Wednesday, December 28, 2005
Κάτι που θα είναι.
(Φωτογραφία, Alejandro Curquejo)


Κάτι που θα είναι, για όσο είναι. Δε θέλω να κρατήσει παραπάνω από μία κραυγή. Μέχρι εκεί, και πολύ θα είναι, απλώς, θα είναι. Δεν πρόκειται για αράδες αθανασίας, μη γελιόμαστε, μα να γελάσουμε ως να περιπαίζουμε τον τρόμο του θανάτου. Αθάνατες δε θα μείνουν οι αράδες μου, μη γελιόμαστε είναι μου, φτιάχτηκαν, άλλωστε, για μια σκηνή όπου λαμβάνει χώρα το εδώ και το τώρα.

Έτσι κατηχούν σε κάτι σκοτεινά, μικρά αμφιθέατρα τους ηθοποιούς. "Κι ας ξέρετε τι θα σας πει ο άλλος, εσείς οφείλετε να μας πείθετε ότι το ακούτε για πρώτη φορά. Κι ας ξέρετε τι θα πείτε την επόμενη στιγμή, εμείς πρέπει μόνο να καταλάβουμε ότι το είπατε πηγαία, αυθόρμητα, μόλις εδώ, μόλις τώρα".

Έτσι λένε καποια νωχελικά χειμωνιάτικα βράδια στους ηθοποιούς, κι οι ηθοποιοί, βαριεστημένοι, θέλουν να αφήσουν τα κοστούμια στο πάτωμα να πέσουν, να περιφρονήσουν για λίγο το σανίδι, να ξεγυμνωθούν, να βγουν στους δρόμους, να αντικατοπτριστούν στα βρεγμένα παρμπρίζ και στα ανεξίτηλα κίτρινα γκράφιτι, θέλουν να πιούν με τρόπο διαστροφικό την απόρροια του μελανιού μιας μουλιασμένης στα απόνερα εφημερίδας, θέλουν να ερωτροπήσουν με τους φανοστάτες, να συναγωνιστούν τις προκλητικές γυναίκες που περνούν, να διεισδύσουν στην τρομακτική μοναξιά του ζητιάνου, να χοροπηδήσουν στη δυνατή φωνή του καστανά που διαλαλεί το εκλεκτόν προϊόν του, να ισοπεδωθούν θέλουν, να τους μαζέψει, λέει, ένας ευσυνείδητος οδηγός και να τους πάει σπίτι χωρίς να πει μιλιά.

Εκεί, σε κάτι σκοτεινά, μικρά αμφιθέατρα, καμμιά φορά, οι ηθοποιοί παραμερίζουν τις υποτυπώδεις κουίντες, βρίσκουν το μυστικό άνοιγμα του ψεύτικου σκηνικού τους, βρίσκουν το πόμολο, βρίσκουν το μπαλκόνι που τόσα χρόνια χάσκει επάνω από την Πατησίων. Αναρωτιούνται, θυμώμουν μ' εκείνον τον ειδήμονα που τους προστάζει να υπακούσουν στο εδώ και στο τώρα. "Και πώς στο καλό, μπορώ εγώ να κάνω το κοινό μου να πιστέψει πως τα χιλιοειπωμένα λόγια, τα απογυμνωμένα από το παρόν, τα βασανισμένα από την επανάληψη, τα ιδρωμένα από τις πρόβες, τα ματωμένα από δήθεν χαστούκια και τάχα πτώσεις, τα στραπατσαρισμένα από παρατηρήσεις -εκείνου του ειδήμονα- που έχουν να κάνουν με λανθασμένους χειρισμούς του ρόλου -ναι, διάολε, είμαι κι εγώ ο ρόλος, κρύβομαι κι εγώ σ' αυτόν τον ανελέητο ρόλο, τι θες να πεις; Ότι δεν ξέρω να χειριστώ τον εαυτό μου; Ίσως, ίσως, που να πάρει, ίσως...".

