναι ώρα τώρα…Δεν βλέπεις που δεν αδειάζω μήτε να κατουρήσω;&lt;br /&gt;-Έλα γιαγιά…Πες μου τα «τρία γουρουνάκια»!&lt;br /&gt;-Ωχού…&lt;br /&gt;-Α!…Γιαγιά, τη μέρα που γεννήθηκα, έβρεχε;&lt;br /&gt;Λαχταρούσε για λόγια η μικρή. Της άρεσε να βλέπει, μα πιο πολύ ν’ ακούει. Είχε ήδη φτιάξει ένα τραγούδι στο πεντάγραμμο του ρυθμού. Τα τζιζίκια λίγο ακανόνιστα, σαν ίσο ιεροψάλτη, πότε πότε πετούσαν εδώ κι εκεί κραυγές παρατεταμένες και ξάφνου σώπαιναν. Και ξανά, και πάλι. Η singer της γιαγιάς, ακούραστη όσο και η ανάγκη, της θύμιζε τις ιστορίες των καραβανιών. Φαντάστηκε αμυδρά πως κάπου εκείνη, μεγάλη πια, χορεύει σε μία σάλα με ένα φόρεμα μεταξωτό να φουρφουρίζει στενάζοντας. Όχι, δεν βλέπει το πρόσωπο του καβαλιέρου, παρά μονάχα τα χέρια του να της κρατούν σφιχτά την πλάτη.&lt;br /&gt;-Γιαγιά, θα μου ράψεις ένα φόρεμα;&lt;br /&gt;-Θα σου ράψω, θα σου ράψω…&lt;br /&gt;Έχει σταματήσει η γιαγιά κι εξετάζει τις διαγραμμένες πορείες της κλωστής επάνω στο λινό. Κάτι μουρμουρίζει…&lt;br /&gt;-Διψάω…&lt;br /&gt;-Τώρα, περίμενε.&lt;br /&gt;-Διψάω πολύ!&lt;br /&gt;-…&lt;br /&gt;-Αχ, γιαγιά, διψάω πολύ, πολύ, πολύ, πολύ, πολύ!&lt;br /&gt;-Τώρα, ντέι! Βρε σκότω για κορίτσι…&lt;br /&gt;Βαριόταν η μικρούλα, μα δεν είχε και κανέναν άλλο να παίξει, κάτι έστω να κάνει. Αν ήταν πιο μεγάλη θα έκανε δουλειές, έλεγε η γιαγιά. «Θα μου ‘πλενες και κανα πιατάκι..» -«Μπορώ και τώρα γιαγιά! Να, θα βάλω ένα σκαμνί και θα φτάνω μετά τη βρύση!»… «Τι να κάνεις τώρα, μαναράκι μου, τι να κάνεις…Άμα μεγαλώσεις, θα ‘ρθει καιρός. Να, θα μου μαγειρεύεις κιόλα, ό,τι μπορείς…».&lt;br /&gt;-Γιαγιά…&lt;br /&gt;-Νέι.&lt;br /&gt;-Πώς ήταν η μάνα μου;&lt;br /&gt;Παύση. Έσφιξε τα χείλια κι άφησε έναν αμυδρό αναστεναγμό ν’ αποδράσει από τις χαραμάδες της καρδιάς της, η γριούλα. Πολυκαίρισε και αυτή. Πότε άθελα, πότε έτσι γιατί έπρεπε, η καρδιά της γυναίκας εκείνης ράγισε. Και ποτέ της δεν θεώρησε τούτο το πράγμα ως ανεπανόρθωτο κακό. Μονάχα, να, που πόναγε πολύ, αλλά έπειτα μπορούσε να δει κάτι πιο πολύ για τον κόσμο από εκείνες τις αδιόρατες χαραμάδες. Κρυφοκοίταζε μέσα από εκείνο το νοητό γυαλί του μέσα της κι έβλεπε. Έπαιζε κιόλας, σαν μικρό παιδί, με τα πρίσματα που άφηνε το κάθε κρούσμα. «Για κοίτα, πόσο αλλιώτικα φαίνονται τώρα τα μάτια του απέναντι. Τώρα μόλις είδα μια γυναίκα μέσα τους, τώρα μόλις!». Και για έναν ακόμη λόγο αγάπησε εκείνη την ραγισμένη καρδιά της: Ήταν πιο παραδομένη στο φως. Ήταν που, τώρα το φως έβρισκε τρόπο να διαπεράσει το έξω και να κατακλύσει το μέσα.&lt;br /&gt;-Όμορφη ήταν η μάνα σου. Σαν κι εσένα.&lt;br /&gt;Και πριν ο λυγμός προδοθεί, βάζει φωνή.&lt;br /&gt;-Άντε, σύρε να φέρεις τα παραμύθια να μου διαβάσεις κανένα, αρχίζει το σχολείο από μεθαύριο! Μην πει ο δάσκαλος ότι ξέχασες να διαβάζεις κιόλα…&lt;br /&gt;-Πάλι εγώ θα σου πω παραμύθια; Όλο εγώ σου τα λέω! Πες κι εσύ κανένα…&lt;br /&gt;-Όταν αδειάσω θα σου πω. Τώρα, θα μου πεις εσύ. Να, εκείνο με την ξεροκέφαλη γυναίκα που δεν την έκανε ζάφτι ο άντρας της, θέλω να μου πεις.&lt;br /&gt;-Καλά, πάω.&lt;br /&gt;Και πήγε. Και μεγάλωσε. Και διαπίστωσε πόσο πιο όμορφο ήταν το σχολείο της ζωής της. Ένα σχολείο που δεν «αδειάζει» ποτέ. Κι αγάπησε όλα τα θρανία στα οποία εναπόθεσε την δική της λαχτάρα για γνώση. Εκείνη, ένα από τα χιλιάδες παιδιά που πάλεψε με την μεγάλη απώλεια της μάνας. Πάλεψε πλάι σ’ όλα τα άλλα, αυτά που τους έλειπαν και τους λείπουν πολύτιμα πράγματα: Ισότητα, Δικαιοσύνη, Υγεία, Αγάπη. Με όλα εκείνα που «δεν μπορούσαν», αλλά τελικά μπόρεσαν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="color:#ff99ff;"&gt;Καλή σχολική χρονιά!&lt;/span&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/13194116-112609898491995345?l=mistounou.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://mistounou.blogspot.com/feeds/112609898491995345/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=13194116&amp;postID=112609898491995345' title='3 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/112609898491995345'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/112609898491995345'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://mistounou.blogspot.com/2005/09/blog-post.html' title='Η Γερανιώ'/><author><name>mistounou</name><uri>http://www.blogger.com/profile/11152482943784854958</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>3</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-13194116.post-112378040347586478</id><published>2005-08-11T10:05:00.000-07:00</published><updated>2005-08-11T10:13:23.480-07:00</updated><title type='text'>Σας αφήνω κι εγώ για μερικές μέρες...