Εκεί σε ένα μπαλκόνι, οι ηθοποιοί, σκαστοί για ένα τσιγάρο καθ' όλα εκτονωτικό, ηδονικό σχεδόν, απόλυτα ζεστό, μετράνε τα αυτοκίνητα της Πατησίων, παραμονεύουν το εδώ χωρίς να ξέρουν καλά καλά τι κάνουν τώρα. Κι εσείς, με βρεγμένα παρμπρίζ, με ιδρωμένα μάτια, με κρύα χέρια που ίσως να ψάχνουν για χαμένα κλειδιά, ίσως να χαϊδεύουν το σαστιμένο από την ταχύτητα κούτελο, ίσως αυτά τα χέρια απλώς να στρώνουν το καλσόν, ίσως να φτιάχνουν το κραγιόν, όπως και να 'χει, δεν ξέρουν ότι λίγα μέτρα πιο πάνω κάτι ηθοποιοί κλαίνε με την αδυναμία του είναι τους.

Δεν ξέρουν, τώρα που το φανάρι είναι πράσινο, ότι λίγα μέτρα πιο πίσω και το ίδιο πιο πάνω, γεννιέται μαγεία, σφαδάζουν τα είναι, κρυφοκοιτάζουν πίσω απ' τις ψεύτικες κουίντες και λαχταρούν να τους φέρεις δυο λουλούδια στη μεγάλη τους πρεμιέρα.
Δεν ξέρουν, τώρα που ανηφορίζουν την Αλεξάνδρας, ότι λίγα μέτρα πολύ πιο πίσω και το ίδιο πιο πάνω, ότι κάτι είναι κει σ' ένα μπαλκόνι, κάτι είναι. Κάτι είναι. Δεν το ξέρουν, αλλά κάτι είναι εκεί, ετοιμάζονται να αναμετρηθούν με τον τρόμο των δευτερολέπτων -α, στο καλό και μ' αυτά τα δευτερόλεπτα!- που πεθαίνουν. Πεθαίνουν ολοένα αυτά τα είναι, τρομάζουν που πεθαίνουν, αλλά επειδή ακριβώς είναι έτοιμα να είναι, πονάνε ηθελημένα και συνειδητά.

Τελείωσε το τσιγάρο. Μόλις τώρα, τελείωσε κι ο μονόλογος του Άμλετ, καλά τον είπε και σήμερα ο Γρηγόρης, είναι σειρά εκείνου του σκαστού για τσιγάρο ηθοποιού. Και πώς να πει στο υποτιθέμενο παιδί που κοιμάται στην κοιλιά του: "Τρώγε, γιούλη μου"*, όταν το εδώ και το τώρα του σκαστού ηθοποιού, είναι γεμάτο από ένα τώρα αλλιώτικο; Μιλάν ακόμα οι καστανάδες, μιλάν κι οι ευσυνείδητοι οδηγοί, κι οι περαστικές προκλήσεις, μιλούν, κραυγάζουν σχεδόν, και της ζωής οι προσκλήσεις. "Να πάρει....δεν έχει κι ένα χαλάκι να σκουπίσω τα λερωμένα μου παπούτσια, πώς να μπω στο ψεύτικο κι άσπιλο σκηνικό μου;". Αλλά μπαίνει, σκαστός απ' το μπαλκόνι τώρα, σκαστός απ' τη ζωή τώρα, για να είναι εδώ και τώρα. Η πρεμιέρα πλησιάζει.

Και, ψιτ, εσύ! Εσύ που ενεργοποιείς τους υαλοκαθαριστήρες να καθαρίσουν το βρεγμένο παρμπρίζ, γίνε για λίγο ασυνείδητος οδηγός, βγες έξω, μ' ακούς; Βγες έξω και πάρε δυο τριαντάφυλλα, απ' των παιδιών των φαναριών τα καλάθια διάλεξέ τα , να τα χαρίσεις την επόμενη στιγμή που κάτι θα είναι.