</title><content type='html'>Φεύγω κι εγώ! Ήρθε η ώρα να πάω για διακοπές, επιτέλους! Έχω αγχωθεί και λίγο...Θα χρειαστώ άλλα ρούχα, εκτός από αυτά που έχω πάρει; Θα μου φτάσουν τα λεφτά; Θα μπορέσω να δω όσα θέλω; Θα είναι στην ώρα του το καράβι; Θα έχει ξαστεριά να δω τα πεφταστέρια στις 13 Αυγούστου τα ξημερώματα; Αχ....όσο περνάει η ώρα αγχώνομαι. Και χωρίς λόγο, το ξέρω...Αλλά, να, είναι που δεν έχω πάει ποτέ διακοπές.&lt;br /&gt;Το ξέρω, κατά βάθος, θα περάσω καλά. Και θα γυρίσω πίσω με πολλές εικόνες.&lt;br /&gt;Εύχομαι μόνο να μείνουν ανεξίτηλες, να είναι σαν αυτές που θα σταθούν ικανές να τις πάρω μαζί μου σε κάθε άλλο ταξίδι. Μικρό ή μεγάλο...&lt;br /&gt;Εις το επανιδείν, φίλοι μου!&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/13194116-112378040347586478?l=mistounou.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://mistounou.blogspot.com/feeds/112378040347586478/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=13194116&amp;postID=112378040347586478' title='6 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/112378040347586478'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/112378040347586478'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://mistounou.blogspot.com/2005/08/blog-post_11.html' title='Σας αφήνω κι εγώ για μερικές μέρες...'/><author><name>mistounou</name><uri>http://www.blogger.com/profile/11152482943784854958</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>6</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-13194116.post-112335044027262330</id><published>2005-08-06T10:24:00.000-07:00</published><updated>2005-08-06T11:26:02.370-07:00</updated><title type='text'>Με το δίκιο του Δράκου</title><content type='html'>Στέκεσαι πλάι στον «κακό» το λύκο. Αυτόν που πάντα πρέπει ο καλός να τον σκοτώσει για να κατακρημνιστεί το άδικο από αυτόν τον κόσμο. Του μιλάς, του γελάς και του λες υπερήφανα πως εσύ διαλέγεις να είσαι μαζί του. Με το δικό του μέρος.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μαζί με τον όφφι…Που αν δεν ήταν οι πρωτόπλαστοι και οι αστείες ιστορίες τους, δεν θα ‘ταν για τα παιδιά παρά ένα από τα ομορφότερα ζωντανά σε τούτον τον πλανήτη. Σαν και σένα, ίσως κάποια στιγμή, βλέποντας μια δεντρογαλιά να πετά από πάνω τους, να ένιωθαν μονάχα δέος για την ομορφιά της.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Συνωμοτείς με όλα τα στοιχειά, αφού θέλησες να πιστέψεις περισσότερο εκείνες τις διηγήσεις που τα θέλουν να προστατεύουν του σπιτιού σου τα όρια. Όχι, αρνείσαι να ασπαστείς όλες εκείνες τις μιλιές που εξοστρακίζουν τα στοιχειά σε φλεγόμενα καζάνια.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και ποτέ σου, μα ποτέ δεν σκιάχτηκες από το απόλυτο μαύρο μιας γαλής…Τις αγαπάς τις ψιψίνες, τις λατρεύεις όπως είναι. Με τις ρίγες τους, με τις πιτσιλωτές τους μουσούδες, με ό,τι αυτές προικίστηκαν…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Με το δίκιο του Δράκου και του μονόφθαλμου γίγαντα, αυτούς τους πάντα περιθωριοποιημένους στα μάτια των παραμυθάδων, τους φαντάζεσαι να χουχουλιάζουν ένα κρύο βράδυ τρώγοντας τη σουπίτσα τους με λαχανικά. Και να μονολογούν, οι καημένοι, ποιος τάχα έβγαλε τη φήμη ότι τους αρέσει να τρώνε μέχρι και ανθρώπους.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κάπου εκεί, διαλέγεις να χορέψεις μαζί με δυο λάμιες που, τελικά, δεν είναι τίποτε άλλο από γυναίκες που κανείς δεν τις κατάλαβε. Ζουν αλλού, με άλλους όρους, σε έναν κόσμο που τόλμησαν μόνες τους να πλάσουν. Δίπλα στα δέντρα, με μαλλιά ξέπλεκα, να αρθρώνουν τραγούδια για τη σελήνη και τη γυναικεία οδύνη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και δεν ξεχνάς, κάθε πρωί, να χαρίσεις ένα χαμόγελο στο κάδρο που κρέμεται πάνω από τον καθρέφτη σου. Είναι μέσα του ζωγραφισμένη μία αλεπουδίτσα. «Οπλισμένη» με το υπέροχο πορτοκαλί του κόσμου και με μία φαιά ουσία που μόνο πανούργα δεν σου μοιάζει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Γέρος και η Γριά, εσένα σου φαίνονται ως σεβάσμιες μορφές του παρελθόντος κι αν είπαν μια κουβέντα παραπάνω…δεν πειράζει. Με το δίκιο του Δράκου, κάθε πλάσμα δικαιούται την όμορφη πλευρά του.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/13194116-112335044027262330?l=mistounou.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://mistounou.blogspot.com/feeds/112335044027262330/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=13194116&amp;postID=112335044027262330' title='3 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/112335044027262330'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/112335044027262330'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://mistounou.blogspot.com/2005/08/blog-post.html' title='Με το δίκιο του Δράκου'/><author><name>mistounou</name><uri>http://www.blogger.com/profile/11152482943784854958</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>3</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-13194116.post-112214681363389655</id><published>2005-07-23T12:22:00.000-07:00</published><updated>2005-07-23T13:33:57.570-07:00</updated><title type='text'>Tίποτα άλλο, μόνο μια αγκαλιά</title><content type='html'>&lt;div align="left"&gt;&lt;a href="http://photos1.blogger.com/blogger/7119/1150/1600/02-93B1.jpg"&gt;&lt;img style="DISPLAY: block; MARGIN: 0px auto 10px; CURSOR: hand; TEXT-ALIGN: center" alt="" src="http://photos1.blogger.com/blogger/7119/1150/320/02-93B1.jpg" border="0" /&gt;&lt;/a&gt; Έλα εδώ....έλα εδώ σου είπα! Γιατί δεν μιλάς; Πές μου. Κάποια στιγμή, το ξέρω, θα μου παραθέσεις δείπνο και θα πιούμε στην υγεία των εξηγήσεων. Μα εγώ θέλω να μου πεις τώρα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κοίταξέ με. Όχι έτσι, στάσου απέναντι να σε βλέπω. Λοιπόν, ωραία, αφού δεν θέλεις να μιλήσεις, θα ηχήσω εγώ για όλους. Παρόλα αυτά το βλέμμα σου πρέπει κάπως να το τακτοποιήσουμε, δεν είναι σωστό. Με μπλοκάρει απίστευτα. Αν δεν αδειάσεις τα μάτια σου από το Εγώ σου, θα φύγω τώρα! Θα φύγω, αλλά μη νομίζεις, θα βρω τον τρόπο να σου μιλήσω αλλιώς...Θα τον βρώ τον τρόπο....Νομίζεις ότι σε απειλώ; Καθόλου, πίστεψέ με, καθόλου. Δεν είναι απειλή, είναι μία απλή διατύπωση. Είναι η γνώμη μου και τίποτε άλλο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-size:130%;color:#ff0000;"&gt;Άκου&lt;/span&gt;. Πρόσεξε! Το ακούς κι εσύ; Έτσι κάνει η ανάσα που δεν έχει πιει νερό εδώ και ώρες. Είναι κοφτή πολύ, ε; Και τραχιά....μμμμ, ναι, είναι επειδή γδέρνει τα σπλάχνα ως άνεμος πάνω σε σκασμένο δέρμα. Νερό θέλει, το καταλαβαίνεις; Τίποτε άλλο, μόνο λίγο νερό. Θα μπορούσε να το έχει εάν εσύ και λίγοι ακόμη δεν σπέρνατε με νάρκες τον δρόμο προς την πηγή. Ου, αμέ, όσο ήθελε θα είχε. Αλλά ζει εκεί στον τόπο που χορεύουν τα συμφέροντά σου. Τίποτε άλλο, μόνο &lt;span style="font-size:130%;color:#33ccff;"&gt;νερό&lt;/span&gt;.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το &lt;span style="font-size:130%;color:#ff0000;"&gt;βλέπεις&lt;/span&gt; αυτό εκεί που κοκκινίζει; Είναι ντροπή σε μάγουλο, είναι πληγή σε σώμα, είναι καρδιά που μόλις σταμάτησε. Εσύ, βέβαια, με μία κίνηση μπορείς να την δεις ολόκληρη μπροστά σου, δεν είναι τίποτα, τόσοι που σε υπηρετούν μια καρδιά στη χούφτα θα στην φέρουν όποτε το ζητήσεις. Ξέρεις πώς είναι, ε; Εγώ όχι...Βλέπεις δεν ήμουν και τόσο καλή στο μάθημα της Ανατομίας. Προτιμούσα να την αφουγκράζομαι ξαπλωμένη στο πλάι ενός εραστή, μου ήταν ευκολότερο να την αντικρίζω στα λόγια και τα έργα των ανθρώπων. Μα εσύ, ναι, είσαι τόσο λεπτολόγος....Ζυγίζεις την αλαζονεία σου με το βάρος του πόνου. Κι όμως, εκείνη η μάνα που θρηνεί, τίποτε άλλο δεν θέλει, από το να πεθάνει μετά από το παιδί της. Μετά, κατάλαβες; Ίσα και δίκαια όπως ορίζει η πλάση. Τίποτε άλλο, μόνο λίγο &lt;span style="font-size:130%;"&gt;&lt;span style="color:#33ccff;"&gt;δίκιο&lt;/span&gt;.&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-size:130%;color:#ff0000;"&gt;Πιάσε&lt;/span&gt; εδώ. Έλα, που μου φοβάσαι κιόλας! Πιάσε, λέω, γιατί έχω αρχίσει και εξαγριώνομαι πολύ. Έτσι μπράβο....Τι νομίζεις ότι είναι; Δεν μπορείς να καταλάβεις, ε; Δεν πειράζει, θα σε βοηθήσω. Είναι η κοιλιά ενός μωρού. Μα, φυσικά, δεν με πιστεύεις; Έτσι είναι...στον κόσμο που κυβερνάς κάποια παιδιά σκελετωμένα από την πείνα, πρήζονται στην κοιλιά και τους αστραγάλους. Δεν έχουν φάει λάδι ποτέ, ίσως μόνο λίγο ψωμί, μα κι αυτό ύστερα από πολλές θυσίες, εξαθλίωση και ταπεινές διεκδικήσεις. Για λίγο ψωμί, μπορεί αυτό το παιδί μονάχα να κάνει όνειρα, μόνο για λίγο ψωμί. Κι εσύ στην ηλικία του γύρευες -τι άλλο;- μολυβένια στρατιωτάκια. Από νωρίς στα βάσανα, καημένε μου, μα μην ενοχλείσαι μια χαρά τα κατάφερες. Τούτο το παιδί, δεν ονειρεύεται τίποτα άλλο. Μόνο λίγο &lt;span style="font-size:130%;color:#33ccff;"&gt;ψωμί&lt;/span&gt;.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τις &lt;span style="font-size:130%;color:#ff0000;"&gt;μυρίζεις&lt;/span&gt; τις γαρδένιες; Θα πρέπει να είσαι πολύ ευτυχής...