*Η ατάκα είναι της "Φανής", από το θεατρικό έργο του Γιώργου Σεβαστίκογλου, "Αγγέλα".

 
posted by mistounou at 1:51 PM | Permalink | 11 comments
Tuesday, December 20, 2005
Ηχηρές πιρουέτες



Περιστρέφονται αδιάκοπα οι ήχοι. Ή μάλλον, στροβιλίζονται. Ή μάλλον, τραγουδούν και χορεύουν. Ή μάλλον, ερωτεύονται. Κάνουν πιρουέτες οι ήχοι. Και ο ρυθμός, το σταθερό σημείο για να κοιτάνε, οι ήχοι, μην τύχει και πέσουν κάτω αθέλητα, μην τύχει κι απιστήσουν στα αισθήματα. Αιωρούνται οι ήχοι. Κι ανάμεσα οι άνθρωποι να υποπτεύονται μονάχα τις κραυγές τους, τι δεν έκαναν οι ποιητές ν’ αδράξουν τους ψιθύρους, κι ας ψιθυρίζουν ολοένα οι ήχοι.

Και τα σώματα της πλάσης, να πάλλονται από τους ήχους. Τα αυτιά της σκύλας ακόμη ορθώνονται, τι ακούνε ακόμη τα σερνάμενα βήματα του μεθυσμένου κύρη της. Το τρίχωμα της ψιψίνας ακόμη ανασηκώνεται, τι ακόμη ακούει την άγνωστη αύρα που πήρε τα παιδιά της. Το δέρμα της γυναίκας ακόμη αναρριγά, τι ακόμη ακούει τον εραστή να αναστενάζει. Τα χέρια του άντρα ακόμη ξαφνιάζονται, τι ακόμη εκπλήσσονται από το άδικο. Τα μάτια των πτηνών ακόμη γυροφέρνουν ερευνητικά, τι ποτέ δεν θα ξεχάσουν πως ακούγεται ο αχός των ανθρώπων. Και των αγριμιών τα ακροδάχτυλα ακόμη απαγκιάζουν σε φωλιές, τι ακόμη ακούν την σιωπή που γεννά ο απρόσιτος χειμώνας.

Και τα σώματα της πλάσης, ακόμη πλανεύονται από τους ήχους. Τα χέρια των ζωγράφων να πονούν διαλυμένα, μπας και ζωγραφίσουν τις μιλιές των ανέμων. Τα κούτελα των γλυπτών να χώνονται απελπισμένα σε σκεφτικές χούφτες, μπας και βρουν πώς να σμιλέψουν τον πόνο τον ανιστόρητο της καρυδιάς. Και το κορίτσι, πλανεμένο κι αυτό, να μπλέκει τα «εεεεεπ οπ!» που παραγγέλνει ευτυχισμένο στις τριχιές της κούνιας, με τα προστάγματα του πολύχρωμου καβαλάρη που πλησιάζει. Και το αγόρι, αχ, αυτό το δυνατό αγόρι, να μαγεύεται και ‘κείνο με τη σειρά του. Είναι τότε που νομίζει ότι οι συρριστικές πορείες των ερπετών μπορεί να είναι σφυρίγματα προσκλητήρια των αθώων συμμοριτών του.

Και τα σώματα της πλάσης, να συμπορεύονται με τους ήχους. Καπετάνιοι να οδηγούνται στα σίγουρα από τους παφλασμούς των υδάτων πάνω στην πλώρη. Γιαγιάδες να ορμηνάνε τη μέρα τους με τα πρωινά λαλήματα των πετεινών. Τρυγητές της ερήμου να ακολουθούν τα αφανέρωτα χνάρια της ανάγκης με τα κουδουνίσματα των καραβανιών. Κι εγγόνες…Κι εγγόνες, πολλές εγγόνες να ξυπνούν από τα φουρφουρίσματα των λαχουρένιων φουστανιών. Και αδέρφια, πόσα αδέρφια, να μαγνητίζονται από τις φωνές των πλανόδιων πωλητών. Και ιέρειες στα μεταίχμια των βουνοκορφών να στρέφουν το βλέμμα τους στα παρακάλια που εξατμίζονται εξαϋλωμένα.

Και τα σώματα της πλάσης να μην υποπτεύονται τους ήχους. Κείντους ψιθύρους που λέγαμε. Κείντους λογισμούς που υπάρχουν κάτω από τις συγχορδίες. Κείντα μιλήματα που γεννάνε υπόκωφα τα μάτια. Κείντες πονεμένες αλήθειες που περιπλανώνται αδέσποτες. Κείντα περπατήματα των όντων που ανασαλεύουν πορείες ανεπανόρθωτες. Κείντη φουφού που γεννοβόλησε φωτιές για να βρεις εσύ έτοιμο τον κόσμο. Κείντες ρότες του ηλεκτρισμού που κόπιασαν πολύ πριν εσύ γεννηθείς. Κείντα ηδονικά φιλήματα των αρχέγονων υδάτινων κατοίκων του Κόσμου. Κείντα αστρικά συναπαντήματα, κείντα αργά ξεσπάσματα, κείντα φλεγόμενα παιδιά που ποτέ δεν έσβησαν, κείντες άναρθρες ιστορίες που σάλευαν μπουσουλώντας στις σπηλιές. Κείντα νεύματα, κείντα συνεννοήματα, κείντα πορίσματα, κείντα δείγματα των πρώτων ηγετών. Κείντα ατοπήματα, κείντα εγκλήματα. Κείντη φουφού που γεννοβόλησε φωτιές πολύ πριν θελήσεις να μάθεις τι είναι ο Κόσμος.
 
posted by mistounou at 2:03 PM | Permalink | 18 comments
Monday, December 19, 2005
Γιαγιά...


...πες μου, γιαγιά, γιατί βάζεις τόσο μεγάλο κούτσουρο στο τζάκι;

-Χριστόξυλο το λένε, τσούπα μου.

-Και τι είναι το χριστόξυλο;

-Το βάζουμε κάθε Παραμονή το βράδυ για να κρατάει το σπίτι ζεστό, να κάνει φως η φωτίτσα, που θα 'ρθει ο Χριστούλης. Και για να ξέρεις, κάθε που κλαδεύουμε τις ελιές, κρατάμε ένα μεγάλο ξύλο, να σαν κι αυτό και το βάζουμε στην άκρη για ευτούνη τη βραδιά.

-Α...

Πάντα τσακωνόμασταν με τον αδερφό μου, ποιος θα κοιμηθεί στον καναπέ που ήταν απέναντι από το τζάκι της γιαγιάς. Την αγαπούσαμε πολύ τη φωτιά. Σαν φοβόμασταν κάτι αλλοπρόσαλλα βράδια, σα μας ‘κλείναν το μάτι οι εφιάλτες, μισανοίγαμε τα βλέφαρα κι οι αναλαμπές της φωτιάς εκείνης μας ψυθίριζαν τρυφερά: "Είμαι εδώ, άρα κι εσύ είσαι εδώ". Ήταν μεγάλο πράγμα εκείνο.

Και κάτι άλλο ήταν: Το στολισμένο δεντράκι. Κάθε χρόνο το ίδιο κι αυτό, με τις ίδιες λάμπες, τις ίδιες γιρλάντες, όλα παλιωμένα και λίγο βαμβάκι φρέσκο κάθε χρονιά να παριστάνει επιτυχώς το χιόνι. Έτσι κι αυτό το δεντράκι, με τα λαμπάκια του διάχυτα, παρόμοια λόγια με τις φωτιές ξεστόμιζε, όχι μόνο όταν είχαμε εφιάλτες, αλλά και σε κάτι στιγμές που η μαγεία της θαλπωρής, μας έκανε να μην πιστεύουμε ότι όλο εκείνο το σκηνικό υπήρχε στ' αλήθεια.