Έτσι που σε βλέπω, δεν ξέρω αν πρέπει να σε φτύσω ή να βάλω τα γέλια με την ανοησία σου. Με την κακία που αναδύεις. Δε σου πάει το χαμόγελο, ρε φίλε, μην το παλεύεις. Τέλος. Στέκεσαι δίπλα σε δρόμους με πτώματα και μου μιλάς για λουλούδια....Θα σου πω εγώ κάτι για τα λουλούδια: Έχουν ψυχή, έχουν μιλιά και αυτό εδώ το κλωναράκι που μόλις έκοψες, κραυγάζει γοερά για την δυσωδία σου. Θα σου πω εγώ για τα λουλούδια: Εκείνη η γυναίκα που άθαφτη κείτεται παραδίπλα, ήταν πανέμορφη. Είχε μάτια με το χρώμα του σμαραγδιού και μαλλιά μαύρα σαν τον έβενο. Η αγαπημένη της δασκάλας της ήτανε και μόλις τώρα έτρεχε να πει στη μάνα της πόσο την αγαπάει. Αυτή, ήταν ένα λουλούδι. Μα την πρόλαβαν οι βουλές σου, την πρόφτασαν οι εκτελεστές σου. Για λίγη &lt;span style="font-size:130%;color:#33ccff;"&gt;αγάπη &lt;/span&gt;πήγαινε, τίποτε άλλο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πόσο σε μισώ...Κι ας προσπαθώ κάθε μέρα να κάνω την ζωή, με τούτο και με κείνο, ομορφότερη. Πασχίζω, παλεύω, λυσσάω κάθε ημέρα να σε αποτινάξω από την μνήμη της εποχής μου. Μα εσύ, εκεί....&lt;span style="font-size:130%;color:#ff0000;"&gt;Γεύεσαι&lt;/span&gt; τους καρπούς της αδικίας που επέβαλλες. Νόστιμοι, ε; Καλή όρεξη! Μην το κοιτάς αυτόν τον νεαρό που τώρα πια δεν έχει πόδια, άστον...μη σου χαλάσει και την όρεξη, ντε! Ένα μόνο θα σου πω ακόμη: "Νοστιμούλα", έλεγε και την κοπέλα που αγαπούσε. Την λαχταρούσε αδιάκοπα, την κοίταζε και γέμιζε ο κόσμος όλος. Μα τι να σου λέω, εσένα...Τι να ξέρεις εσύ από πληρότητα κι αγάπη, καημένε μου...Δύστυχος είσαι τελικά. Και κείνο το παλικάρι, ξέρει καλύτερα από σένα πια, τι σημαίνει να τρέχεις ελεύθερος κυνηγώντας τη "Νοστιμούλα" σου. Τίποτε άλλο, τίποτα. Μονάχα λίγη &lt;span style="font-size:130%;color:#33ccff;"&gt;ελευθερία&lt;/span&gt;.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και τώρα, φεύγω. Εσύ, το ξέρω, θα μείνεις εδώ να γελάσεις με την αποκοτιά μου. Κάνε ό,τι θες, μη σε απασχολεί καθόλου. Εγώ πάω να γυρίσω τον κόσμο πάλι. Γύρω γύρω θα τον φέρω, ώσπου να βρω το μεγάλο όνειρό μου. Όχι νερό, όχι ψωμί, όχι δίκιο, όχι αγάπη, όχι ελευθερία. Παρά μονάχα ένα, ένα μοναχά και τίποτε άλλο. Μια αγκαλιά. Τίποτε άλλο, σου λέω, μια &lt;span style="font-size:130%;color:#ff9900;"&gt;αγκαλιά&lt;/span&gt;.... &lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/13194116-112214681363389655?l=mistounou.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://mistounou.blogspot.com/feeds/112214681363389655/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=13194116&amp;postID=112214681363389655' title='7 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/112214681363389655'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/112214681363389655'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://mistounou.blogspot.com/2005/07/t.html' title='Tίποτα άλλο, μόνο μια αγκαλιά'/><author><name>mistounou</name><uri>http://www.blogger.com/profile/11152482943784854958</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>7</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-13194116.post-112117696868975164</id><published>2005-07-12T06:23:00.000-07:00</published><updated>2005-07-12T11:25:50.090-07:00</updated><title type='text'>Ει! Άνθρωπε...</title><content type='html'>&lt;a href="http://photos1.blogger.com/blogger/7119/1150/1600/NSAPMP15_large.jpg"&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://photos1.blogger.com/blogger/7119/1150/1600/NSAPMP15_large.jpg"&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="color:#66ffff;"&gt;Το γνωρίζεις καλά, Άνδρα, η εσώτερη μιλιά σου βρίσκεται μέσα στις συλλαβές των ποιητών. Όποιες κι αν είναι, όσες κι αν είναι. Τι κι αν την ώρα που ο κόσμος φλεγόταν ο Οδυσσέας Ελύτης μιλούσε για του έρωτα τις περιπέτειες, τι κι αν ο Διονύσιος Σολωμός αγνάντευε "εκ του ασφαλούς" τον πόνο που σκέπαζε το Μεσολόγγι; Οι ποιητές, όταν ψιθυρίζουν απευθύνονται και σε σένα, Άνθρωπε.&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="color:#33ff33;"&gt;Το μαντεύεις, κι ας μην το παραδέχεσαι, εσύ Γυναίκα, όλα σου τα σημάδια βρίσκονται παντού. Κανείς ακόμη δεν έχει προσδιορίσει εάν η θάλασσα ήταν αυτή που ζήλεψε τις εναλλαγές σου ή εσύ την αντέγραψες. Ποιός θα μπορούσε, άραγε ποτέ να καταλάβει γιατί τόσο με τη Σελήνη μοιάζεις; Ή πώς όλου του κόσμου τα πλάσματα συναισθάνονται την ανάγκη σου ένα παιδί να θρέψεις, να αγκαλιάσεις, να χαϊδέψεις, να χαζέψεις την ώρα που κοιμάται κι ας δικό σου δεν είναι; Και ποιος μπορεί να ξεχωρίσει την δική σου φιλαρέσκεια από αυτήν της αντιλόπης όταν κοιτά τον εαυτό της στα νερά του ποταμού;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="color:#ffff33;"&gt;Το 'μαθες, μικρό αγόρι; Όλα τα παιδιά του κόσμου έχουν την ίδια ματιά...Ποιό ζωντανό αυτού του υπέροχου κόσμου δεν νιώθει τα μάτια του πιο ζεστά όταν η μάνα πλησιάζει; Και ποιό κουτάβι δεν λαχταρά το απλόχερο παιχνίδι; Και τι να είναι εκείνο το ιερό που κρύβεται μέσα στην πρωτογενή σου περιέργεια; Τι; Έρπεσαι, αγγίζεις, πετάς, ακούς, βλέπεις, γεύεσαι, γαργαλιέσαι, πονάς, εκπλήσσεσαι, μουρμουράς, τραγουδάς, ονειρεύεσαι, κλαις, ψάχνεις, ψάχνεις, ψάχνεις...Και υπομένεις. Ναι, υπομένεις, μωρό μου, των δυνατότερων τις βουλές ώσπου κι εσύ να μεγαλώσεις.&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="color:#ff9900;"&gt;Κοριτσάκι, πού πας; Μη φοβάσαι, δεν είναι εδώ καμμιά "Φόνισσα" κι ας μένει η μοίρα σου πάνω κάτω η ίδια...Ναι, πολλά θα εξαρτηθούν από τον αγώνα σου να αποδεικνύεις...Είμαι όμορφη, μα όχι ανόητη. Είμαι πνευματώδης μα μπορώ να είμαι και ερωτική. Είμαι το ίδιο δυνατή με όποιον άλλο, γεννάω και μπορώ να το αντέξω. Είμαι μεγαλειώδης σαν οποιονδήποτε, έχω αποθέματα για να κατανοήσω τον όλεθρο χίλιων μαχών μαζί και να επιζήσω. Είμαι καλή μάνα κι ας κουράζομαι να ακούω τις απαιτήσεις των παιδιών μου. Είμαι καλή σύζυγος, κι ας υποδέχομαι τον άντρα μου με μια λερωμένη ποδιά στα χέρια. Είμαι κοκέτα, κι ας μην βάφομαι κάθε ημέρα. Είμαι έμπιστη κι ας λατρεύω να μαθαίνω τα ξένα μυστικά. Είμαι ένα κορίτσι, απλώς, ένα κορίτσι...&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="color:#ff0000;"&gt;"Γιαγιά, διψάω!" Κι εσύ εκεί, πάντα εκεί η αιώνια προσωποποίηση της φροντίδας. Κι ας σε ξέχασαν παιδιά κι εγγόνια, μόλις μπόρεσαν την πόρτα σου να δρασκελίσουν. Κι ας δικαιούσαι αναμφισβήτητα να σε κοιτούν στην νιότη των ματιών σου. Κι ας εσύ προσπαθείς αδιάλλειπτα να λησμονήσεις την φθορά που το σώμα σου επισκέφθηκε, είσαι εδώ, εκεί, πέρα, κοντά, επάνω, κάτω, ολόγυρα και παντού. Παντού...μαζί με όλους όσους ετοιμάζονται ν' ανεμίσουν το μαντήλι στης ζωής το περιβόλι.&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="color:#cc66cc;"&gt;Παππού, μη νομίζεις ότι είσαι μόνο δικός μου. Κάπου αλλού, σε φωνάζουν Σαμάνο, κάπου πιο πέρα Σοφό ή Γιόγκι, ή Προφήτη, ή απλώς Πατέρα. Σε προσφέρω στης παγκόσμιας γνώσης το αλώνι, δίχως να το θέλω, δίχως, όμως, και να το μετανιώνω. Σε χαρίζω, παππούλη μου εσύ, εσύ με το μελένιο σου χαμόγελο, στα ίχνη της Ανθρώπινης Ιστορίας.&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="color:#3366ff;"&gt;Έι, Άνθρωπε! Μόνος ποτέ σου δεν είσαι...Θες δε θες, ανήκεις στο ψηφιδωτό της πλάσης όλης. &lt;/span&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/13194116-112117696868975164?l=mistounou.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://mistounou.blogspot.com/feeds/112117696868975164/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=13194116&amp;postID=112117696868975164' title='7 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/112117696868975164'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/112117696868975164'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://mistounou.blogspot.com/2005/07/blog-post_12.html' title='Ει! Άνθρωπε...'/><author><name>mistounou</name><uri>http://www.blogger.com/profile/11152482943784854958</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>7</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-13194116.post-112085391695600273</id><published>2005-07-08T12:55:00.000-07:00</published><updated>2005-07-08T13:34:23.563-07:00</updated><title type='text'>Δεν ξέρω γιατί...</title><content type='html'>&lt;a href="http://photos1.blogger.com/blogger/7119/1150/1600/o_mazi.jpg"&gt;&lt;img style="DISPLAY: block; MARGIN: 0px auto 10px; CURSOR: hand; TEXT-ALIGN: center" alt="" src="http://photos1.blogger.com/blogger/7119/1150/320/o_mazi.jpg" border="0" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="color:#ff99ff;"&gt;Είμαι 27 κι αντί να περπατώ στην παραλία με κάποιον χέρι χέρι, κάθομαι και κοιτάω μια οθόνη. Δεν ξέρω γιατί...&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="color:#ff99ff;"&gt;Είναι καλοκαίρι, οι περισσότεροι κανονίζουν τις διακοπές τους, εμένα το μόνο που μου αρκεί είναι να περάσει η σημερινή μέρα. Δεν ξέρω γιατί...&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="color:#ff99ff;"&gt;Είμαι πολίτης σε μία αδίστακτη πραγματικότητα που σε θέλει πάντα σε εγρήγορση, κι όμως επιμένω να ονειροπολώ, επιμένω να αναβάλλω, επιμένω να ζω πότε σα να έχω μία αιωνιότητα μπροστά μου, πότε σα να χω μόνο λίγες στιγμές ακόμη να ζήσω. Δεν ξέρω γιατί...