Και κάτι ακόμη ήταν: Οι πρωινές φωνές του παππού που ετοιμαζόταν να πάει στο περιβόλι. Να μισοτσακώνονται με τη γιαγιά για το πόσα μπουκάλια κρασί πρέπει να φέρει το βράδυ, πόσο γάλα και "Νίκο, μην ξεχάσεις κείντη μυτζήθρα, να κάνουμε το βράδυ μακαρόνια. Α, και να φέρεις το χοιρινό να το ετοιμάσω για μεθαύριο. Νίκο! Που 'σαι ντέι, να φέρεις κι όσα αυγά θε λα χουν κάνει οι κότες, θέλω να φτιάξω τούρτα για το παιδί που γιορτάζει". "Ωχού, μωρέ γυναίκα κι εσύ", να απαντά ο παππούς δήθεν φουρκισμένος και να προσθέτει χαμογελαστά, περιπαικτικά "άμα τα θυμηθώ, τα θυμήθηκα...". "Το καλό που σου θέλω να τα θυμηθείς, γιατί τα θέλω λέω! Σήκω, βρε χριστιανέ, σήκω και μεσημέριασε! Βρε τι λέτε βρε, δέκα ώρες για να φάει τούτος ο άνθρωπος!" Έτσι, πέντε τα ξημερώματα, όποιο παιδί ήταν τυχερό κι είχε κοιμηθεί στον καναπέ του σαλονιού, απέναντι από το τζάκι, άκουγε αμυδρά τα μουρμουρίσματα. Το γαργάλαγε ανεπαίσθητα της ζωής η λάτρα. Κι άνοιγες το βλέφαρο, έτσι στα κρυφά, κι έβλεπες την αεικίνητη φιγούρα της γιαγιάς μου να περιστρέφεται σαν ηλεκτρόνιο γύρω από τον παππού-πυρήνα της ζωής της. Ήρεμος πυρήνας, ο παππούς μου, ποτέ δεν αναρωτήθηκε για την δύναμή του. Κι έτσι, άθελα, δίνει σε όλους την εντύπωση ότι έχει μια πλήρη άγνοια για τα πάντα, μα δεν έχει, μα δεν έχει.

Κι άλλα πολλά ήταν. Οι φωνές των γυναικών της γειτονιάς που έρχονταν δειλά δειλά κάθε πρωινό, να πιούν καφέ, να κάτσουν μπροστά σε κείνο το λατρεμένο τζάκι. Ήταν κι η μυρωδιά της πορτοκαλιάς που στέκει στην πίσω αυλή, έμπαινε λαθραία η μυρωδιά κάθε που η γιαγιά άνοιγε την πόρτα για την πίσω αυλή. Ήταν κι οι σβέλτες κινήσεις του θείου μου του μικρού, έτσι, πάντα σβέλτος, κινούσε για τη δουλειά του. Αραιά και πού, όποιο παιδί κοιμόταν στον καναπέ, είχε την ευκαιρία να χωρέσει ανάμεσα στην αέναη σβελτάδα του μικρού θείου, στεκόταν παρά τη βιασύνη της και πείραζε τ’ ανίψι, του τσιμπούσε το μάγουλο, του ‘βαζε μια μικρή τριχούλα απ’ τα μαλλιά του στη μύτη, να το γαργαλήσει, να ξυπνήσει. Κι ήταν κι ο μεγάλος θείος, με την αιώνια γλύκα του, να μυρίζουν οι ωραίες κολώνιες του και κείνος ο θείος, παρά τα περισσότερα χρόνια του, να μας πειράζει πιο πολύ, πιο πολύ. Και να γελάμε, ξυπνώντας, να γελάμε. Και να μπαίνουμε, θέλοντας και μη, σε μια γοργή ροή. Τρέχαν όλοι, ο καθένας διαφορετικά κι εμείς τρέχαμε μιμούμενοι εκείνους. Μόνο ο παππούς δεν έτρεξε ποτέ του, κρατούσε την ισορροπία για όλους. Ναι, ήταν πυρήνας.

Ήταν και τα παραμύθια που κουβαλούσα. Βιβλία και βιβλία, με παραμύθια Ακαρνανικά, άλλα της Πελλοποννήσου, άλλα των νησιών, πάντως παραμύθια ήταν, είχαν λαογραφικά στοιχεία μέσα, μα πιο πολύ ιστορίες απλών ανθρώπων. Όχι δεν είχαν δράκους και πριγκηποπούλες τα παραμύθια εκείνα, ούτε παληκάρια δυνατά κι όμορφα, ούτε ζώα που μιλάνε, ούτε απαραίτητα ένα δίδαγμα για το τέλος. Μιλούσαν για ανθρώπους απλούς, μα πιο πολύ για τις αδυναμίες εκείνων των ανθρώπων. Και να σου, να μαζεύονται πάλι εκείνες οι γειτόνισσες, και να σου η γιαγιά, πάντα αεικίνητη, να μαγειρεύει στην κουζίνα της και να σου, εγώ, να δίνω τις πρώτες μου παραστάσεις καθώς καθόμουν μπροστά σε εκείνο το τζάκι.