&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="color:#ff99ff;"&gt;Έχω κάνει φίλους και φίλους "απρόσωπους" και αρνούμαι να δω τους υπαρκτούς, αυτούς που με περιμένουν στο μπαλκόνι τους με ένα μπουκάλι κρασί. Δεν ξέρω γιατί....&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="color:#ff99ff;"&gt;Έχω πετύχει πολλά, με κόπους και θυσίες, μα είμαι ικανή να διαλύσω τα πάντα από στιγμή σε στιγμή. Δεν ξέρω γιατί...&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="color:#ff99ff;"&gt;Είμαι γυναίκα και κοιτάζομαι σπάνια στον καθρέφτη. Δεν ξέρω γιατί...&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="color:#ff99ff;"&gt;Έχω σώμα πλήρες και διστάζω να χορέψω, δεν ξέρω γιατί...&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="color:#ff99ff;"&gt;Ονειρεύομαι κάθε βράδυ κι από έναν άλλο τόπο, κι όμως, δεν έχω πάει σχεδόν πουθενά. Δεν ξέρω γιατί...&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="color:#ff99ff;"&gt;Μπορώ να καταφέρω τα πάντα εάν το θέλω, αλλά συχνά περιμένω κάποιον να με τραβήξει από την οκνηρία μου. Δεν ξέρω γιατί...&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="color:#ff99ff;"&gt;Και τώρα μόλις, που συνειδητοποιήσα ότι υπάρχουν πολλά για τα οποία θα έπρεπε να είμαι υπερήφανη, διαλέγω να δείξω την απαιδιόδοξη πλευρά μου. Δεν ξέρω γιατί...&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="color:#ff99ff;"&gt;Μόλις είδα έναν πολύ ενδιαφέροντα άνθρωπο να κάθεται μόνος μπροστά στη δική του οθόνη και κανείς μας δεν έχει τα κότσια να ρίξει μια ματιά δίπλα του, να χαμογελάσει. Δεν ξέρω γιατί...&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="color:#ff99ff;"&gt;Ξέρω ότι όλα βρίσκονται μέσα στο μυαλό μου, φτάνει να παω στο ανάλογο κουτάκι κι ως άλλη Πανδώρα να απελευθερώσω τα πάντα, μα δεν το κάνω. Διαλέγω πεισματικά να μείνω για λίγο ακόμη με την μάσκα, αυτήν που φοράω όταν θέλω να πρωταγωνιστήσω σε τραγωδία. Δεν ξέρω γιατί....&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="color:#ff99ff;"&gt;Έχω ασπαστεί το "Λίγη χαρά σ' αυτά τα σκοτεινά γραφτά" του Κ. Βάρναλη και τώρα το μόνο που κάνω είναι να αντιφάσκω. Δεν ξέρω γιατί...&lt;/span&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/13194116-112085391695600273?l=mistounou.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://mistounou.blogspot.com/feeds/112085391695600273/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=13194116&amp;postID=112085391695600273' title='22 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/112085391695600273'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/112085391695600273'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://mistounou.blogspot.com/2005/07/blog-post.html' title='Δεν ξέρω γιατί...'/><author><name>mistounou</name><uri>http://www.blogger.com/profile/11152482943784854958</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>22</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-13194116.post-111988314567902144</id><published>2005-06-27T07:34:00.000-07:00</published><updated>2005-06-27T07:39:05.686-07:00</updated><title type='text'>Θέλω να ρωτήσω</title><content type='html'>&lt;span style="color:#33cc00;"&gt;Όποιος μπορεί ας μου απαντήσει στο εξής ερώτημα: Πώς βάζω δίπλα τα links που με ενδιαφέρουν; Βλέπω που αρκετοί έχουν δεξιά από τις δημοσιεύσεις τους διάφορους bloggers και sites που "φιλοξενούν" και παράλληλα προτείνουν στους διάφορους επισκέπτες. Πώς μπορώ να το κάνω κι εγώ.&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="color:#33cc00;"&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="color:#33cc00;"&gt;Σας ευχαριστώ προκαταβολικά...&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;div align="center"&gt;&lt;span style="font-size:180%;color:#ffff66;"&gt;: )&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/13194116-111988314567902144?l=mistounou.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://mistounou.blogspot.com/feeds/111988314567902144/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=13194116&amp;postID=111988314567902144' title='13 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/111988314567902144'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/111988314567902144'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://mistounou.blogspot.com/2005/06/blog-post_111988314567902144.html' title='Θέλω να ρωτήσω'/><author><name>mistounou</name><uri>http://www.blogger.com/profile/11152482943784854958</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>13</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-13194116.post-111988252205125727</id><published>2005-06-27T07:14:00.000-07:00</published><updated>2005-06-27T07:28:42.056-07:00</updated><title type='text'>Μνήμη, μνήμη, μίμηση...