Ήταν κι οι γεύσεις. Όποτε τις γεύομαι, Χριστούγεννα μου θυμίζουν. Σπανακόπιτα, κλημεντίνες, απαγορευμένοι κουραμπιέδες, λικέρ μαστίχα, στραγάλια, καψαλισμένο ζυμωτό ψωμί στη φωτιά, λίγο ουίσκι στα ποτήρια των φίλων, λίγος καφές για τις γυναίκες της γειτονιάς.

Και μόλις έπαιρνε να βραδιάσει, είχε ήδη έρθει ο ήρεμος παππούλης, με όλα τα καλά στα χέρια κι άθελα, πάντα κάτι είχε ξεχάσει από τις πρωινές παραγγελιές της γιαγιάς και δώστου ένας αγαπησιάρικος καυγάς να ξετυλίγεται σαν κουβάρι και δώστου να απλώνεται ο «μουτζούρης» στα πρόσωπά μας, όταν χάναμε στα χαρτιά και δώστου δελτία καιρού από την ΕΡΤ, αυτά που ήταν, λέει, «για τους αγρότες» κι ο παππούς να λέει «σσσς! Σώπα ν’ ακούσουμε!», περήφανος που η τηλεόραση μιλούσε για κείνον και δώστου πάλι τσακωμοί για τις πυζάμες που τις χάσαμε και δώστου διαφωνίες ομηρικές για το ποιος θα κοιμηθεί μπροστά στο τζάκι.

Δεν ξέρω τι ακριβώς έγινε με του Χριστού την ιστορία, ξέρω μόνο ότι τουλάχιστον εγώ, είχα μια ανεκτίμητη ευκαιρία. Την ευτυχία να γεύομαι αχόρταγα, να γεμίζω ευτυχία διαρκώς και να την έχω τώρα κομπόδεμα, κάθε που θέλω να γιορτάσω, να την έχω κρασί αστείρευτο κάθε που θέλω να μεθύσω, να την έχω. Απλώς, να την έχω.
 
posted by mistounou at 5:31 AM | Permalink | 9 comments
Wednesday, December 07, 2005
Απλά κι απέριττα
Μυρίζει καφές πάλι, έτσι πρωινά, απλά κι απέριττα. Μυρίζει καφές, τώρα τον αλέθουν, τώρα τον διαλέγεις και λες: "Σήμερα δεν θα πάρω βαρύ αρωματικό, σήμερα θέλω μερακλήδικο". Και σου τον φέρνουν, και τον πίνεις προσεχτικά, απλά κι απέριττα. Περνάει κόσμος πολύς. Παππούδες με ενδυμασίες υπό εξαφάνιση, γυναίκες που μοιάζουν σα να βγήκαν βιαστικά απ' την κουζίνα γιατί τους έλειπε ο μαϊντανός.

"Τι θα φτιάξετε σήμερα κοπελιές; Εσύ, μας είπες, θα κάνεις φακή. Εσύ, όμως, δεν μας είπες, τι θα φτιάξεις;".

"Μυζηθρόπιτες, κι όποιος θέλει ας φάει.".

Περνάει κόσμος πολύς. Μονάχα δυο τρεις που πίνουν καφέ, απλά κι απέριττα και οι πραματευτάδες που περιμένουν πελατεία, στεκόμαστε ακίνητοι. Σα θεατές, απλοί κι απέριττοι, σα θεατές στου κόσμου το πανηγύρι. Και τα μπουλούκια, αδιάκοπα να περνάνε, σαν ηθοποιοί αλλοτινοί, σαν εκείνους τους θεατρίνους που καβαλάγαν άμαξες, φορτωμένες μουσαμάδες, κοστούμια, μωρά και τεντζερέδια. Πλάι στο Σοφοκλή και το γιαχνί, πλάι στα καθρεφτάκια κι οι πάνες οι μωρουδιακές. Περνάει κόσμος πολύς.