</title><content type='html'>&lt;div align="center"&gt;&lt;a href="http://photos1.blogger.com/blogger/7119/1150/1600/03-71E.jpg"&gt;&lt;img style="DISPLAY: block; MARGIN: 0px auto 10px; CURSOR: hand; TEXT-ALIGN: center" alt="" src="http://photos1.blogger.com/blogger/7119/1150/320/03-71E.jpg" border="0" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="color:#3366ff;"&gt;Έχει κάποια σχέση η μνήμη με τη μίμηση. Ίσως να έχει και με πολλά άλλα.&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="color:#3366ff;"&gt;Αλλά εγώ ξέρω μονάχα για αυτά τα δυο. Πάνε παρέα λένε κάποιοι σοφοί. Πώς αλλιώς θα μπορούσαμε να μιμηθούμε εάν δεν θυμόμαστε τι είναι αυτό που θέλουμε να αναπαραγάγουμε; Πώς αλλιώς;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="color:#3366ff;"&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="color:#3366ff;"&gt;Τώρα που σκέφτομαι τι να γράψω, έχω γείρει το κεφάλι δεξιά και κοιτάω το κενό. Σα να μιμούμαι όλους εκείνους τους χαριτωμένους συμμαθητές που δεν ήξεραν να απαντήσουν πόσο κάνει δύο κι άλλο ένα. Το βλέμμα μου κολλά, από εδώ κι από εκεί, σα να θυμάμαι τα ερωτευμένα βλέμματα μιας θεατρικής Οφηλίας.&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="color:#3366ff;"&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="color:#3366ff;"&gt;Είμαι τόσο άδεια, τόσο ώστε να θυμάμαι πώς είναι να μην υπάρχει τίποτα μέσα στο μυαλό σου. Ούτε μία ένδειξη, ούτε μία λέξη, ένα σημείο στίξης. Έστω ένα ερωτηματικό ζητάω, έστω ένα...&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="color:#3366ff;"&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="color:#3366ff;"&gt;Κι ίσως, αυτό το πολυπόθητο το ερωτηματικό, κάποια σχέση με τον έρωτα να έχει. Δεν το λένε οι σοφοί, μα παίρνω το θάρρος να το διατυπώσω, έτσι απλά, ταπεινά κι αθόρυβα.&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="color:#3366ff;"&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="color:#3366ff;"&gt;Και ποιος, λοιπόν, να αρνηθεί του έρωτα το αβέβαιο; Κείνο το μυστήριο που τον παραδέρνει και τον κάνει ακαταμάχητο, ωραίο, φλογερό και αυτάρκη. Εκεί, αυτός, πάντα παρών να βάζει τα αναπάντεχα ερωτηματικά του θέλοντας και μη. Εκεί αυτός, ανένδοτος, μαχητικά να στέκεται στο πλάι του Αναζητητή. Στο παραδίπλα του Ανθρώπου.&lt;/span&gt; &lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/13194116-111988252205125727?l=mistounou.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://mistounou.blogspot.com/feeds/111988252205125727/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=13194116&amp;postID=111988252205125727' title='3 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/111988252205125727'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/111988252205125727'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://mistounou.blogspot.com/2005/06/blog-post_27.html' title='Μνήμη, μνήμη, μίμηση...'/><author><name>mistounou</name><uri>http://www.blogger.com/profile/11152482943784854958</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>3</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-13194116.post-111919554740241649</id><published>2005-06-19T08:28:00.000-07:00</published><updated>2005-06-19T08:39:07.406-07:00</updated><title type='text'>Αν ήξερα μονάχα...</title><content type='html'>&lt;span style="font-family:lucida grande;color:#ff0000;"&gt;Είσαι δίπλα μου και σου προσφέρω το δικό μου μαντήλι...&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:lucida grande;color:#ff0000;"&gt;Μπορείς με τούτο να χορέψεις, μπορείς και να σφουγγίσεις τα δάκρυα. Θα τα φιλοξενήσει, είναι παρόμοια με τα δικά μου, το μαντηλάκι ξέρει καλά τι σημαίνει αυτή η απροσδιόριστη αρμύρα αυτού του διάφανου υγρού...Ξέρει καλά, ναι σου λέω, πάρτο και θα θυμάται ήδη τι σημαίνει να το ανεμίζεις την ώρα του αποχαιρετισμού...Δεν μπορεί, θα θυμάται και το χρώμα του αίματος, τότε που το άπλωσα, μωρό ακόμη, επάνω στις εσώτερες πληγές μου.&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="color:#ff0000;"&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:lucida grande;color:#ff0000;"&gt;Είσαι δίπλα μου και σου προσφέρω το δικό μου μαντήλι...