Πολύς. Να, κοίτα να δεις που υπάρχουν ακόμη καφετζούδες. Στέκει πιο πέρα και μου κλείνει το μάτι συνωμοτικά. "Να σου το πω;", μου λέει. "Ποιός ο λόγος;", της απαντώ. "Πάντα ξέρω εγώ, πάντα ξέρω", συνεχίζει. "Κι εγώ ξέρω", της απαντώ ξανά. "Άσε με να σου το πω", επιμένει και στέκεται πιο σιμά, τώρα πια το βλέπει το φλιτζάνι. Την κοιτώ στα μάτια, απλά κι απέριττα, τάσια τα μάτια μου κι εγκαταλείπει του φλιτζανιού τα βάθη για να διαβάσει εκείνα. "Θα κάνεις δρόμο πολύ, θα συναντήσεις κόσμο πολύ, θα 'ρθουν πουλιά, σαν περιστέρια είναι τώρα που τα βλέπω, και θα σου φέρουν ειδήσεις, θα αγκαλιαστείς, θα κλάψεις και λίγο, σαν να ψάχνεις τώρα που σε βλέπω, τι ψάχνεις;". "Πες μου, πες μου εσύ που ξέρεις". "Βλέπω σκιά σε άσπρο τοίχο, βλέπω ταβάνι -κι αυτό λευκό!- βλέπω πέτρα να λιοκαίγεται στην άκρη του δρόμου". "Αυτό ψάχνω", της είπα. "Αυτό; Αλήθεια; Πολύ απλό, κοπελιά, σχεδόν απέριττο".

Περνάει κόσμος πολύς. Κι εγώ χωμένη σε μια γωνιά του καφενείου, μπορώ να σας πω καλά πόσο πουλάν σήμερα τη συναγρίδα. Μπορώ να σας πω ακόμη πιο καλά, πως όλα τα κορίτσια που περνούν κρατούν στα χέρια κάτι. Μα άλλο έχουν στο μυαλό, κάτι άλλο, κάτι άλλο. Κρατούν στα χέρια αυτό που μπορούν και στο μυαλό αυτό που θέλουν. Κόσμος, κόσμος πολύς. Μπουλούκια αεικίνητα, σα σμήνη, σα ψαρόνια και να που σύννεφα γεμάτα σάρκα, αίμα κι ύφασμα που κατεβήκαν στους δρόμους. Σύννεφα ανθρώπων, σύννεφα ανυποψίαστων θεατρίνων. Κι εγώ, χωμένη σε μια γωνιά του καφενείου, μαζί με τους πραματευτάδες θεατής, ψάχνω το απλό μαζί με το απέριττο. Όχι για μένα, όχι για μένα. Το ψάχνω για να το δώσω σε κάποιον που θα ήθελα να του δώσω τα πάντα.

Πού να το βρω; Πού να το βρω τ' απέριττο; Κατέληξα ωσάν τον Στέφανο του Βενέζη. Αυτόν που σάρωνε περπατώντας τις ερήμους και ρωτούσε αδιάκοπα τους περαστικούς καμηλιέρηδες: "Πού μπορώ να βρω το Αεικίνητο; Πού;". Κι όποιος τον έπαιρνε στα σοβαρά, θα είχε την ευκαιρία να ακούσει την ιστορία της αναζήτησής του. Έψαχνε, λέει, το Αεικίνητο. Ήτανε, λέει, ένα ρολόι με κάτι Σάτυρους χρυσούς, σκαλισμένους επάνω του, ένα ρολόι που δε σταματούσε ποτέ. Έτσι κι εγώ, ψάχνω το απλό και το απέριττο. Πίνω καφέ κι ο κόσμος περνά, ανυποψίαστος για την δική μου αγωνία. Ανυποψίαστος πως παίζει θέατρο σε μένα δωρεάν. Κι ας πλήρωσα κάτι τις για τον καφέ μου, δωρεάν τους παρατηρώ. Κι ας είμαι αναγκασμένη να υποστώ αυτούς που τα ξέρουν όλα, δωρεάν τους χειροκροτώ. Κι ας είμαι υποχρεωμένη να βρω μονάχη όλες τις απαντήσεις, δωρεάν τους χαιρετώ.

Πληρώνω μόνο για το απλό και το απέριττο. Το θέλω για κείνον που θα 'θελα να του δώσω τα πάντα.
 
posted by mistounou at 11:03 AM | Permalink | 6 comments
eXTReMe Tracker