&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:lucida grande;color:#ff0000;"&gt;Είμαστε πλάι πλάι στη σύναξη του Ανθρώπου, του όποιου ανασαίνει. Μπορείς να με κοιτάξεις δίχως να φοβάσαι, μπορείς να με κοιτάξεις και να μη υποψιαστώ ότι θες κάτι να κλέψεις από το βλέμμα που μοιράζω απλόχερα. Μπορείς....Και σου δίνω το δικό μου μαντήλι, να το στρώσουμε στη δική μας συνεστίαση, το ψωμάκι να βάλουμε επάνω. Και τους κόπους μας, ναι, ναι και τους κόπους μας. Ζυμωμένοι με ιδρώτα, γέλιο και πολλές ελπίδες, ψήθηκε καλά από των ονείρων τα ταξίδια κι η κόρα του, χάρτης μπροκάρ της ζωής μας.&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="color:#ff0000;"&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:lucida grande;color:#ff0000;"&gt;Είσαι δίπλα μου και σου προσφέρω το δικό μου μαντήλι...&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:lucida grande;color:#ff0000;"&gt;Ναι, μπορείς να το κρατήσεις, σα να είναι δικό μου. Σα να το είχα εγώ, σαν ποτέ μου να μην το έδωσα...&lt;/span&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/13194116-111919554740241649?l=mistounou.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://mistounou.blogspot.com/feeds/111919554740241649/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=13194116&amp;postID=111919554740241649' title='7 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/111919554740241649'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/111919554740241649'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://mistounou.blogspot.com/2005/06/blog-post.html' title='Αν ήξερα μονάχα...'/><author><name>mistounou</name><uri>http://www.blogger.com/profile/11152482943784854958</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>7</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-13194116.post-111721104846513064</id><published>2005-05-27T09:21:00.000-07:00</published><updated>2005-05-27T09:24:08.466-07:00</updated><title type='text'>Δεν ξέρω</title><content type='html'>&lt;span style="font-size:180%;color:#ff0000;"&gt;Δεν ξέρω αν με "βλέπει" κανείς, ούτε αν είναι εδώ κάποιος. Εγώ γράφω και με κοιτάζω μέσα από ένα καθρεφτάκι. Εξιχνιάζω  ρυτίδες κι εκφράσεις κι απλώς προσπαθώ να πλησιάσω την ομορφιά μου. Το χαμόγελο μην παγιώσω φοβάμαι. Είναι που το θέλω πολυμορφικό, πολύχρωμο και πολυποίκιλο. Μία απίστευτα πυκνή, η ώρα η σημερινή. Πυκνή, όσο κι ένα ποίημα...&lt;/span&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/13194116-111721104846513064?l=mistounou.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://mistounou.blogspot.com/feeds/111721104846513064/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=13194116&amp;postID=111721104846513064' title='3 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/111721104846513064'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/111721104846513064'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://mistounou.blogspot.com/2005/05/blog-post_27.html' title='Δεν ξέρω'/><author><name>mistounou</name><uri>http://www.blogger.com/profile/11152482943784854958</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>3</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-13194116.post-111712436412224763</id><published>2005-05-26T09:13:00.000-07:00</published><updated>2005-05-26T09:19:24.126-07:00</updated><title type='text'>Καλώς σας βρήκα</title><content type='html'>Ο Ράινερ Μαρία Ρίλκε, δημιούργησε έναν ολόκληρο κόσμο μέσα στο μικρό δωματιάκι του.&lt;br /&gt;Έγραφε ποιήματα και "ταξίδευε". Το ίδιο έκαναν κι άλλοι. Πήραν πολλούς μαζί τους, παντοτινοί συνοδοιπόροι σε στράτα μακρινή.&lt;br /&gt;Έτσι κι εγώ. Προσπαθώ και θα προσπαθώ πάντα να υπερβώ το μέσα μου, το έξω μου, το εδώ και το τώρα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μια πρώτη καλησπέρα κι από μένα.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/13194116-111712436412224763?l=mistounou.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://mistounou.blogspot.com/feeds/111712436412224763/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=13194116&amp;postID=111712436412224763' title='6 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/111712436412224763'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/13194116/posts/default/111712436412224763'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://mistounou.blogspot.com/2005/05/blog-post.html' title='Καλώς σας βρήκα'/><author><name>mistounou</name><uri>http://www.blogger.com/profile/11152482943784854958</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>6</thr:total></entry></feed>
